Το site που επιμελείται ο Ι.Ν. Αγίας Βαρβάρας Αμφιάλης Κερατσινίου: https://agiavarvaramfialis.gr



Κυριακή 23 Μαΐου 2004

Η αποκάλυψις του ονόματος του Θεού, δηλ. της φύσεώς Του



Κυρ. Αγ. Πατέρων 2004

«Εφανέρωσά Σου το όνομα τοις ανθρώποις, ους δέδωκάς μοι εκ του κόσμου, Σοι ήσαν και εμοι αυτούς δέδωκας και τον λόγον σου τετηρήκασιν», από την Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου μας, που ακούσαμε ως Ευαγγελικό Ανάγνωσμα σήμερα.
Ολόκληρη η προσευχή αυτή αναφέρεται στο δέκατο έβδομο κεφάλαιον του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου.
Αυτός ο στίχος, έξι, τι μας λέγει; «Εφανέρωσα το όνομά Σου στους ανθρώπους, τους οποίους Συ πήρες από τον κόσμο και μου τους έδωσες ως μαθητάς μου. Ήσαν δικοί σου, σύμφωνα με την αγαθή διάθεση και προαίρεση που είχαν, και Συ μου τους έδωσες σε μένα και αυτοί ετήρησαν τον λόγον Σου».
«Εφανέρωσά Σου το όνομα», έκαμα φανερό το όνομά Σου, απεκάλυψα το όνομά Σου.
Πουθενά όμως μέσα στην Αγία Γραφή δεν φαίνεται ο Θεός να έχει όνομα. Ο Θεός είναι ανονόμαστος. Και όταν ακόμα ο Μωυσής στην φλεγομένη βάτο ρώτησε τον Θεόν «και όταν με ρωτήσουν ποιος Σε απέστειλε, ποιος σε κατέστησε αρχηγό και εκπρόσωπο όλων των σκλαβωμένων συμπατριωτών σου στην Αίγυπτο, τι θα τους απαντήσω»; Και ο Θεός λέγει στο Μωυσή: «θα τους πείς ότι ο Ων με απέστειλε».
Τι θα πεί «ο Ων»; Ο πάντοτε Υπάρχων. Δεν είπεν ο Θεός όνομα, αλλά απεκάλυψε την φύση Του όταν είπε «ο Ων», ο πάντοτε Υπάρχων, ο προαιώνιος Θεός απεκάλυψε την φύση Του, είναι ο πάντοτε Υπάρχων. Στην Εβραϊκή γλώσσα αποδίδεται στο κείμενο με την λέξη Γιαχβέ. Αλλά το Γιαχβέ όμως είναι μετοχή του ρήματος «χαγιά» που σημαίνει «ειμί». Όπως η μετοχή του Ελληνικού ρήματος ειμί είναι το ων, έτσι και η μετοχή στην Εβραϊκή γλώσσα του ρήματος «χαγιά» είναι το «γιαχβέ». Αυτό το Εβραϊκό «Γιαχβέ», το Ελληνοποίησαν οι αρχηγοί των Χιλιαστών, με πρώτον τον Κάρολο Ρόσελ, το 1872, και το έκαμαν Ιεχωβά, και οι οπαδοί του από τότε ονομάστηκαν Ιεχωβάδες.
Η επίσημος μετάφρασις του Εβραϊκού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης, που εγένετο από εβδομήντα Έλληνες σοφούς Πατέρας, - και ήσαν άριστοι γνώστες, όχι μόνον της Εβραϊκής γλώσσης αλλά και της Παλαιάς Διαθήκης,- η επίσημος αυτή μετάφρασις αποδίδει σωστά και με ακρίβεια τη λέξη «Γιαχβέ», με την αντίστοιχη Ελληνική λέξη «ο Ων», ο Πάντοτε Υπάρχων.

