Το site που επιμελείται ο Ι.Ν. Αγίας Βαρβάρας Αμφιάλης Κερατσινίου: https://agiavarvaramfialis.gr



Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 1993

41 Η Θεία Λειτουργία. Τό κήρυγμα, η εκτενής δέησις καί η εν Χριστώ αδελφότης

Μνημονεύσεις γονέων

Θα αναφερθούμε σε δυο τρία γεγονότα που αναφέρονται στην αίτησή μας υπέρ αναπαύσεως των ευσεβών ορθοδόξων κεκοιμημένων χριστιανών και αδελφών ημών.
Στο βιβλίο "Οδός Αναπαύσεως" του κ. Σωτήρχου αναφέρεται η εξής πραγματική ιστορία:
Ένας Αγιοταφίτης μοναχός, δεν αναφέρει το όνομά του αλλά από την επίσκεψη που είχε κάνει στον Πανάγιο Τάφο, εκεί στα Ιεροσόλυμα τον εγνώρισε, ο οποίος μοναχός αναφερόμενος στους γονείς του είπε τα εξής:
Ο πατέρας μου ήταν φτωχός αλλά πολύ ευσεβής.
Όταν περίμενε να γίνει Λειτουργία επερίμενε τον παπά στην πόρτα της Εκκλησίας.
Ενώ η μητέρα μου βέβαια δεν ήτο ασεβής αλλά σπανίως εκκλησιάζετο.
Προτιμούσε την Κυριακή να καθήσει στο σπίτι, να μαγειρέψει για την οικογένεια, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού όπως προτιμάμε οι περισσότεροι, παρά να πηγαίνει στην Εκκλησία.
Όταν εκοιμήθησαν οι δύο γονείς του είδα, λέει ο μοναχός, και τους δύο στον ύπνο μου και τον μεν πατέρα μου να βρίσκεται σε ένα ωραιότατο πανευφρόσυνο περιβόλι και εκεί να απολαμβάνει την
ευτυχία του Παραδείσου.
Η δε μητέρα μου με μεγάλο πόνο είπε:
- Δος μου, παιδάκι μου, και μένα να φάγω λίγο από το πιάτο σου. Πεινάω.
Την άλλη μέρα όταν ξύπνησα σκέφτηκα:
- Αφού είναι πεθαμένος ο άνθρωπος τι είδους φαγητό μπορεί να επιθυμεί η μητέρα μου. Ως πνεύμα άρα έχει ανάγκη από πνευματική τροφή.
Χωρίς κανένα δισταγμό πήγα στην Ιερά Μονή του Αγίου Σάββα και έδωσα τα απαραίτητα με την παράκληση να κάνουν ένα Σαρανταλείτουργο, σαράντα Λειτουργίες, στο όνομα της μητέρας μου. Αλλά έβαλα μόνο το όνομα της μητέρας μου με σκοπό να υψώσω τη μητέρα μου, να τη σηκώσω λιγάκι για να είνα μαζί με τον πατέρα μου, να χαίρονται και να συνευφραίνοντο μαζί στο κάλλος του Παραδείσου.
Πριν όμως τελειώσει το Σαρανταλείτουργο, στη μέση περίπου, είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου να μου λέει με σκυθρωπό ύφος:
- Γιατί μου αφήρησες τη μερίδα μου;
Σας βεβαιώ, λέει ο μοναχός στον κ. Σωτήρχο, ότι έμεινα κόκκαλο, δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Την άλλη μέρα παρήγγειλα να προστεθεί αμέσως και το όνομα του πατέρα μου στο Σαρανταλείτουργο και μόλις τελείωσε έκανα και ένα δεύτερο και για τους δυο γονείς μου μαζί και κατόπιν τους ξαναβλέπω να είναι αναπαυμένοι και ευχαριστημένοι χωρίς πλέον να μου παραπονούνται.
Έκτοτε πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, περισσότερα από 20, κάνω συνέχεια μνημόσυνα υπέρ αυτών
και κάθε χρόνο από ένα Σαρανταλείτουργο για να έχουν περισσότερη ανάπαυση εν Κυρίω.


Οι κεκοιμημένοι που φωνάζουν βοήθεια

Μου διηγήθηκε κάποτε ένας νεαρός Ιερεύς, 3 ετών Ιερεύς, όταν πέθανε η μητέρα του που δεν ήθελε ο γιός της να γίνει παπάς, να γίνει Λειτουργός του Θεού, και για το θάνατό της δεν είχε δώσει ο παπάς μεγάλη σημασία.
Έκανε αυτά που είναι απαραίτητα, τα μικροαπαραίτητα, και τίποτε περισσότερο από αυτό.
Ένα απογευματάκι, προς το σούρουπο, περνώντας έξω από το νεκροταφείο - ήταν σε κωμώπολη , δεν ενθυμούμαι πού - λέει:
- Δεν πάω να της ανάψω το καντηλάκι.
Το άναψε λοιπόν το καντηλάκι και κάθησε σε μια πέτρα.
Δεν είχε μαζί του πετραχείλι ο Ιερεύς και έτσι δεν της διάβασε Τρισάγιο.
Σαν να ζαλίστηκε όμως λίγο.
Και ξαφνικά νόμισε ότι άρχισαν να ανοίγουν οι τάφοι, να σηκώνονται τα νεκρά σώματα και να φωνάζουν.
Ήταν πραγματική, τρομακτική και φρικιαστική ιστορία μόνο που μου την εδιηγείτο.
- Βοήθεια, βοήθεια, Ιερείς του Υψίστου. Βοήθεια, ορθόδοξοι χριστιανοί, βοήθεια... Λειτουργίες, προσευχές, μνημόσυνα, Τρισάγια, βοήθεια χριστιανοί.
Και σε λίγο τρομαγμένος βλέπει και τη μάνα του.
- Βοήθεια, γιε μου, του λέει, βοήθεια. Βοήθεια τώρα που είσαι παπάς, βοήθεια για όλους, βοήθεια, βοήθεια...
Και έπεσε πάνω του σπαράζοντας από κραυγές απελπισίας.
Συνήλθε τρομαγμένος.
Είχε πλέον βραδιάσει και έφυγε τρέχοντας.
Τρέχοντας σχίστηκαν και τα ράσα του.
Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε.
Την άλλη μέρα λέει το πρωί στην παπαδιά του:
- Κοίταξε να δεις, της είπε το όνομά της, για τρία χρόνια θα ζούμε σαν αδέλφια. Θα λειτουργώ κάθε
μέρα και τις Σαρακοστές, κάθε μέρα για τη μάνα μου, για όλους τους νεκρούς, για όλους τους πεθαμένους, για όσους θυμάμαι, για όσους είναι γραμμένοι εκεί και για όσους θα μου δώσουν.
Έκανε 1100 Λειτουργίες συνεχώς χωρίς διακοπή, 1100 μνημόσυνα με κόλυβα, με Τρισάγια, με ό,τι έπρεπε κάθε μέρα.
Πολλές φορές τις νύχτες έβλεπε να του λένε ευχαριστώ άλλες ψυχές γιατί ξεδίψασαν, άλλες γιατί δροσίστηκαν, άλλες γιατί χόρτασαν, άλλες γιατί ζεστάθηκαν μέσα στις παγωνιές.
Και του έλεγαν:
- Ευχαριστώ, ζεστάθηκα, παπά μου. Κρύωνα ζεστάθηκα, ευχαριστώ.
Αλλες γιατί είδαν λίγο φως και άλλες με ψωμάκια στα χέρια.
Για σκεφθείτε.
Φωνάζει η μάνα μου, ο πατέρας μου, η μάνα σου, ο πατέρας σου, ο αδελφός σου, η γιαγιά σου, ο παππούς σου βοήθεια.
Τι κάνετε;
Τι κάνω εγώ ο ταλαίπωρος παπάς;