Αυτό κάμνει και ο Χριστός στην Αρχιερατική Του προσευχή. Μας αποκαλύπτει την φύση του Θεού, μας αποκαλύπτει τον Θεόν Πατέρα. Ολόκληρη η Καινή Διαθήκη και ειδικότερα τα τέσσερα Ευαγγέλια και ακόμα πιο ειδικά το κατά Ιωάννην, μας αποκαλύπτουν την σχέση που έχει ο Χριστός, ως Υιός του Θεού με τον Θεόν Πατέρα. «Εγώ και ο Πατήρ έν εσμέν, ο εωρακώς εμέ εώρακε και τον Πατέρα», και πλήθος άλλα χωρία. Έτσι ο Χριστός μας αποκαλύπτει, και μας φανερώνει ότι είναι ομοούσιος τω Πατρί, έχει δηλαδή την αυτή ουσία, την αυτή φύση, την αυτή ενέργεια και την αυτή θέληση, ο Υιός με τον Πατέρα, και ο Πατέρας με τον Υιόν.
Δεύτερον. Μας απεκάλυψε ότι ο ενανθρωπίσας Υιός και Λόγος του Θεού, είναι ο Χριστός, εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Μας αποκαλύπτει και μας ομολογεί ότι είναι ο Μεσσίας. «Εγώ είμαι ο λαλών σοι», διαβεβαίωσε στη Σαμαρείτιδα, ότι είναι το φως το αληθινόν. «Εγώ είμαι το φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία αλλ’ έξει το φως της ζωής».
Μας αποκαλύπτει ακόμα ότι είναι ο Σωτήρας του κόσμου, αφού «ουκ ήλθε ίνα κρίνει τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσει τον κόσμον». Είναι Υιός του Θεού αλλά και Υιός ανθρώπου. Είναι δε συγχρόνως και Δημιουργός, του σύμπαντος κόσμου, αφού «δι’ Αυτού τα πάντα εγένετο», και «χωρίς Αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν».
Και τρίτον μας αποκαλύπτει και την θεότητα του Αγίου Πνεύματος.

«Εφανέρωσά Σου το όνομα τοις ανθρώποις». Εφανέρωσα και απεκάλυψα το όνομά Σου στους μαθητάς και αποστόλους, τους οποίου Συ μου έδωσες, τους φανέρωσα τη Θεία Σου φύση, «Τους φανέρωσα ότι είσαι Σύ ο Θεός Πατήρ, τους εφανέρωσα ότι ο Ένας Θεός, είναι και Τριαδικός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα.
Ναι χριστιανοί μου, ένας Θεός Τριαδικός, Ένας Θεός που διακρίνεται σε τρία πρόσωπα–υποστάσεις, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Άμα Μονάς, άμα και Τριάς, Τριάς εν Μονάδι και Μονάς εν Τριάδι.

Χριστιανοί μου, αρχίζοντας την μεγάλη Αρχιερατική Του προσευχή, είπεν ο Κύριος, «Εγώ σε εδόξασα επί της γής, και το έργο ετελείωσα ο δέδωκάς μοι», ιδού ποιο είναι το έργον του Χριστού, να μας φανερώσει το όνομα του Θεού, δηλαδή την φύσιν του Θεού, την Τριαδικότητα του Θεού, να μας φανερώσει και τον Πατέρα, και το Πανάγιον Πνεύμα, και να μας αποκαλύψει και ποιος είναι Αυτός ως πρόσωπο, και ποιο είναι το έργον Του. Γι’ αυτό και λέγει, «εγώ με τη ζωή και το έργο μου, σε εδόξασα επί της γης, έκαμα γνωστό το όνομά Σου, γνωστό το όνομά Σου στους ανθρώπους ότι είσαι Θεός Πατέρας, Θεός αληθινός και με τη Σταυρική μου θυσία που θα προσφέρω εκουσίως σε λίγη ώρα ετελείωσα το έργο που μου έδωσες να πραγματοποιήσω. Και τώρα, δόξασέ με Σύ Πάτερ, τώρα που ετελείωσε η επί γης αποστολή μου, δόξασέ με. Δόξασέ με και ως Υιόν ανθρώπων, δόξασε την ανθρωπίνη φύση μου, που σε λίγο θα ατιμάζεται, και θα Σταυρώνεται», και δω σ’ αυτά τα λόγια του Κυρίου που τα’ ακούσαμε και πριν από το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, βλέπουμε να παρακαλεί τον Θεόν Πατέρα, και με την ιδιότητά του, ως μεσίτου μεταξύ Θεού και ανθρώπου, να Τον παρακαλεί να Τον δοξάσει με την ίδια δόξα που απολάμβανε ως ομοούσιος με τον Πατέρα, στους Ουρανούς εις τους αιώνας των αιώνων, αειδίως, πάντοτε.

Εδώ ο Κύριος απαιτεί κατά κάποιον τρόπον, ως Υιός Θεού, και ομοούσιος με τον Πατέρα, την δική Του ουράνια και αιώνια Δόξα, να την έχει αδιαίρετα ενωμένη μαζί του, μαζί με την ανθρώπινη φύση Του, μαζί με το ανθρώπινο σώμα Του, μαζί με την σάρκα Του, αναστημένην εκ νεκρών και αναληφθείσα εν δόξη στους Ουρανούς.

Όλα όσα είπαμε μέχρι τώρα χριστιανοί μου, είναι από τα μεγάλα θαύματα της Ορθοδόξου πίστεώς μας, βεβαιωμένα από την Αγία Γραφή, και κατοχυρωμένα από το δόγμα, από τους κανόνες και από τις αποφάσεις των επτά Οικουμενικών Συνόδων, και δη της πρώτης, της οποίας τους τριακοσίους δέκα οκτώ (318) θεοφόρους Πατέρας και Συνέδρους αυτής, σήμερα τιμώμε και εορτάζομε. Αυτοί είπαν το δόγμα και τον κανόνα και καθιέρωσαν ότι ο Υιός, ο Χριστός, είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού.

Χριστιανοί μου, για να γνωρίσουμε όμως την αποκάλυψη του ονόματος του Θεού, - «εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις», - είμαστε και μείς ανάμεσα σ’ αυτούς. Δηλαδή για να μας φανερώσει και να μας αποκαλύψει, την φύσιν του Θεού ως Θεό Πατέρα και ως Τριαδικόν Θεόν, πρέπει να γνωρίσουμε τον Χριστό. Η γνώσις όμως του Ιησού Χριστού του Θεανθρώπου και Κυρίου, του Σωτήρος και Λυτρωτού, είναι κυρίως βιωματική αποκάλυψις μέσα στην καρδιά μας. Είναι κοινωνία με τον Χριστόν, είναι ένωσις με τον Χριστόν, είναι προσωπική συνάντησις με τον Χριστόν. Αυτή τη στιγμή έχουμε μεταξύ μας μία προσωπική συνάντηση, εγώ με σας και σεις με μένα και σεις μεταξύ σας, η συνάντησις είναι απολύτως προσωπική, πρόσωπο με πρόσωπο, - αυτό επιτυγχάνεται μέσα στο χώρο της καρδιάς του πιστεύοντος χριστιανού.

Για μας λοιπόν τους Ορθοδόξους χριστιανούς, τους ήδη βαπτισθέντας στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, η προσωπική συνάντησις και ένωσις με τον Χριστόν, επιτυγχάνεται και δρομολογείται
κυρίως διά μέσου των σωστικών μυστηρίων, Θείας Κοινωνίας και Ιεράς Εξομολογήσεως.
Δεύτερον, με τα έργα της πίστεως. Πιστεύεις; Δείξον μου την πίστιν σου εκ των έργων σου.
Τρίτον, με την ενεργουμένην αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον, και μάλιστα προς τους εχθρούς.
Τέταρτον, με την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών,
Πέμπτον, με την καλλιέργεια των αντιστοίχων αρετών,
Έκτον, με το ταπεινό φρόνημα,
Έβδομον, με την αληθινή μετάνοια,
Όγδοον, με την ομολογίαν του ονόματός του, εν παντί καιρώ και τόπω,
Ένατον, με την συνεχή προσευχή,
Δέκατον, με την μελέτη των Αγίων Γραφών,
Ενδέκατον, με την καταπολέμηση των παθών,
Δωδέκατον με την καθαρότητα στους λογισμούς και την αγνότητα στας αισθήσεις,
και με δυο λόγια με τους πνευματικούς καθημερινούς αγώνες.
Μόνον με αυτούς τους τρόπους και με την χάριν και βοήθειαν του Ιησού Χριστού, θα μας γνωρίζεται και μας αποκαλύπτεται, ο ίδιος ο Χριστός στις καρδιές μας. Διότι Εκείνος μας διαβεβαίωσε ότι ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω, χτυπάω την πόρτα της καρδιάς σας, είμαι μπροστά, έξω από την πόρτα αυτή και την χτυπάω, εάν μου ανοίξετε θα εισέλθω και θα δειπνήσω μαζί σας, το Δείπνον της Βασιλείας των Ουρανών. Μου την ανοίγετε; Ας απαντήστε.

Η εν Αγίω Πνεύματι Θεϊκή παρουσία του Χριστού μέσα μας είναι ζωντανή, γι’ αυτό και πλημμυρίζει ο νους από φως, από φως αληθινόν. Ψυχοσωματικά γεμίζουμε από ανυπέρβλητη ειρήνη. Και τότε αυτό που ζούμε και αυτό που βιώνουμε το μεταδίδουμε μυστικά και φανερά σε όλους που είναι γύρω μας.
Είναι η λαμπρότητα του προσώπου,
είναι η καθαρότητα των ματιών,
είναι η αγνότητα του σώματος και των αισθήσεων,
είναι η ηρεμία των μελών.
Όλα πάνω σ’ αυτόν τον ευλογημένον χριστιανόν, όλα μα όλα ομιλούν, όλα βεβαιώνουν και όλα κηρύσσουν, Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον, τον Αναστάντα εκ νεκρών και αναληφθέντα εις τους Ουρανούς.
Είναι ο πιστός χριστιανός, που ομιλεί για τον Χριστόν και μόνον με την παρουσίαν του.
Είναι ο πιστός χριστιανός που διακρίνεται απο την απόλυτη υπακοή του στο θέλημα του Αγίου Θεού.
Είναι ένας από τους κατά πρόθεσιν κλητούς.
Είναι ένας από κείνους τους χριστιανούς, τους εκλεκτούς χριστιανούς, που τον λόγον Αυτού τετήρηκεν.
Είναι προβατάκι του Χριστού, αλλά μέσα στη μάντρα Του ασφαλισμένο.
Είναι ο πάσχων αμαρτωλός, αλλά κι ο πάσχων τα θεία.