Ο παπα-Χαράλαμπος στην Ανω Βροντού

Το 1940 ένας ξενιτεμένος για χρόνια επέστρεφε στο χωριό του στην Ανω Βροντού.
 Χαρές, γέλια, καλωσορίσματα, κεράσματα για την επιστροφή του νοικοκύρη.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που ρώτησε ήταν το εξής:
- Τι κάνει ο παπα-Χαράλαμπος;
-Α, του λένε, στην Εκκλησία θα'ναι, στον Αγιο Δημήτρη. Η Εκκλησία του χωριού εκεί είναι ο Αγιος Δημήτριος.
- Α, λέει, πάω να πάρω την ευχή του και ξαναγυρίζω.
Πηγαίνει στην Εκκλησία από το πίσω μέρος.
Έτσι ερχόταν το σπίτι.
Τα παράθυρα ήσαν ανοιχτά, ακούει ζωηρές ομιλίες.
Σκύβει λοιπόν από ένα παράθυρο και λόγω περιεργείας και βλέπει μέσα στον Ναό.
Ο παπα-Χαράλαμπος συζητούσε ζωηρά με έναν ωραιότατο νέο, υψηλό, παράξενα ντυμένο και του έλεγε:
- Α, όλα κι όλα. Θα μου κάνεις αυτό που σου ζητώ. Δεν ξέρω τι λογαριασμό έχεις εκεί πέρα πάνω αλλά εμένα θα μου το κάνεις αυτό, αυτό που σου ζητώ.
Άφησε το παράθυρο γεμάτος απορία και πάει από μπροστά αλλά βρίσκει την πόρτα κλειστή.
Χτυπά δυνατά, τίποτα.
Ξαναχτυπά και λέγει:
- Παπα-Χαραλάμπη, ξέρω ότι είσαι μέσα. Ανοιξέ μου.
Ησυχία.
Ξαναχτυπάει πάλι και του λέγει:
- Την ευχή σου θέλω μόνο, παπα-Χαραλάμπη. Είμαι ο Σιδερής. Σήμερα μόλις ήλθα από το
ταξίδι.
Τίποτα, τελεία ησυχία.
Σπρώχνει την πόρτα, ξανασπρώχνει, δεν άνοιγε.
Απογοητευμένος κίνησε να φύγει.
Ανεβαίνοντας το ανηφοράκι βλέπει να κατεβαίνει με την μαγγούρα του ο παπα-Χαράλαμπος.
- Βρε, βρε, καλώς τον, λέει ο παπα-Χαράλαμπος.
Άφωνος ο Σιδερής.
- Ε, Σιδερή, του λέει, μη δίνεις σημασία σε αυτά στον Αγιο Δημήτρη. Δεν πειράζει, παιδάκι
μου. Φαντασία είναι, φαντασία σου. Καλώς όρισες.
Αυτά τα διηγούντο στην Δράμα.
Αλλά ερωτώ ήταν μέσα ο παπα-Χαράλαμπος;
Ήταν οπωσδήποτε.
Πώς;
Ο Θεός ξέρει.
Ο Θεός γνωρίζει πώς μπορεί να έχει έναν άνθρωπο και εδώ και εκεί.
Με ποιον μιλούσε τόσο άνετα σαν να ήταν φίλος του;
Μάλλον με τον Αγιο του Ναού.
Πιθανόν.
Αυτά είναι τα θαύματα της πίστεώς μας από τους παλαιούς εκείνους ευλαβείς Ιερείς και που είναι τα καλύτερα κηρύγματα γιατί είναι ζωντανά, πραγματικά αλλά για τις ημέρες μας πιστευτά μόνον από εκείνους που πιστεύουν, μάλλον από εκείνους που θέλουν να πιστέψουν.


Το Αξιον Εστί & Η νεκρανάσταση του γιου

Κάποτε, χριστιανοί μου, γύρω στο 1900 υπήρχε στο Άγιον Όρος ένας περίφημος Πνευματικός, ο παπα-Γιάννης.
Ήταν Γέροντας στο κελλί Αξιον Εστί όπου κατά την παράδοση ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με μορφή μοναχού παρέδοσε σε έναν άλλο μοναχό και αυτός ονόματι Γαβριήλ, τον μετέπειτα Οσιο Γαβριήλ τον Αγιορείτη, τον αγρυπνούντα μοναχό πάνω σε μια πλάκα με το δάχτυλό του τον Θεομητερικό ύμνο Αξιον Εστί.
Να θυμηθούμε λίγο την ιστορία του Αξιον Εστί.
Ο πατήρ Γαβριήλ, ο μετέπειτα Οσιος δηλαδή, ένα βράδυ έψαλλε κάνοντας τον Ορθρο και είχε φτάσει στην Ενάτη.
 Και έψαλλε:
"Την τιμιωτέρα των Χερουβείμ.." όπως τον έγραψε ο Αγιος Κοσμάς ο Μελωδός.
Λίγο πριν όμως είχε μπει ένας ξένος μοναχός και παρακολουθούσε τον Όρθρο του πατρός Γαβριήλ σιωπηλός.
Όταν έφτασε στην Ενάτη ο πατήρ Γαβριήλ τότε παρεμβαίνει ο ξένος μοναχός και με γλυκυτάτη
ουράνια μελωδία και φωνή άρχισε να ψάλει: "Αξιον Εστί ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών".
Και στη συνέχεια συνάπτει και το υπόλοιπον ήδη γνωστό κομμάτι του Αγίου Κοσμά του Μελωδού δηλαδή:
"Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν".
- Πω, πω, είπε τότε ο Πατήρ Γαβριήλ. Τι ωραίος, τι υπέροχος, τι μεγαλοπρεπής, τι θεοπρεπής ύμνος είναι αυτός.
Κάνε, όμως, του λέει, αγάπη σε παρακαλώ να μου τον γράψεις.
- Ευχαρίστως, λέει ο ξένος. Φέρε μου χαρτί και μελάνι.
Τότε ήταν η μελάνη, ο κοντυλοφόρος.
Ψάχνει, δεν βρίσκει.
- Α, λέει, δεν έχω.
- Ε, τότε φέρε μου μια πλάκα απ' έξω.
Πάει λοιπόν, κουβαλάει αυτός μια μεγάλη πλάκα και τη φέρνει μέσα και αμέσως ο ξένος άρχισε με το δάχτυλό του να χαράσσει πάνω στην πλάκα: "Αξιον Εστί ως αληθώς", με το δάχτυλό του. Και όπως λοιπόν εχάραζε η πλάκα χαράσετο σαν να ήταν πηλός.
Δηλαδή φαίνονταν καθαρά τα γράμματα.
Και μόλις τελείωσε η χάραξις του ύμνου ο ξένος μοναχός εξαφανίστηκε από μπροστά του αφού
προηγουμένως του παρήγγειλε ότι αυτή ήτο η επιθυμία της Υπεραγίας Θεοτόκου έτσι να ψάλλεται ο ύμνος από τώρα και στο εξής.
Το θαύμα έγινε γνωστό και άρχισε να ψάλλεται ο ύμνος σε όλον τον κόσμο και όλοι οι μοναχοί του Αγίου Όρους να προσέρχονται βέβαια για να προσκυνήσουν την πλάκα που είχε χαραχθεί από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ.
Η πλάκα όμως εστάλη στον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως με σχετική Αγιορείτικη συνοδεία και έγγραφα πολλά.
Με τη λαίλαπα όμως των μωαμεθανών και την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως η πλάκα αυτή μαζί με άλλα ιερά κειμήλια εσυλήθησαν και εχάθησαν.
Αυτά μας τα λέγει η Αγιορείτικη παράδοσις σχετικά με τον ύμνον "Αξιον Εστί" και με την εικόνα βέβαια την οποία έχουμε και πριν 3-4 χρόνια που ήλθε τόσο πανηγυρικά στην Αθήνα και επροσκυνείτο από όλον τον κόσμο.
Σε αυτό λοιπόν το κελλάκι ζούσε ο παπα-Γιάννης ο Πνευματικός.
Διηγείται λοιπόν αυτός ο παπα-Γιάννης που ήταν Σερραίος ότι κάποτε ήλθε να του εξομολογηθεί ένας νέος που εργαζόταν στη Σκήτη του Αγίου Ανδρέως, το σεράι το λεγόμενον, και ήταν εργάτης.
Και τι του είπε:
Όταν ήταν μικρός πέθανε και η μητέρα του αμέσως έτρεξε στην Εκκλησία να προσευχηθεί.
Ήταν κοντά εκεί στα περίχωρα των Σερρών.
Οι γειτόνισσες πήγαν αμέσως και εφρόντισαν, άλλαξαν το παιδί, το ετοίμασαν για τον ενταφιασμό.
Μία πρόχειρη κασούλα και τα σχετικά.
Η μητέρα όλο αυτό το διάστημα των 2, 3, 5 ωρών ήταν στον Ναό του χωριού και επροσηύχετο θερμά στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Κατόπιν επέστρεψε στο σπίτι της, τους έδιωξε όλους, παραξενεύτηκαν όλοι.
Ήταν και χήρα με μονάκριβο παιδί.
Και όλοι έλεγαν μήπως έπαθε και τίποτα.
- Βρε αμάν, βρε ζαμάν.
- Θα δείτε, λέει. Βγείτε όλοι έξω.
Βγήκανε.
Άλλαξε ρούχα, ετοιμάστηκε, πήγε δίπλα στο νεκρό παιδί της, ξάπλωσε και είπε:
- Σήκω εσύ, παιδί μου, είσαι μικρός. Εγώ θα πάρω τη θέση σου. Είναι εντολή της Παναγίας. Οταν μεγαλώσεις θα πας να την υπηρετήσεις στο Άγιον Όρος. Το παιδί αναστήθηκε και η μητέρα πέθανε. Όταν έγινε 20 περίπου ετών πήγε στο Άγιον Όρος.
Αυτό είναι γραμμένο στα αγιορείτικα βιβλία.
Για λίγο διάστημα εργάστηκε σαν εργάτης.
Όταν όμως εξομολογήθηκε στον παπα-Γιάννη και του είπε το τι συνέβη στην ζωή του, τι είδε και
τι άκουσε η ψυχή του όσο το σώμα του παρέμεινε νεκρό και το φρόντιζαν οι γυναίκες του χωριού τότε ο Γέροντας, ο παπα-Γιάννης δηλαδή, του συνέστησε μια συνοδεία πολύ μακρινή στα Κατουνάκια και εκεί γενόμενος μοναχός εκοιμήθη οσιακώς ύστερα από λίγα χρόνια.
Έτσι μετά την κοίμηση του νέου το διηγείτο αυτό το γεγονός της νεκραναστάσεως ο παπα-Γιάννης, όχι όμως και τι είδε ο νεκρός.
Και το διηγείτο βέβαια ελεύθερα διότι δεν εδεσμεύετο πλέον από το μυστικό του.
 Τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα επαναλαμβάνω γύρω στο 1900, πριν δηλαδή 93 περίπου χρόνια.
Αν της πονεμένης και πιστεύουσας αυτής μάνας η προσευχή έφερε τέτοιο πλούσιο και παράδοξο καρπό και αποτέλεσμα πόσο μάλλον οι αιτήσεις μας και οι παρακλήσεις μας μέσα στη Θεία Λατρεία όταν γίνονται εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας!
Γίνονται όμως;
Σας ρωτώ γίνονται εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας;
Συμμετέχουμε στη φωνή του Ιερέως, στη φωνή των Ιεροψαλτών, στα γεγονότα που γίνονται μέσα στη Θεία Λατρεία;



Πώς πίστεψε ο Γενάδιος.

Κάποτε ο Ιερός Αυγουστίνος εδιηγήθηκε το εξής γεγονός.
Ζούσε στην εποχή του Ιερού Αυγουστίνου ένας γιατρός που τον έλεγαν Γενάδιο.
Ο Γενάδιος ήταν υλιστής.
Δεν πίστευε ούτε σε Θεό, ούτε σε ψυχή, ούτε σε αθανασία, ούτε σε κόλαση, ούτε σε παράδεισο,
ούτε σε Αγγέλους, ούτε σε διαβόλους.
Σε τίποτα δεν πίστευε και καμάρωνε για αυτό όπως και πολλοί σήμερα.
Μια νύχτα ενώ κοιμόταν ο Γενάδιος είδε ένα όνειρο.
Παρουσιάστηκε δίπλα στο κρεββάτι του ένας νεαρός.
 Του φάνηκε τάχα πως τον ξύπνησε και του είπε:
- Ακολούθησέ με.
Ο Γενάδιος βέβαια σηκώθηκε πρόθυμα και τον ακολούθησε.
Περπάτησαν ώρα πολλή μαζί μέσα σε ωραία μέρη και έφθασαν σε μια ωραιοτάτη πόλη όπου άκουσαν μια υπέροχη μουσική με ουράνιες μελωδίες μυρίων Αγγέλων.
Ο Γενάδιος ξύπνησε ύστερα από λίγο ήσυχα ήσυχα.
Η περιπέτεια αυτή του άρεσε πολύ.
Σαν υλιστής όμως που ήταν δεν της έδωσε σημασία και είπε:
- Τι κρίμα!
Όνειρο ήταν.
Πάει κι έφυγε.
Και το ξέχασε.
Πέρασε αρκετός καιρός και να που ξαναβλέπει λοιπόν στον ύπνο του τον ίδιο νέο να στέκει δίπλα του και να του λέει:
- Με γνωρίζεις, Γενάδιε;
- Βέβαια, λέει, σε θυμάμαι καλά, πολύ καλά.
- Τι θυμάσαι;
- Θυμάμαι, λέει, που ήρθες και πήγαμε μαζί σε μια πόλη ανεκφράστου ομορφιάς και ακούσαμε εκεί υπέροχες μελωδίες. Τι ωραία που ήταν!
- Πώς την είδες, λέει, την πόλη αυτή; Πώς την άκουσες εκείνη την ωραία μελωδία; Ησουν ξύπνιος ή σε όνειρο;
- Σε όνειρο, λέει.
- Πού ήταν το σώμα σου;
- Στο κρεββάτι.
- Τα μάτια του ήσαν ανοιχτά ή κλειστά;
- Κλειστά.
- Με έβλεπες όμως;
- Σας έβλεπα.
- Με άκουγες;
- Σε άκουγα.
- Πώς τότε με έβλεπες; Με ποια μάτια και με ποια αυτιά άκουγες εμένα και την μελωδία εκείνη;
Ο γιατρός δεν ήξερε τώρα τι να απαντήσει.
Τότε εκείνος ο λαμπροφόρος νέος του είπε:
- Βλέπεις; Παρ' ότι τα μάτια σου είναι κλειστά, οι αισθήσεις σου αδρανείς και το σώμα σου ναρκωμένο στον ύπνο και ακίνητο, εσύ ζεις και δρας και έχεις ευχάριστες περιπέτειες. Έχεις μια ζωή ανεξάρτητη από το σώμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον θάνατο. Θα βλέπεις με άλλα μάτια και θα ακούς με άλλα αυτιά και θα ζεις χωρίς το σώμα. Πάψε να αμφιβάλλεις ότι δήθεν δεν υπάρχει άλλη ζωή.
Ο Γενάδιος ξύπνησε απότομα και θέλησε να πει: "Ονειρο ήταν" αλλά σταμάτησε τη φράση.
Και διερωτήθηκε:
- Όνειρο ήταν; Πραγματικότης ήταν; Διδασκαλία του... του...του... Του Θεού ήταν;
Δεν μπορούσε να δώσει μια σίγουρη απάντηση.
Υλιστής ήταν.
Μα από τότε όμως άρχισε σιγά σιγά να πιστεύει.
Ο ίδιος ο Γενάδιος χριστιανός πια διηγήθηκε την περιπέτειά του αυτή στον Άγιο Αυγουστίνο.
Και ο Άγιος Αυγουστίνος την έγραψε στις "Εξομολογήσεις" του.
Μπορείτε αυτή την ιστορία να την διαβάσετε εκεί.
Πώς καταλαβαίνεται η ζωή;
Πώς νιώθεται η ζωή;
Ζώντας τη ζωή.
Όταν ζούμε ήδη έχουμε ζωή.
Η αιώνια ζωή είναι ζωή.
Επομένως νιώθεται αυτή η ζωή και καταλαβαίνεται αυτή η ζωή, συλλαμβάνεται αυτή η ζωή όταν ζούμε την αιώνια ζωή, όταν μπορούμε απ'αυτή να έχουμε πρόγευση της αθανασίας και της αιωνίου ζωής.
Και ζούμε την αιωνιότητα, ειδικά μέσα στη Θεία Λατρεία.
"Ο τρώγων μου τη σάρκα και πίνων μου το Αίμα έχει ζωήν αιώνιον", Ιωάννου ΣΤ'54.
Και δεν τη ζούμε μόνοι μας αλλά μαζί με όλους του πιστούς χριστιανούς ζωντανούς και πεθαμένους ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας του Χριστού.






Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 1993

40 Η Θεία Λειτουργία. Τό Ευαγγελικόν ανάγνωσμα

Οι συνέπειες της ανυπακοής στο Γέροντα

Κάποτε ανέβαιναν στην κορυφή του Αγίου Ορους, του Αθωνος, για να λειτουργήσουν επάνω στο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως δύο μοναχοί, ένας Γέροντας με τον υποταχτικό του, ο παπα-Αβέκιος με τον υποταχτικό του τον Πρόχωρο.
Τελικά φτάσαν στην κορυφή του Αθωνος και διανυκτέρευσαν στο κάθισμα της Παναγίας, όσοι από τους άνδρες έχουν ανέβει το γνωρίζουν αυτό, εκεί όπου είχε εμφανιστεί η Υπεραγία Θεοτόκος στον Οσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη.
Μετά το λιτό δείπνο τους γιατί βράδιαζε, έκαναν το Απόδειπνο, τους Χαιρετισμούς και βέβαια θα πήγαιναν να ξεκουραστούν σε δυο χωριστά κελλιά.
Ο Γέροντας λέει στον υποταχτικό του:
- Κοίταξε, πριν κοιμηθείς, να διαβάσεις ολόκληρον το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και ύστερα θα ξαπλώσεις.
- Ευλογημένο, είπε ο υποταχτικός.
Πήγε στο κελλί του, κλείδωσε την πόρτα και έπεσε να κοιμηθεί χωρίς να κάνει αυτό που του είπε ο Γέροντάς του.
Μετά τα μεσάνυχτα, δεν αναφέρεται ποια ώρα ακριβώς, ακούει δυνατές φωνές ο Γέροντας.
Κάποιος καλούσε βοήθεια, ξυπνάει τρομαγμένος, πετάγεται επάνω.
Οι φωνές ακούγονταν από το κελλί του υποταχτικού.
Τρέχει απ'έξω.
- Τι συμβαίνει; τον ρωτάει. Γιατί φωνάζεις, παιδί μου;
- Με δέρνουν οι δαίμονες, λέει, Γέροντα, βοήθεια.
Τρέχει, μπαίνει στο κελλάκι του, παίρνει τον Σταυρό του ο Γέροντας και πάει και αρχίζει και σταυρώνει την πόρτα και λέει ότι προσευχές και ευχές εξορκιστικές ήξερε από μνήμης.
Τίποτα.
Ξανασταυρώνει την πόρτα, ξανά πάλι προσευχές, τίποτα.
Προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα, αδύνατον.
Ηταν κλειδωμένη από μέσα.
Εν τω μεταξύ, το ξύλο το έτρωγε ο υποταχτικός.
Τότε ο παπα-Αβέκιος βγαίνει έξω, πηγαίνει από το παράθυρο του κελλιού, που ήταν ανοιχτό ευτυχώς και λέγει επιτακτικά στους δαίμονες:
- Με ποιο δικαίωμα εσείς χτυπάτε τον υποταχτικό μου;
Και αμέσως οι δαίμονες εξαφανίστηκαν.
Γιατί είναι γνωστό στους μοναχούς ότι μόνο ο Γέροντας έχει δικαιώματα πάνω στον υποταχτικό.
Ο Πρόχωρος έτσι πλήρωσε την ανυπακοή του.
Ο ευλογημένος, καταλαβαίνετε τώρα, αν έκανε υπακοή και διάβαζε το Ευαγγέλιο όχι μόνο θα ήτο ασφαλής, αλλά και πλήρης ειρήνης.
Θα κοιμόταν ήσυχος. Υπακοή, Αγία Γραφή και Προσευχή εξασφαλίζουν πολύ την παρρησία ενώπιον του Αγίου Θεού.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λέγουν ότι η υπακοή στον Πνευματικό και στην Αγία Εκκλησία, η μακροθυμία και η αγάπη προς τους εχθρούς, η συμμετοχή στα Μυστήρια, η διαρκής, επίμονη μελέτη των Αγίων Γραφών μας ανοίγουν δρόμους και πόρτες στην Βασιλεία των Ουρανών.
Ας το έχουμε αυτό υπόψη μας.