Είθε χριστιανοί μου να γίνουμε και μείς και ο καθένας μας χωριστά, ο σωζόμενος αμαρτωλός, ο εκλεκτός του Θεού, ο κληρονόμος της Βασιλείας των Ουρανών,
τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.

Κυριακή 16 Μαΐου 2004

Οι σχέσεις των σωματικών μετά των πνευματικών αισθήσεων της ψυχής



Κυριακή του Τυφλού 2004

Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα χριστιανοί μου είναι αφιερωμένο στο θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού.

Γύρω μας αρκετές φορές συναντάμε στη ζωή μας τυφλούς σωματικά, είτε αυτοί εγεννήθηκαν τυφλοί, είτε τυφλώθηκαν από ατυχήματα ή από διάφορες αρρώστιες. Έτσι όλοι αυτοί στερούνται το πολυτιμότατο αγαθό της οράσεως και του φωτός. Γι’ αυτό γλυκύ το φως και «αγαθόν τοις οφθαλμοίς του βλέπειν, συν τον ήλιον» βεβαιώνει η σοφία της Αγίας Γραφής μέσα από τον Εκκλησιαστή, που σημαίνει ότι το πιο γλυκό πράγμα της ζωής μας, το πιο ωραίο πράγμα για τα μάτια μας, είναι να μπορούν να βλέπουν και να απολαμβάνουν το φως της ημέρας και το φως του ηλίου, να μπορούν να απολαμβάνουν όλα τα αγαθά του Θεού.

Μου έλεγε μια ψυχή προχτές εξομολογουμένη, ότι κάθε φορά που ανοίγει τα μάτια του και βλέπει το φως της ημέρας, απολαμβάνει σε κάθε δημιούργημα, σε κάθε δένδρο, σε κάθε πέτρα, σε κάθε λουλούδι, σε κάθε … οτιδήποτε και αν υπάρχει κτιστό γύρω του, την ανάσα του Θεού, το θαύμα του Θεού. Πολυτιμότατον λοιπόν αγαθόν η όρασις.
Το Άγιον Πνεύμα μας πληροφορεί μέσα στην Αγία Γραφή ότι «γεννιέμαι», σημαίνει «βλέπω το φως της ημέρας, βλέπω τον ήλιο, βλέπω τα αγαθά του Θεού».

Πέρα όμως από τους σωματικά τυφλούς, έχουμε και αυτούς που είναι πνευματικά τυφλοί και αυτοί δυστυχώς είναι και οι περισσότεροι. Το πνευματικό σκοτάδι που προκαλεί η τύφλωση, η πνευματική τύφλωση της ψυχής μας, είναι ασυγκρίτως φοβερότερη και καταστρεπτικότερη διότι μας οδηγεί στον αιώνιο θάνατο της ψυχής. Πνευματική τύφλωση έχουμε όλοι εμείς που δεν θέλουμε να δούμε το φως του Θεού, τις ευεργεσίες του Θεού, το φως του Ευαγγελίου, το φως της διδασκαλίας του Χριστού, το φως της Αναστάσεως.
Και αν παραμείνουμε σε αυτή μας την αρνητική στάση τότε μέσα μας έχουμε και ζούμε ένα κενό, μια πικρή γεύση του αιωνίου θανάτου που θα κληρονομήσει η ψυχή μας στους αιώνες των αιώνων. Αυτό σημαίνει ότι όσοι από μας αμαρτάνουμε θεληματικά, με τη θέλησή μας, ετύφλωσαν τους οφθαλμούς εαυτών, κατά την Αγία Γραφή, αυτοτυφλώνονται. Βγάζουν με τα ίδια τους τα χέρια τα μάτια τους. Βγάζουν τα μάτια της ψυχής των. Γιατί όπως τονίζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, η «σκοτία», δηλαδή η αμαρτία, «ετύφλωσεν τους οφθαλμούς αυτών».
Είναι δηλαδή όλοι εκείνοι οι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί που καλλιεργούν και τρέφουν συνεχώς τα πάθη τους χωρίς συναίσθηση και χωρίς μετάνοια. Και τα πάθη αποδυναμώνουν τις πνευματικές αισθήσεις, και εκουσίως τραυματίζουν και τυφλώνουν τον νουν, που είναι το μάτι της ψυχής.
Και μια τυφλή ψυχή, τι μπορεί να δει; Τίποτα! Ακόμα και μέσα της, και ιδιαίτερα μέσα της δεν μπορεί να δει τίποτα. Και αυτό είναι και λέγεται σκοτισμός της ψυχής. Στο αρχαιοπρεπές είναι σκοτασμός της ψυχής. Είναι ο σκοτισμένος άνθρωπος, που έχει σκοτισμένο νου, που είναι τυφλωμένος από τα πάθη. Τα πάθη τυφλώνουν την ψυχή μας, τυφλώνουν τον νουν.