Ο παπα-Γιάννης από τον Τσεσμέ

Ενας ιερεύς στα παλιά χρόνια, προ του 1940, μου διηγείτο ένας εγγονός του, πήγε ένα πρωινό που ήταν γιορτή στην Εκκλησία.
Τα κανδήλια ήταν όλα σβηστά.
Από κάποιο σπασμένο τζάμι έμπαινε αέρας και τα είχε σβήσει όλα, ακόμα και το καντήλι το ακοίμητο.
Στενοχωρέθηκε ο παππούλης, ήτο ευλαβής.
Ψάχνεται για σπίρτα, δεν είχε.
Κοιτάζει στο παγκάρι, κοιτάζει στα ντουλάπια, ψάχνει από εδώ, ψάχνει από εκεί, δεν βρίσκει.
Του ήρθαν δάκρυα στα μάτια.
Τώρα γιατί έπρεπε να πάει πάλι πίσω στο σπίτι.
Ήταν χειμώνας, έβρεχε, φυσούσε δυνατός αέρας, παγωμένος ο βοριάς.
Μεγάλη ήταν η κακοκαιρία.
Ξαφνικά λοιπόν όπως γυρίζει έτσι, κοιτάζει το θυμιατό αναμμένο.
Υπήρχαν μέσα κάρβουνα ολοκόκκινα.
Λέω κάρβουνα.
Την παλαιά εποχή, τα πρόλαβα και εγώ αυτά βέβαια, μέσα στο Ιερό Βήμα είχαμε ένα μικρό μαγγάλι.
Και άναβε ο καντηλανάφτης από πολύ πρωί τα κάρβουνα, κοκκίνιζαν αυτά και παίρναμε με τη μασιά και βάζαμε στο θυμιατό και πάνω σε αυτό ρίχναμε ύστερα το θυμίαμα.
Όσοι από σας ξέρετε από κάρβουνα κτλ. καταλαβαίνετε τι ακριβώς θέλω να πω.
Αφού το είδε λοιπόν έτσι αναμμένο και το κοίταζε με έκπληξη, έβαλε ένα χαρτάκι, άναψε το
χαρτάκι, με αυτό ανάβει ένα κερί και με το κερί άναψε πρώτα το ακοίμητο καντηλάκι και ύστερα όλα τα άλλα καντήλια του Ναού.
Κάθε τόσο λοιπόν γύριζε και κοίταζε το θυμιατό και έλεγε:
- Μπρε, μπρε, μπρε, τι θαύματα κάνει ο Θεός! Όταν θέλει κάνει θαύματα, όταν θέλει. Και έλεγε ξανά:
- Μπρε, μπρε, μπρε, τι θαύμα ήταν πάλι αυτό!
Ήρθε ο ψάλτης, άρχισε ο Ορθρος, το θυμιατό παραμένει ολοκόκκινο.
Στην Ενάτη, την "Τιμιωτέρα", το παίρνει για να θυμιάσει και βλέπει μέσα από το θυμιατό να βγαίνουν στήλες ευώδους καπνού σαν να είχε ρίξει μέσα θυμίαμα.
- Μα, λέει, εγώ δεν έβαλα θυμίαμα. Κύριε ελέησον! Τέλος πάντων, είπε, γυρίζει προς την Αγία Τράπεζα και λέει:
- Θεός είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις.
Σε λίγο ήρθε ο εγγονός του.
- Μην το πειράξεις, του λέει, καθόλου το θυμιατό. Αφησέ το έτσι. Γιατί ο Θεός ό,τι θέλει κάνει, αγοράκι μου, λέει, ό,τι θέλει κάνει.
- Καλά, παππούλη, αυτός απαντάει.
Όσες φορές λοιπόν χρειάστηκε να θυμιατίσει, από την Πρόθεση μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το θυμιατό ολοκόκκινο με αναμμένα τα κάρβουνα και πάντοτε έτοιμο για θυμιάτισμα.
Δηλαδή έβγαζε από μόνο του και μπροστά στα μάτια του εγγονού θυμίαμα ευώδες.
Μόλις το σήκωνε λοιπόν, έβγαιναν και οι ευωδέστατοι αυτοί καπνοί οι οποίοι απλώνονταν σε όλο το Ναό.
Όλος ο Ναός ευωδίαζε.
Έκανε εντύπωση και στους χριστιανούς και όταν τελείωσε του έλεγαν:
- Ε, παπά μου, πού το βρήκες αυτό το καλό θυμίαμα;
Στον εγγονό του είπε το εξής:
- Μην το πεις πουθενά, μόνον όταν πεθάνω.
Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει.
Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει.
Αυτά έλεγε ο παπα-Γιάννης από τον Τσεσμέ.



Φιλοξενία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ

Κάποτε ένας μοναχός που ήταν αρχοντάρης σε ένα μοναστήρι του Αγίου Ορους
- Αρχοντάρης είναι αυτός που φροντίζει για τους ξένους, οι άνδρες το ξέρουν πολύ καλά, ετοιμάζει τα δωμάτια, προσφέρει τον καφέ και το κέρασμα και αν είναι κουρασμένοι και νηστικοί να τους πάει στην Τράπεζα για λίγο φαγητό, να τους ετοιμάσει τα δωμάτια κτλ., πάντως είναι πολύ κουραστικό
διακόνημα, ιδίως στο Αγιον Ορος που οι προσκυνηταί κάθε μέρα μπορεί να είναι 20, 30, 50, 100, 200 καμμιά φορά
- Αυτός λοιπόν ο Αρχοντάρης είχε κουραστεί πολύ από το διακόνημα, το είχε 5 χρόνια συνέχεια, και ζήτησε από τον ηγούμενο να τον αντικαταστήσει.
- Κάνε υπομονή, του λέει, και θα φιλοξενήσεις και Αγγέλους.
- Να είναι ευλογημένο.
Υστερα από λίγον καιρό, ένα βραδάκι, αφού είχαν κλείσει οι πόρτες της μονής, και όπως ήταν κατάκοπος έκατσε στο Αρχονταρίκι λίγο και άνοιξε την Καινή Διαθήκη και άρχισε να διαβάζει.
Βλέπει λοιπόν ξαφνικά να μπαίνει από την πόρτα του Αρχονταριού ένας ωραιότατος νέος, ντυμένος στα λευκά.
- Ευλογείτε, Πάτερ μου, του λέει. Ω, τι διαβάζετε; Το Ευαγγέλιον του Ουρανού; Είστε μακάριος. Και πριν προλάβει να απαντήσει ο Αρχοντάρης, που τα έχασε.
- Ω, με συγχωρείτε που σας διακόπτω, του λέει, αλλά είμαι πολύ πεινασμένος.
Κατάπληκτος λοιπόν ο Αρχοντάρης, τα είχε χάσει είπαμε αλλά πολύ ευγενικά είπε:
- Ορίστε, ορίστε, καθείστε να σας ετοιμάσω κάτι.
Πώς λέγεστε;
- Μιχάλης, απαντά ο νέος.
Γρήγορα γρήγορα λοιπόν ολοπρόθυμα άρχισε με ζήλο να ετοιμάζει το τραπέζι για να φάει ο
νέος που ήρθε στα λευκά.
Διότι ύστερα άρχισε να του κάνει εντύπωση το πώς ήταν ντυμένος.
- Εσείς όσο θα τρώτε, του λέει, εγώ θα ετοιμάσω και το κελλάκι σας και θα σας φέρω μια στιγμή
και τη λίγη σαλάτα.
Και πήγε να πάρει το πιάτο με τη λίγη σαλάτα.
Από ένστικτο όμως γύρισε το κεφάλι του ξανά να δει αυτόν το νέο που του έκανε τόση κατάπληξη.
Ο ωραιότατος εκείνος νέος είχε εξαφανιστεί.
Οπωσδήποτε ήταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ.
Από τότε η προθυμία του για φιλοξενία είχε μεγαλώσει.
Θυμόταν το γεγονός με συγκίνηση αλλά και τον συγκλόνιζε η φιλοξενία του Αβραάμ που φιλοξένησε την ίδια την Αγία Τριάδα με το τρίμορφο εκείνο Αγγελικό σχήμα.
Απευθυνόταν ο Αβραάμ προς αυτούς τους τρείς
Αγγέλους στον ενικό αριθμό και τους έλεγε Κύριε.
Η αγιογραφική εντολή, αδελφοί μου, είναι "Την φιλοξενίαν διώκοντες", να την επιδιώκεται δηλαδή, "Φιλόξενοι εις αλλήλους άνευ γογγυσμών" Α' Πέτρου Δ9.
Να το επαναλάβω "Φιλόξενοι εις αλλήλους άνευ γογγυσμών".
Και όταν στη φιλοξενία μας προστεθεί και ο λόγος του Θεού, γιατί πρέπει να προστεθεί και ο λόγος του Θεού, για να είναι η φιλοξενία μας τελεία, δηλαδή ο λόγος για την πίστη μας, για την Εκκλησία μας, για τους Αγίους μας, για τα θαύματά τους, για τις εικόνες μας, για τα Μυστήριά μας τότε μέγα μισθό παίρνουμε.
Γιατί με αυτού του είδους τη φιλοξενία φέρνουμε ανάμεσά μας τον ίδιο τον Κύριο.
Άλλωστε και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ μακάρισε τον Αρχοντάρη, που δεν ήτο άλλος από τον παπα-Φιλάρετο της Κωσταμωνίτου για τον οποίο σας μίλησα και στην περασμένη μας ομιλία.