Από όσα είπαμε φαίνεται ότι πέρα από τις σωματικές αισθήσεις, υπάρχουν και κάποιες άλλες, πολύ πνευματικές, οι οποίες είναι οι αισθήσεις της ψυχής. Αν πάψουν να λειτουργούν οι πρώτες, δηλαδή οι σωματικές, ο τυφλός δε βλέπει. Ο κουφός δεν ακούει. Ο μουγκός δεν μιλάει. Ο ένας χάνει τελείως την όσφρησή του και κάποιος άλλος την αφή του.
Όταν όμως με τις αμαρτίες μας καταστρέφομε τις πνευματικές μας αισθήσεις, τότε είμαστε κουφοί και στο λόγο του Θεού. Κουφοί. Δεν ακούμε. Μιλάει ο ιεροκήρυκας, μιλάει ο λόγος του Θεού, φωνάζει ο λόγος του Θεού, αλλά εμείς δεν ακούμε. Κάνουμε πως δεν ακούμε. Και δεν ακούμε διότι δεν το φτιάχνουμε πράξη. Είμεθα τυφλοί. Είμεθα τυφλοί πνευματικά και πρώτος εγώ. Διότι δεν βλέπουμε τα θαύματα μέσα στη ζωή ούτε και πιστεύουμε στο θαύμα. Δεν βλέπουμε ποτέ μπροστά μας τον Άγιο, τον ταπεινό, τον πράο. Είμεθα τυφλοί μπροστά στο φως της αλήθειας του Χριστού. Η Θεία Λειτουργία, η Θεία Λατρεία, πολλές φορές μας είναι κουραστική, με τα μάτια μου το έχω δει ότι πολλοί κοιτάζουν κάθε τόσο την ώρα τους. Η Αγία Γραφή, η Καινή Διαθήκη, το Ιερό Ευαγγέλιο, οι Συναξαριστές, τα γεροντικά, και τα τόσα άλλα όταν θα θελήσουμε να τα διαβάσουμε, είναι για μας κινέζικα. Ακαταλαβίστικα, και τότε τα λέμε οπισθοδρομικά, ή λέμε ότι είναι αυτά μιας άλλης εποχής, ή είναι μόνο για τις γιαγιούλες.
Και κάτι άλλο που είναι φοβερότερο. Δεν βιώνουμε πνευματικά και ουράνια την Θεία Κοινωνία. Τη βηχάτε, θέλετε να το επαναλάβω; Δεν βιώνουμε πνευματικά και ουράνια τη Θεία Κοινωνία και τις πιο πολλές φορές όταν κάνουμε προσευχή είμαστε κουρασμένοι, για να μην πω και αδιάφοροι τελείως. Δεν νοιώθουμε την ανάγκη της Εξομολογήσεως ως λουτρόν της ψυχής, αυτό το παίρνω ως παράδειγμα όχι μόνο απ’ τον εαυτό μου που είμαι αμαρτωλός, αλλά και από όλους εκείνους που εξομολογούνται. Σπανιώτατα το αντιμετωπίζουν ως λουτρόν, ως λουτρό, σαν αναγέννηση, σαν ανάσταση, σαν σεισμό, που θανατώνει τον παλιόν άνθρωπο και αναγεννά τον νέο, που τον ξεπλένει απ’ την βρωμιά, γι’ αυτό και φεύγει ξαλαφρωμένος και πετά… - Πέταξα Θεέ μου, πέταξα πάτερ μου, πετούσα, πετούσα, πετούσα, σαν να μην είχα πόδια, σαν να μην είχα χέρια, έτσι τόσο ανάλαφρα αισθανόμουν μετά την Ιερά Εξομολόγηση.