Περί του μοναχού Σάββα

Η καταγωγή του ήτο από το χωριό Μαζέικα των Καλαβρύτων.
Εκάρη μοναχός στο κελλί Αγιος Νικόλαος, εξάρτημα άλλοτε του παρακειμένου μονιδρίου του Ραβδούχου, σήμερα της μονής Παντοκράτορος.
Ενα διάστημα κοινοβίασε ο μοναχός Πατήρ Σάββας στη μονή Εσφιγμένου και είχε το διακόνημα του Τυπικάρη.
Διακρινόταν για το φιλακόλουθο, τη μεγάλη του ευλάβεια, την αντοχή στους σωματικούς κόπους και την υπομονή του.
Εκείνο που τον ξεχώριζε πολύ ήτο η μελέτη της Καινής Διαθήκης.
Κάθε μέρα διάβαζε και ένα βιβλίο.
Ως γνωστόν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι 27.
Τέσσερα τα Ευαγγέλια, οι Πράξεις, οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου 14, οι 7 Καθολικές και η Αποκάλυψη.
Αρα κάθε μήνα τελείωνε μία φορά ολόκληρη την Καινή Διαθήκη.
Έτσι την Καινή Διαθήκη 12-13 φορές το χρόνο τη διάβαζε.
Με τη σειρά την πρώτη μέρα τον Ματθαίο, τη δεύτερη το Μάρκο, την τρίτη το Λουκά, την τέταρτη τον Ιωάννη και ύστερα τις Πράξεις και ύστερα προς Ρωμαίους και ύστερα Α' Κορινθίους, Β' Κορινθίους κτλ. μέχρι το τέλος.
Πολλές φορές όταν είχε την Καινή Διαθήκη έτσι και την διάβαζε έβγαινε πολλή ευωδία μέσα από τις σελίδες της Καινής Διαθήκης.
Ο ίδιος ο Κύριος του χάιδευε τις αισθήσεις, του χάριζε ειρήνη, του δώριζε αγιασμό και χαρίσματα πολλά.
Και εμείς δεν θέλουμε, και βαριόμαστε να διαβάσουμε ένα κεφάλαιο την ημέρα.
Εντροπή μας.
Με συγχωρείτε αλλά ντροπή μας.
Όταν προείδε το θάνατό του, επέστρεψε στη μετάνοιά του.
Οι παράδελφοί του και ο Γέροντάς του τον υποδέχθησαν με πολλή χαρά γιατί ποτέ δεν τους
είχε στεναχωρήσει παρά μόνο βέβαια όταν έφυγε για να ζήσει ως ασκητής και ερημίτης. Περιμένοντας τους Αγγέλους, τους Αγίους και την Υπεραγία Θεοτόκο για να τον πάρουν μαζί τους στον Ουρανό παρακάλεσε τους αδελφούς όλη την ημέρα και όλη τη νύχτα ένας ένας να του διαβάζουν Καινή Διαθήκη και Ψαλτήρι μέχρι που να κοιμηθεί.
Τόση ήτο η αγάπη του για τις Αγιες Γραφές, για τις επιστολές του Ουρανού προς τον άνθρωπο.
Άραγε ο καθένας από εμάς τι αγαπά περισσότερο;
Λέγει ο Κύριος κάπου:
"Οπου θησαυρός εκεί και η καρδία".
Ποιός είναι ο θησαυρός σου, άνθρωπέ μου;
Εκεί είναι και η καρδιά σου.
Του Πατρός Σάββα ήταν στο Λόγο του Θεού.
Και εκοιμήθηκε οσίως.
Μετά τρία έτη από τον ήσυχο θάνατό του έγινε η εκταφή του και η κάρα του ευωδίαζε.
Διαδόθηκε βέβαια το γεγονός και πήγαιναν πολλοί να την προσκυνήσουν.
Ένας δόκιμος της συνοδείας νόμισε ότι οι Γεροντάδες για να καυχηθούν ότι είχαν έναν Αγιο μεταξύ τους ρίχνουν άρωμα στην κάρα του.
Την παίρνει λοιπόν κρυφά και την έριξε στη στέρνα με βάρος.
Η στέρνα ήταν εκεί στον κήπο.
Οι άνδρες ξέρουν πώς είναι.
Είναι κάτι μεγάλες στέρνες με βρώμικα νερά που ποτίζουν με αυτά τους κήπους και τα μαζεύουν.
Έβαλε και ένα βάρος εκεί πέρα για να μη φαίνεται και το πέταξε μέσα.
Οι Γεροντάδες την έχασαν.
Δεν ήξεραν ποιος την πήρε και τι έγινε.
Άνω κάτω λοιπόν το μοναστήρι.
Τίποτα, δεν βρέθηκε.
Άρχισαν να υποψιάζονται.
Σου λέει κάποιος από αυτούς που ήρθαν για προσκύνηση μοναχούς την πήρε και έφυγε.
Πω, πω, στεναχώρια οι καημένοι.
Δόστου παρακλήσεις εκεί πέρα.
Τίποτα, ο δόκιμος εκεί.
- Τώρα θα σας δείξω εγώ, έλεγε μέσα του.
Λοιπόν μετά 12 ημέρες την βγάζει ο δόκιμος από τη στέρνα και τον πνίγει περισσότερη ευωδία.
Τρόμαξε λοιπόν, πίστεψε ότι πράγματι πρόκειται περί Αγίου μοναχού και ομολογώντας κατόπιν την πράξη του βέβαια ζήτησε έλεος και συγγνώμη.
Και μέχρι σήμερα αυτή τη φήμη έχει ο Πατήρ Σάββας, ότι υπήρξε ένας Αγιος μοναχός, ένας Όσιος. Η κάρα του εξακολουθεί και ευωδιάζει.
Είδατε λοιπόν τι κάνει η μελέτη της Αγίας Γραφής, η υπακοή, η άσκησις, η προσευχή, η Θεία Λατρεία και όλα όσα είπαμε;
Λοιπόν, όλοι μας επί το έργον.










Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 1993

39 Η Θεία Λειτουργία. Οι ευχές τού τρισαγίου ύμνου καί τά ιερά αναγνώσματα

Ο παπα-Φιλάρετος

Κάποτε ο παπα-Φιλάρετος, ηγούμενος της μονής Κωσταμωνίτου του Αγίου Ορους, θέλησε να λειτουργήσει του Αγίου Αντωνίου σε ένα ερημοκλήσι του Αγίου, που ήταν 500 μέτρα πιο ψηλά από τη μονή.
Πήρε μαζί του, τη νύχτα βέβαια, σε ένα ταγάρι δύο τρία προσφοράκια από τα μικρά και το νάμα και με ένα λαδοφάναρο, φανάρι που καίγεται με λάδι, κίνησε λοιπόν μέσα στην άγρια φύση που την έκανε ακόμα αγριότερη η ασέληνη χειμωνιάτικη εκείνη νύχτα.
Στη μέση ακριβώς της διαδρομής, σκοντάφτει σε κάποια πέτρα εκεί, σε ένα εμπόδιο, και πέφτει κάτω και με το ταγάρι όπως έπεσε, έσπασε το μπουκαλάκι με το νάμα.
Αναγκάστηκε λοιπόν να γυρίσει πίσω.
Ξαναπαίρνει καινούριο νάμα και ξεκινάει πάλι για το ερημοκλήσι.
Στο ίδιο ακριβώς σημείο ξαναπέφτει, ξανασπάει πάλι το μπουκαλάκι με το νάμα.
Τότε οργίσθηκε με ιερό θυμό και είπε:
- Πειρασμέ, όσες φορές και αν το σπάσεις και χύσεις το νάμα, εγώ θα πάω και θα λειτουργήσω, έστω και αν γίνει αυτό δέκα φορές.
Γυρίζει πάλι πίσω, ξαναπαίρνει το νάμα και φωνάζοντας δυνατά το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" ξεκίνησε και έφτασε στο ερημοκλήσι και λειτούργησε.
Φυσικά βέβαια ύστερα ήλθαν και δύο μοναχοί οι οποίοι τον βοήθησαν στο ψάλσιμο και στην όλη
προετοιμασία και τέλεση της Θείας Λειτουργίας.
Όταν τελείωσε είπε:
- Σμήνος, σμήνος πολύ με τύλιξε.
Και εκεί τον ρώτησε έτσι ο Πατήρ Παχώμιος.
- Να, λέει, Άγγελοι, Άγγελοι του ουρανού πλημμμύρισαν τα πάντα, το Ιερό, το Ναό, γύρω γύρω όλο το Ναό, όλο το δάσος, αμέτρητες χιλιάδες Άγγελοι Αρχάγγελοι και άρχισε να κλαίει.
Διηγούνται για αυτόν ότι όταν λειτουργούσε ήταν όλο φως, όλος χαρά, όλος ειρήνη, σύννους στη Θεία Λειτουργία, σοβαρός, δακρύβρεχτος, όπως τα γράφει ο αγιογράφος.
Συχνά συχνότατα έκλαιγε για τις απροσεξίες και τις ατέλειες των άλλων κληρικών και Ιερέων.
Ήταν εκείνος ο Ιερεύς που λειτουργούσε στη γη αλλά με τον νου και την καρδιά του συγχρόνως συλλειτουργούσε στο θυσιαστήριο της Ανω Ιερουσαλήμ.
Άραγε τι να ζούσε, πώς τα βίωνε, τι μακαριότης, τι ευφροσύνη, τι αγαλλίασις!
Ουδείς γνωρίζει παρά μόνον αυτός, η καρδιά του, αυτοί που τον περιτείχιζαν, ο Κύριος, η θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Αυτός ήταν ένας από τους αξίους Ιερείς της εποχής μας.