Αν δεν τα αισθανόμαστε δεν έχουμε μετάνοια και μάλιστα αληθινή. Έτσι δεν ζούμε με αίσθηση ψυχής, ούτε την κατάνυξη, ούτε την συντετριμμένη καρδία, ούτε και τα δάκρυα της χαρμολύπης. Είμαστε χριστιανοί της δεκάρας. Με τις πνευματικές αισθήσεις νεκρές και ανενέργητες, παύει νάχει την ανυπέρβλητη αξία του ο γάμος ως μυστήριον, που μαζί με το Άγιον Βάπτισμα έχουν ξεπέσει σε κοινωνικές απλές εκδηλώσεις. Πάτε σε ένα γάμο, σε μια βάπτιση και τα βλέπετε, δυστυχώς. Με σκοτισμένο το νου αμφισβητούμε ακόμα και την ιερότητα των Αγίων Λειψάνων, τα θαύματα των ιερών εικόνων, και των σκηνωμάτων των οσίων, όπως και την δύναμιν του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού.
Επιπλέον χάνουν την αξία τους στα μάτια μας τα τυφλά, το κερί και το λιβάνι, το κανδήλι το αναμμένο στο εικονοστάσι και το θυμιατό, ακόμα και οι καμπάνες μας ενοχλούν. Ναι χριστιανοί μου, πολλές φορές με κακία εθελοτυφλούμε για όλους και για όλα. Ό,τι έχει σχέση με τη σωτηρία της ψυχής, καμιά φορά το μισούμε, και το απεχθανόμαστε, γιατί; Γιατί μέσα μας βασιλεύει το σκοτάδι της κακίας, της πονηρίας, της αδικίας, της αρπαγής, της υπερηφάνειας, της σαρκολατρείας, και γενικά το σκοτάδι της αμαρτίας.
Το βεβαιώνει και ο λόγος του Θεού. «Πάς ο τα φαύλα πράσσων μισεί το φως, το φως του Χριστού και το φως του Ευαγγελίου και ουκ έρχεται προς το φως». Και μισεί το φως γιατί το φοβάται. Φοβάται πως το θείον φως θα φανερώσει και θα αποκαλύψει τα έργα του, τα πονηρά του έργα και τις παράνομες επιθυμίες του. Το φως θα φέρει στο φως τις διεστραμμένες ορέξεις του, τις κρυφές του κακές σκέψεις και τόσα άλλα γι’ αυτό και «ουκ έρχεται προς το φως».
Υπάρχουν όμως και άλλοι εθελοτυφλούντες, όπως είναι οι νεοπαγανιστές, οι διάφοροι αιρετικοί και άπιστοι και πολέμιοι και θεομάχοι της Εκκλησίας, για τους οποίους ο Απόστολος Παύλος είπε κατηγορηματικά όταν λέγει «Κύριος Παντοκράτωρ, ετύφλωσε τα νοήματα των απίστων». Για όλους αυτούς που εθελοτυφλούν και δεν θέλουν δια της μετανοίας και Ιεράς Εξομολογήσεως και της Θείας Κοινωνίας να θεραπευτούν, ο τόπος της ζωής των είναι από τώρα ο Άδης, είναι ο τρόπος του ψηλαφητού σκότους και της αιωνίου κολάσεως.
Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία τυφλών πνευματικά, με καθολικό τον σκοτισμό του νου τους, εξαιτίας της υπερηφάνειας και της κενοδοξίας που όντως τυφλοί καθίστανται τυφλοί οδηγών. Και όταν ο τυφλός στην ψυχή γίνεται με διάφορους τρόπους οδηγός, στους πνευματικά τυφλούς, τότε όλοι μαζί εις βόθινον εμπεσούνται, όπως μας λέγει ο Κύριος.
Οδηγοί τυφλών είναι όλοι οι αιρετικοί και ιδιαιτέρως οι χιλιαστές. Σκοτισμένοι και τυφλοί από το σκοτάδι της αγνωσίας και της διαστροφής των Αγίων Γραφών, καταστρέφουν κατά εκατομμύρια ψυχούλες που αγνοούν τη σωτήρια διδασκαλία του Χριστού και τα δόγματα της Ορθοδόξου πίστεως.
Οι οδηγοί τυφλών είναι και το καινούργιο φρούτο, οι δωδεκαθεϊστές, στους οποίους ανήκουν μορφωμένοι και επιστήμονες και καθηγηταί που διαστρέφουν την Ελληνική Ιστορία, και στρέφονται προς τα είδωλα των παθών τους, - στα είδωλα στρέφονται, - αυτογκρεμίζοντας μέσα στο αιώνιο βόθρο της κολάσεως και τους εαυτούς των και τους άλλους που παρασύρουν μαζί τους. Οδηγοί τυφλών είναι όλοι οι αρχηγοί των παραθρησκευτικών οργανώσεων.
Οδηγοί τυφλών είναι όλοι εκείνοι που είναι εγκλωβισμένοι στα πάθη τους και θέλουν να καθίστανται διδάσκαλοι της αρετής.
Αν αρχίζουμε να λέμε πόσοι είναι οδηγοί τυφλών, μέχρι το βράδυ δεν θα τελειώσουμε. Πάντως πρέπει να προσέχουμε, και να προσέχουμε πολύ.
Μερικούς από αυτούς ο Χριστός τους ονομάζει και τους καταδικάζει ως υποκριτάς, γι’ αυτό και τους αποκαλεί πολλές φορές μέσα στο Ευαγγέλιον «μωρούς και τυφλούς», και πιο κάτω «γεννήματα εχιδνών», παιδιά δηλαδή που τα γέννησαν τα φίδια, αυτοί είναι οι οδηγοί τυφλών.
Είναι όλοι αυτοί που ενώ έχουν μάτια δεν βλέπουν, που ενώ έχουν αυτιά δεν ακούν, και ενώ έχουν μυαλά δεν καταλαβαίνουν.