Η κληματαριά

Και μερικές από τις δικές μου σκέψεις είναι ότι ο αμπελώνας του Κυρίου μας μας θυμίζει μια οπτασία του Οσίου Εφραίμ του Σύρου την οποία διηγείται ο ίδιος.
Την διάβαζα προχθές.
Μου φαίνεται την είχα πει παλαιότερα σε ένα κήρυγμα με την ευκαιρεία της εορτής του Αγίου Εφραίμ του Σύρου.
Την επαναλαμβάνω σήμερα.
Αυτήν την οπτασία την διηγείται ο ίδιος και λέει:
- Είδα μια κληματαριά που είχε άφθονα σταφύλια αλλά αυτή είχε φυτρώσει στη γλώσσα μου.
Είχε τις ρίζες μέσα σε αυτήν και αφού βγήκε έξω από το στόμα μου, απλώθηκαν τόσο πολύ οι κληματόβεργες ώστε σκέπασαν όλη τη γη.
Και όλα τα πουλιά κάθονταν πάνω στην κληματαριά, στο απέραντο και ατελείωτο αυτό αμπέλι και πετώντας πάνω από αυτό, χαρούμενα τα πουλιά, έβρισκαν τροφή και βοσκή, πλούσια βοσκή,
στα σταφύλια της.
Και όσο τα πουλιά έτρωγαν τον καρπόν της, τόσο και περισσότερο τα σταφύλια πλήθαιναν και όλο πλήθαιναν.
Τι ευλογία Θεού θα ήτο αν ο καθένας από εμάς τους ιερείς και τους επισκόπους εγίνετο μια τέτοια παρόμοια κληματαριά!
Τι ευλογία, τι δόξα για τον Πανάγιο Θεό αλλά και τι τραυματισμός θανάτου για τους δαίμονες και τι θεοσωτηρία για τις ψυχές των ευσεβών ορθοδόξων πιστών χριστιανών!



Αυτός που χάθηκε μες στο δάσος τη νύχτα με τους λύκους

Κάποτε ένας από τους δικούς μας επιστήμονας έκανε τον πολύξερο.
Είχε διαβάσει πολλά, ήταν πτυχιούχος τριών επιστημών, κατείχε έξι γλώσσες αλλά στον Θεό δεν πίστευε.
Ούτε είχε σχέσεις με την Εκκλησία και διεκήρυσσε ότι ήταν άθεος και το καμάρωνε.
Και έτσι λοιπόν φρόντιζε να μεγαλώνει και τα παιδιά του.
Ενθυμούμαι βγήκα ένα πρωινό από το σπίτι, όχι εδώ, στη Θεσσαλονίκη, και ήθελα να πάω από την Ανάληψη, να πάρω το αυτοκίνητο και να πάω στον Εβρο.
Ήταν πρωί.
Ένας κύριος ετοιμαζόταν να πάει εκδρομή και ρωτούσε το παιδάκι, παιδάκι 5 χρονών 6, πόσο ήταν, για να μπούνε στο αυτοκίνητο.
Το παιδάκι λέει:
- Να ένας παππούλης.
Ήθελε να τρέξει.
- Ελα εδώ, του λέει. Μην πας σε αυτόν.
Και είπε μια βαριά φράση.
Τέτοιος ήταν και αυτός.
Ένα χειμώνα λοιπόν μαζί με τους φίλους του πήγε για κυνήγι.
Το θήραμα λοιπόν, παρακολουθούσε μιαν αλεπού, δεν ξέρω τι παρακολουθούσε, τον συνεπήρε, απομακρύνθηκε από τους φίλους του και χάθηκε μες στη νύχτα.
Εδώ σε θέλω κάβουρα πώς πατάς στα κάρβουνα.
Εσύ που μου κάνεις τον άθεο, μείνε μια νύχτα μόνος σου στο νεκροταφείο να φυσάει ο αέρας, να τρίζουν τα τζάμια, να τρεμοσβήνουν τα καντήλια, ε;
Αυτοί που σας κάνουν τον έξυπνο αυτό να πάτε να τους πείτε.
Αμ πώς;
Χάθηκε λοιπόν μες στη νύχτα.
Τώρα μόνος μες στο δάσος και στην παγωνιά!
 Χειμώνας ήταν.
Σε λίγο ακούει ουρλιαχτά.
Ένα κοπάδι από λύκους λοιπόν κατά πάνω του.
Προλαβαίνει λοιπόν και σκαρφαλώνει πάνω σε ένα δέντρο.
Οι λύκοι, μόλις τον πήραν είδηση από κάτω, δεν έφευγαν, τον περίμεναν.
Ούρλιαζαν, πετιόντουσαν πάνω στο δέντρο.
Ευτυχώς που ήταν ψηλά.
Ώρες αφάνταστης αγωνίας πέρασε ο άνθρωπος.
Παρ' όλο το χειμώνα ίδρωνε και ξείδρωνε.
Ο ιδρώτας ποτάμι.
Και τότε θυμήθηκε ότι υπάρχει Θεός.
- Θεέ μου, σώσε με, λέει, σώσε με Θεέ μου, σώσε με.
Έκανε θερμή προσευχή στο Θεό και από τον τρόμο του άρχισε και να κλαίει κιόλας.
- Και πώς θα με βρούν;
Και πόσα άλλα σκέφθηκε και είπε!
Από τότε βέβαια πιστεύει στο Θεό, εκκλησιάζεται, συμμετέχει στα Μυστήρια και μόλις σηκωθεί από τον ύπνο, στέκεται με πολλή ευλάβεια και μπροστά στις εικόνες λέγει:
- Χριστέ μου, μια ακτίνα από το φως Σου στέλνε μου κάθε μέρα και φώτιζέ με, γιατί εξακολουθώ να παραμένω τυφλός.
Μια ακτίνα του Χριστού φτάνει για να φωτίσει τα σκοτάδια του ανθρώπου, μια ακτίνα.
Λοιπόν, από τότε πιστός χριστιανός, πιστός σε όλα.
Αν θέλετε λοιπόν να δοκιμάσετε κάποιου την αθεία του, την εξυπνάδα του στείλτε τον μια βραδιά στο νεκροταφείο.
 Η ιστορία που σας είπα είναι αληθινή.



Η Διάκονος του Αγίου Νεκταρίου

Εγώ και η πρεσβυτέρα είχαμε γνωρίσει την Διάκονο του Αγίου Νεκταρίου.
Με Ωράριο Διάκονο χωρίς εκφωνήσεις βέβαια όπως ήταν οι αρχαίες Διακόνισσες η Ολυμπιάς κτλ. Μέσα στο σκοτάδι αυτή η γριούλα των 80 ετών, πόσο ήταν τότε, το πρόσωπό της έλαμπε και έλαμπε ως μικρού παιδιού, Αγγέλου.
Αν την άλλη μέρα την έβλεπες θα έβλεπες μια ζαρωμένη γριούλα και όμως το πρόσωπο έλαμπε.
Είχε μια τέτοια πάγκαλη ομορφιά που θα τη ζήλευαν και οι "μις Κόσμος " και "Ευρώπη" κτλ., πώς τα λένε αυτά.



Ο ιερέα που του κράτησαν οι Αγγελοι το Ευαγγέλιο

Ενθυμούμαι έναν ιερέα, στα προπολεμικά χρόνια, πριν γίνει ο πόλεμος ο Β', πριν το 1940.
Έλεγαν εκεί για έναν Ιερέα στην Ανω Βροντού που κάποτε ήταν άρρωστος πολύ, είχε 39.5 πυρετό.
Επειδή ήταν μεγάλη ημέρα έπρεπε οπωσδήποτε να λειτουργήσει να μη μείνουν οι χριστιανοί του αλειτούργητοι.
Το Ευαγγέλιο βαρύ.
Εστερείτο ακόμη και τη σκέλη και βγήκε να το κρατήσει και λέει:
- Τώρα, Χριστέ μου, τι θα γίνει; Εδώ έχεις τόσα εκατομμύρια και δισεκατομμύρια Αγγέλους, δεν στέλνεις κάνα δυο να μου κρατήσουν το Ευαγγέλιο; Πώς θα το κρατήσω; 40 πυρετό έχω. Να, λοιπόν. Το Μυστήριον του Θεού και της Θείας Λειτουργίας, το ακατάληπτο, που δεν το καταλαβαίνουμε, δεν το βλέπουμε γιατί δεν λειτουργούν τα μάτια της ψυχής μας, δεν το ακούμε γιατί είμαστε κουφοί.
Γι' αυτό λέει ο Κύριος κάθε τόσο "Ο έχων ώτα ακούεις ακουέτω".
Με τα μάτια της ψυχής μας θα δούμε τα πνευματικά, θα δούμε τα ουράνια, όσο μας συμφέρει.
Και το κράτησαν οι Αγγελοι το Ευαγγέλιο.
Και θα πούμε ύστερα όταν θα έλθει η ώρα του, πώς τον κρατούσαν από τις μασχάλες για να κάνει τη Μεγάλη Είσοδο με τα Τίμια Δώρα στο χέρι και ύστερα να κοινωνήσει τους χριστιανούς.






Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 1993

38 Η Θεία Λειτουργία. Η ομολογία πίστεως των κατηχουμένων, οι μακαρισμοί και ο τρισάγιος αγγελικός ύμνος

Ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς

Οταν λειτουργούσε ο νέος Αγιος της Εκκλησίας μας, ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς, ο Άγιος πλέον, ο Όσιος Νικόλαος, τα πάντα ήθελε να συντελούν εις τη μεγαλοπρέπεια της Θείας Λειτουργίας.
Ετσι π.χ. δεν ήθελε στη Μικρά Είσοδο, για την οποία κάναμε λόγο και θα πούμε και σήμερα μερικά, να βγαίνει μόνον ένα μικρό κεράκι, να προηγείται, αλλά ήθελε μεγάλες λαμπάδες σαν και αυτές που κρατάν στο Αγιον Ορος.
Διότι έχουμε εδώ σήμερα έναν Αγιορείτη μοναχό ο οποίος έχει το διακόνημα του Εκκλησιαστού και εκείνος γνωρίζει βέβαια ότι κρατάνε κατά τις δύο Εισόδους, της Μικρής και της Μεγάλης, δυο μεγάλες λαμπάδες να προπορεύονται του Ιερέως.
Και όταν έλεγε και έψελνε τους μακαρισμούς και τα Τριαδικά τροπάρια, άναβε πάλι πάρα πολλά κεριά μπροστά στην εικόνα του Χριστού και γενικά μπροστά στην Ωραία Πύλη.
Φορούσε το Φελόνι του κατά τέτοιον τρόπον και έπαιρνε, παρά το ότι ήτο πολύ κοντός και ελαφρώς έγερνε προς τα μπροστά, εν τούτοις όμως έπαιρνε επίσημη στάση και πολλές φορές φαινόταν το πνευματικό του ανάστημα όντως να είναι ψηλά μέχρι τον Ουρανό.
Τα έψελλε όλα με τέτοια κατάνυξη ώστε μια από τις πολλές φορές, ενώ αυτός έψελλε στο τμήμα του
Αγίου Ιωάννου, άκουε να ψάλλουν και οι Αγγελοι μαζί του και τους μακαρισμούς και τα Τριαδικά και το Αγιος ο Θεός και πολλούς άλλους ύμνους μέσα από τη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου.
Διέκοψε και πιάνοντας το χέρι της πνευματικής του κόρης, της Γερόντισσας Μάρθας, την οποία γνώρισα προσωπικά, και μάλιστα είχαμε πολλές φορές την ευκαιρεία να ακούμε από τα ίδια της τα
χείλη γεγονότα που αφορούσαν το Γέροντα και Οσιο Νικόλαο τον Πλανά.
Έπιασε το χέρι της και της είπε:
- Ακούς, ακούς; Ακούς τους Αγγέλους;
- Δεν τους ακούω, Πάτερ μου.
Και αμέσως μετενόησε ο παππούλης και είπε και μονολογούσε:
- Αχ, δεν έπρεπε να το πω. Δεν έπρεπε να το πω. Δεν έπρεπε να το πω. Γιατί το
είπα; Δεν έπρεπε να το πω.
Εκείνη τη νύχτα έτυχε να απουσιάζουν οι άλλες αδελφές από εκείνη τη συγκεκριμένη αγρυπνία και έτσι εκείνη το μεταβίβασε το πρωί.
Βέβαια διά τον παπα-Νικόλα τον Πλανά ελέγονταν και γίνονταν πάρα πολλά.
Όσοι θέλετε, μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο του το οποίον εγράφη μεν από τον Κόντογλου αλλά με τη βοήθεια όμως της Μάρθας μοναχής, της δικής του μαθήτριας και υποταχτικής.


Νέος που αυτοκτόνησε ενώ τα είχε φαινομενικά όλα - Θεωρίες υλιστών και μηδενιστών

Αυτό είναι το πνεύμα της εποχής μας και της εποχής που ζούσε ο Χριστός.
Ολοι μικροί και μεγάλοι θεωρούσαν και θεωρούν ευτυχισμένο τον άνθρωπο εκείνον που κατορθώνει να συγκεντρώνει και να απολαμβάνει πολλά υλικά αγαθά, πλούτο, δόξα, τιμή.
Οι τρεις πειρασμοί του Κυρίου.
Αν αυτά όλα ήσαν αλήθεια τότε τι σας λέγει αυτή η είδησις που συνεκλόνισε ολόκληρη την Αγγλία.
Η είδησις βέβαια όταν ακούστηκε την επομένη μέρα ή την είπαν τα τηλεοπτικά προγράμματα και κανάλια έπεσε πράγματι σα βόμβα.
Να την πούμε γιατί δεν την ξέρετε.
Νέος, 36 μόλις ετών, πάμπλουτος, κληρονόμος της σοκολατοδυναστείας του Ντάνμπεριζ, πανέμορφος, επιτυχημένος, καλλιεργημένος, είχε σπουδάσει και στο Κέμπριτζ, τα στοιχεία της ταυτότητος Τζόντζελιν ..., συντηρητικός βουλευτής, εκπρόσωπος της περιοχής του στην Βουλή των
Κοινοτήτων, αυριανός λόρδος.
Το τέλος του:
Μιά σφαίρα στο κεφάλι.
Το όπλο πεσμένο δίπλα του.
Κανένα σημείωμα, καμμιά εξήγηση.
Αυτοκτονία. Εκατομμύρια λίρες, εκατομμύρια λίρες.
Επασχε, είπαν οι οικείοι του, από μοναξιά.
Ήθελε να γεμίσει το κενόν της ψυχής του από όλα εκτός από τον Θεόν, εκτός από την πίστην προς τον Θεόν.
Τα είχε όλα και όμως δεν ήταν μακάριος.
Ποιος θα περίμενε ένας ταλαντούχος νέος σαν και αυτόν, πλούσιος, μορφωμένος, με κοινωνική προβολή και δόξα, να ζει μια καθημερινή τραγωδία και να τερματίζει έτσι τόσο άδοξα τη ζωή του;
Να υποφέρει από μοναξιά τη στιγμή εκείνη που τον περιστοιχίζουν τόσοι άνθρωποι, να αισθάνεται μόνος ανάμεσα στα πλήθη;
Όπως και πολλοί το αισθανόμαστε.
Τόσα πλούτη, τόση ερημιά!
Τόση δόξα και ήταν τόσο μόνος!
Ένας βουλευτής με χιλιάδες οπαδούς που όμως του έλειπε ένας, ο πιστός φίλος και σύντροφος στη ζωή, του έλειπε ο άνθρωπος του Θεού.
Του έλειπε ο άνθρωπος του Θεού, ο αληθινός χριστιανός με την ενεργουμένη πίστη και την ανιδιοτελή αγάπη.
Αυτός που θα ήταν σε θέση να τον κατανοήσει, να του συμπαρασταθεί, να τον ακούσει προσεκτικά, να του προσφέρει αυτό που του έλειπε, την ελπίδα, την πίστη προς τον Τριαδικόν Θεόν.
Έτσι στο τέλος η μοναξιά του έγινε ο δολοφόνος του.
Και προτού όμως τον δολοφονήσει σωματικά, ήδη τον είχε δολοφονήσει ψυχικά.
Είχε δολοφονήσει μέσα του την ελπίδα και την πίστη.
Τα είχε όλα και όμως δεν ήταν ευτυχισμένος, τα είχε όλα και όμως δεν ήταν μακάριος.
Και εμείς οι σημερινοί νερόβραστοι χριστιανοί θα τον φωνάζαμε μακάριο, θα τον μακαρίζαμε, θα τον χειροκροτούσαμε, θα τον ζηλεύαμε για αυτά που είχε.
Η νοοτροπία των σημερινών ανθρώπων δυστυχώς δεν διαφέρει από τις υλιστικές θεωρίες των
αρχαίων επικουρίων και υλιστών.
Και ας μην ξεχνάμε πού οδήγησαν τους νέους και την ανθρωπότητα οι ιδέες του Μαρξ, του Βολταίρου, του Χένγκελ και τόσων άλλων υλιστών.
Πού τους οδήγησαν;
Στη βία, στο μηδενισμό, στο χυδαίο ερωτισμό, στην αναρχία, στην απομόνωση του ανθρώπου. Κάποιος μάλιστα από τους νεωτέρους αυτούς φιλοσόφους έφτιαξε με την φαντασία του έναν άνθρωπο που θα κατόρθωνε να συγκεντρώσει όλη τη δύναμη, να συντρίψει στο πέρασμά του όλους και να στήσει αυτός το δικό του θρόνο πάνω στα ερείπια των άλλων.
Τον άνθρωπο αυτόν της βίας και της σκληρότητος και της απανθρωπιάς τον ονόμασε Υπεράνθρωπο.
Ηταν ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε.
Μακάριος λοιπόν ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε.
Τι πέτυχε και αυτός;
Τίποτα, μηδέν.
Αλλά ο Κύριος όμως με τους μακαρισμούς Του ανατρέπει τις ιδέες και τα πράγματα που μακαρίζουν οι άνθρωποι και μακαρίζουμε και εμείς οι δυστυχισμένοι και παίρνει τις ιδέες και τα πράγματα που οι
άνθρωποι περιφρονούν και τα βάζει και τα τοποθετεί σαν θεμέλια μιας νέας καταστάσεως ιδεών και πραγμάτων.