Δυστυχώς είναι εκατομμύρια αυτοί οι εθελοτυφλούντες άνθρωποι, στους οποίους συγκαταλέγονται και πολλοί από τους Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς. Προχθές ο γέροντάς μου, πούναι γεμάτος φως, και είναι οδηγός σε χιλιάδες χιλιάδων, ίσως και εκατομμύρια ψυχών ανά τον κόσμον, με διαβεβαίωνε τηλεφωνικά ότι «εγώ παπά μου είμαι για την κόλαση». Όντως άγιος και γεμάτος φως, ομολογούσε με ειλικρίνεια και το πίστευε, ότι είναι για την κόλαση. Τότε εγώ ο πνευματικός του γιός, και σεις τα πνευματικά εγγόνια του, για πού είμεθα; Πρώτος εγώ ασφαλώς για τα κατάβαθα της κολάσεως. Βέβαια αυτά ελέχθησαν για μετάνοια και για ταπείνωση. Η μετάνοια όμως όταν είναι αληθινή, γεννά τα δάκρυα της λύπης και της συντριβής, και αυτά με τη σειρά τους, φέρνουν και κατεβάζουν, το ουράνιο κολλύριο που θα γιατρέψει τα μάτια της ψυχής μας, που θα δουν το φως, το φως το αληθινόν, το φως του Θεού, το φως του Ευαγγελίου, το φως του Παραδείσου, το φως της Αναστάσεως. Γι’ αυτό το θεϊκό φως ζητωκραυγάζουμε σε κάθε Λειτουργία φωνάζοντας και λέγοντες «ίδωμεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον».

Είθε αυτό το φως χριστιανοί μου, να ξεστραβώσει και τα δικά μας σκοτισμένα μάτια και μυαλά, και πρώτα τα δικά μου,

Αμήν.

Κυριακή 25 Απριλίου 2004

Οι προϋποθέσεις εκλογής των 7 Διακόνων και τα δικά μας πνευματικά προσόντα



Κυριακή Μυροφόρων 2004

«Και εξελέξαντο Στέφανον, άνδρα πλήρης πίστεως και Πνεύματος Αγίου. Και Φίλιππον, και Πρόχωρον, και Νικάνωρα και Τίμωνα, και Παρμενάν και Νικόλαον τον προσήλυτον.»
Το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου, Κυριακή των Μυροφόρων, είναι παρμένο από τις Πράξεις των Αποστόλων, το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο της Καινής Διαθήκης, το οποίον συνέγραψε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Σ’ αυτό περιγράφεται η ζωή της πρώτης Εκκλησίας, η δράσις των Αποστόλων με αρκετές λεπτομέρειες και ειδικότερα του Αποστόλου Παύλου, από το Δέκατο Έκτο Κεφάλαιο και μετά. Είναι βιβλίο Θεολογικό και Θεόπνευστο, όπως όλα τα ιερά βιβλία της Αγίας Γραφής.
Και ενώ ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας περιγράφει την διάδοση του Ευαγγελίου και την επέκταση της Εκκλησίας εις πάντα τα έθνη, ταυτόχρονα μας καταμαρτυρεί την σωτηριώδη επέμβαση του Αγίου Θεού μετά πάσης σοφίας μέσα στην Ιστορία του κόσμου τούτου.
Η διάδοσις της Ευαγγελικής αλήθειας και το κήρυγμα της χριστιανικής πίστεως δεν είναι μόνο λόγια. Δεν είναι απλές φιλοσοφικές ιδέες και θεωρίες. Ούτε μόνον ανθρώπινες πράξεις και ενέργειες. Ούτε και πάλι μόνον απολύτως θεϊκές.
Αλλά είναι Θεανθρώπινες. Διότι κηρύσσομεν Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον. Τον Θεάνθρωπο Κύριο τον Σωτήρα του κοσμου. Ο Χριστός είναι η σωτηρία. Και αυτόν κηρύσσομεν. Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου και αυτόν καταγγέλομεν. Είναι η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Ο Χριστός είναι η Ζωή και η Ανάστασις. Ο Χριστός ομιλεί και κηρύσσει και όχι εμείς. Δικός Του ο λόγος, δικό Του το Ευαγγέλιο. Δική Του και η Εκκλησία. Ο Χριστός φωτίζει, και όχι εμείς, ο Χριστός κάνει τα θαύματα, Αυτός θεραπεύει τις αρρώστιες, και ανασταίνει νεκρούς τη αμαρτία και όχι εμείς. Αυτός σώζει, αυτός είναι ο Σωτήρας, και όχι εμείς, και όχι εγώ. Αυτός μεταμορφώνει την Ιστορία και απλώνει την Βασιλεία Του στις καρδιές όλων εκείνων που Τον θέλουν για Σωτήρα τους.
Εμείς οι κληρικοί παντός βαθμού είμεθα ταπεινά Του όργανα, οικονόμοι της Θείας Χάριτος. Και μερικές φορές, ας μου επιτραπεί η έκφρασις, τενεκέδες ξεγάνωτοι, «ων πρώτος ειμί εγώ». Μας δίδει Χάρη και έχομε Χάρη, μας δίδει Θείο φωτισμό και φωτιζόμεθα, και έτσι καθιστάμεθα φωτοδότες. Χωρίς Θείο φωτισμό είμεθα απλωμένα σκοτάδια. Φωτοσβέστες τις περισσότερες φορές, με σκοτισμένο το νου, και κατεστραμένη τη συνείδηση.