Το σημείο του σταυρού ομολογία πίστεως

Σας το είπα το γεγονός εκείνο που έγινε με κάποιους κυρίους εκεί όταν πήγε μια κυρία τέλος πάντων, ας πούμε 60-65 ετών και κάθισε στο εστιατόριο και έκανε το σταυρό της, το σημείον του σταυρού
για να καθίσει να φάει.
- Τι είναι αυτό που κάνεις; της λέει τώρα. Τι είναι αυτό που κάνεις;
- Αυτό, παιδάκι μου, λέει, το κάνουν οι άνθρωποι αλλά δεν το κάνουν τα ζώα.



Ο Αγιος παπα-Νικόλας Πλανάς

Κάποτε ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς, ο Αγιος παπα-Νικόλας, θέλησε ένα βράδυ να ξεκινήσει να πάει για την αγρυπνία.
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα φώτα όπως σήμερα, οι δρόμοι δεν ήταν φωτισμένοι και μάλιστα θα πήγαινε σε ένα ερημοκκλήσι στο Περιστέρι.
Έχασε το δρόμο λοιπόν, μπλέχτηκε μέσα στα χωράφια και δεν ήξερε πού πήγαινε.
Προχωρούσε στενοχωρημένος και προσευχόμενος όμως:
- Χριστέ μου ελέησέ με, βρες μου το δρόμο.
Ξαφνικά βλέπει μπροστά του ένα νεαρό παληκάρι που του λέγει:
- Έχασες το δρόμο, Πάτερ μου; Ελα να σε οδηγήσω εγώ. Κοίταζέ με εμένα.
 Μπροστά ο νέος, από πίσω ο παπα-Νικόλας.
Φωτίζονταν ο νέος, έφθασαν στην πόρτα της Εκκλησίας.
Όλα αυτά τα αφηγείται μόνος του.
- Μόλις φθάσαμε στην πόρτα γύρισα να του δώσω ευχαρίστηση και αμέσως ήλαμψένε - είναι νησιώτικη προφορά - ήλαμψένε - έλαμψε δηλαδή, έγινε όλος φως ο νέος αυτός και τον έχασα, λέγει ο παπα-Νικόλας, ο Αγιος παπα-Νικόλας ο Πλανάς.
Οι Άγιοι Άγγελοι που κατά καιρούς συνοδεύουν ευλαβείς Ιερείς σε κάποιες δυσκολίες που συναντούν
στο δρόμο τους, αυτοί οι ίδιοι Αγγελοι δεν θα τους συνοδεύουν πολύ περισσότερο με ουράνιες μελωδίες αλλά και με πρακτικές διακονίες στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας;
Και ασφαλώς το κάνουν.



Παρουσία Αγγέλων στην Αγία Γραφή

Θαυμαστές εικόνες Θείου μεγαλείου μαζί με την παρουσία μυριάδων Αγγέλων έχουμε στην Αγία Γραφή, για να μην αναφερθούμε σε πρόσωπα που τυχόν βέβαια θα κάνουμε ζημιά.
Ο Προφήτης Ησαίας είδε θρόνο που ήταν ψηλός, ψηλότερος από κάθε άλλο θρόνο.
Είδε πάνω σε αυτόν τον θρόνον τον υψηλόν και υπηρμένον, όπως είπε, να κάθεται ο Κύριος.
Είδε τον Οίκον του Θεού, τον είδε να ακτινοβολεί από Θεία δόξα Τριαδική.
Είδε γύρω από τον θρόνο Αγγέλους και Αρχαγγέλους, είδε και τα Σεραφείμ που το καθένα από
αυτά τα άυλα πνεύματα είχε έξι πτέρυγες.
Με τις δύο κάλυπταν τα πρόσωπά τους, οι άλλες δύο ήταν στα πόδια και με τις άλλες δυο
πετούσαν και έκραζαν και έλεγαν το ένα στο άλλο και όλοι μαζί προς τον Κύριον, με μια θεία αρμονία, έναν θαυμάσιο ύμνο που ακουγόταν και πότε πότε ακούγεται και εδώ κάτω στη γη:
- Άγιος, Αγιος, Αγιος, Κύριος Σαβαώθ πλήρης πάσα η γη της δόξης Αυτού.
Δέστε στο 6ο Κεφάλαιο του Προφήτου Ησαία.
Αλλά και ένας άλλος Προφήτης, ο Προφήτης Δανιήλ, παρόμοια περιγράφει τη δόξα του Θεού.
Λέει ότι ο Θεός ο παλαιός των ημερών που για Αυτόν δεν υπάρχει χρόνος, ο αιώνιος, ο αθάνατος κάθισε επάνω σε θρόνο και ο θρόνος αυτός ήτο φλοξ πυρός, όλο φλόγα.
Και οι τροχοί αυτού πυρ φλέγον, τα πάντα ήσαν φωτιά και πύρινος ποταμός, όχι από νερό αλλά από φωτιά, έτρεχε μπροστά του και αναρίθμητα πνεύματα Αγγελοι, Αρχάγγελοι, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Δυνάμεις, Πολυώματα, υπηρετούσαν τον Κύριον.
Δέστε το 7ο Κεφάλαιο του Προφήτου Δανιήλ.



Παρουσία των Αγγέλων στο Ναό

Μου διηγείτο κάποτε ένας μοναχός που εκκλησιάστηκε μια Κυριακή σε μια Εκκλησία εδώ στας Αθήνας, όχι αυτός που είναι εδώ, μην πάτε και του λέτε τέτοια πράγματα.
Την ώρα που άρχισαν οι ψάλτες τον Τρισάγιον αυτόν Υμνον "Αγιος ο Θεός, Αγιος Ισχυρός, Αγιος
Αθάνατος" γέμισε ο Ναός από ένα πλήθος λαμπροφόρων νέων με απαστράπτουσες στρατιωτικές στολές και που ο καθένας τους πήγε δίπλα και κοντά στους πιστούς εκκλησιαζομένους χριστιανούς.
Κάθε λαμπροφόρος στρατιώτης δίπλα σε κάθε χριστιανόν και ψέλνοντας αρμονικά, μελωδικά, ουρανόπρεπα το "Άγιος ο Θεός" παρότρυναν τους πιστούς.
Τους βλέπατε;
Τους νιώθατε;
Τους καταλαβαίνατε;
Παρότρυναν τους πιστούς να ψάλλουν και αυτοί μέσα από την καρδιά τους και άλλοι να το σιγοψιθυρίζουν:
- Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος ελέησον ημάς.
Ο Ναός , η Θεία Λατρεία, οι απαστράπτοντες Άγιοι στρατιωτικοί, μαζί με τους πιστούς και την παρουσία όλων των Αγγέλων, όλοι μαζί, μια οικογένεια, μια ψυχή, ένα σώμα, μία πίστις, μία Εκκλησία, μία Εκκλησία.
Όλων τα πρόσωπα ήσαν κατόπιν φωτεινά, γαληνόμορφα, ειρηνικά.
Όλοι οι χριστιανοί μια παιδική ψυχούλα που χαίρονταν στην παρουσία του Πατέρα.
Όλα ήσαν τόσο παράδοξα, τόσο όμορφα!
Ώ, και να μην τελείωνε ποτέ μα ποτέ η ολοζώντανη αυτή παραδεισένια εικόνα και ομορφιά!



Πώς καθιερώθηκε ο Τρισάγιος Ύμνος

Ο ιστορικός του Βυζαντίου Θεοφάνης αναφέρει ότι το 433 μΧ, όταν Πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Αγιος Πρόκλος, μαθητής του Αγιου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τότε η Κωνσταντινούπολη εσείετο από σεισμούς μεγάλους για δύο περίπου μήνες.
Όλοι οι χριστιανοί, οι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως είχαν βγει από την πόλη και ήσαν πέριξ της πόλεως εκεί σε πρόχειρους καταυλισμούς και προσηύχονταν συνέχεια για να σταματήσει ο Θεός
αυτό το κακό, τη μεγάλη αυτή πορεία των σεισμών.
Όταν η γη εσείονταν ο λαός έλεγε "Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον".
Κάποτε όμως μια δύναμις αόρατη άρπαξε ένα παιδί μέσα από τον λαό και το ύψωσε στον ουρανό, χάθηκε.
Όλοι έμειναν έτσι με ανοιχτό το στόμα.
Σε λίγο ξανακατεβαίνει το παιδί με έναν τρόπον πάλι θαυμαστόν και λέει στον Πατριάρχη ότι άκουσε μια Θεϊκή φωνή που παρήγγειλε στον Επίσκοπο ότι στις λειτανείες που κάνουν για τους σεισμούς θα πρέπει να ψάλλουν τον εξής ύμνο:
Και άρχισε το παιδάκι να ψέλνει:
"Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος ελέησον ημάς."
Παρακάλεσε ο Πατριάρχης, ο Αγιος Πρόκλος, το παιδί να το ψάλει πολλές φορές να το μάθουν οι πιστοί χριστιανοί και όλοι μαζί να κάνουν λειτανεία και να ψέλνουν τον ύμνον αυτόν.
Και οι σεισμοί σταμάτησαν.
 Με την προσευχή, με το "Άγιος ο Θεός", ένας σεισμός ή μάλλοι πολλοί σταμάτησαν.