Έχεις φωτισμό από τον Χριστό; Θα δώσεις!
Δεν έχεις; Δεν θα δώσεις!...
Έχεις Χάρη; Παίρνεις Θεία Χάρη από τον Θεόν; Θα δώσεις!
Δεν έχεις; Τι θα δώσεις;
Έχεις προσευχή; Έχεις καθαρή προσευχή; Έχεις καρδιακή προσευχή; Αν έχεις θα δώσεις!
Α δεν έχεις τι θα δώσεις; Προπαντός στα παιδιά σου, στους οικείους σου, στον διπλανό και σ’ όλο τον κόσμο;
Αν έχεις λοιπόν θα δώσεις, και θα δώσεις απλόχερα.
Ό,τι παίρνεις από τον Θεόν, εκείνα και δίδεις. Τα πνευματικά και τα ουράνια, και όταν τα παίρνεις δίδεις, και άρτον ουράνιον και ύδωρ ζόν.

Ό,τι πάλι δυστυχώς παίρνουμε και αποδεχόμεθα από τον διάβολο, εκείνα και θα δώσουμε. Δηλαδή τα πάθη μας. Αυτά που καλλιεργούμε. Το θυμό και τα νεύρα και την γκρίνια, τις ψευτιές και την κατάκριση. Την πονηριά και την μνησικακία, την πορνεία και την ασέλγεια, την περηφάνεια, την κενοδοξία, τον εγωισμό, το πείσμα, την κακία, την απιστία, την άρνηση, και όλο το αμέτρητο κακό συναπάντημα για να μην αναφερθούμε σε όλα τα πάθη.

Τι είχαν αυτοί που εξελέγησαν ως διάκονοι από τον πιστόν λαόν του Θεού; Είχαν Άγιον Πνεύμα. Ήσαν άνδρες πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας, όπως μας βεβαίωσε το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα. Πλήρεις Πνεύματος Αγίου, Σοφίας και Πίστεως. Εμείς τι έχουμε; Εσείς τι έχετε; Δεν ξέρω τι έχετε … πάντως εγώ δεν έχω τίποτα.

Από δε τον Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιάκονο Στέφανο, έχουμε την πρώτη ανθρώπινη μαρτυρία, με την υπερκόσμια Θεοφάνεια για τον Ιησού Χριστό και την Ανάστασή Του.
Να πως περιγράφεται: «Υπάρχουν δε πλήρεις Πνεύματος Αγίου», «ο Στέφανος ατενίσας εις τον Ουρανόν είδε Δόξαν Θεού, και τον Ιησούν εστώτα εκ δεξιών του Θεού και είπεν : Ιδού θεωρώ τους Ουρανούς ανεωγμένους και τον Υιόν του Ανθρώπου, εκ δεξιών του Θεού εστώτα». Και καθ’ όν χρόνον έκαμε αυτή την ομολογία, μπροστά στο πλήθος και το Συνέδριο των Αρχιερέων Γραμματέων και Φαρισαίων, «είδον οι πάντες το πρόσωπον αυτού ωσεί πρόσωπον αγγέλου». Η μαρτυρία αυτή, η ομολογία, η παρρησία και ο έλεγχος του Αγίου Στεφάνου, σφραγίστηκαν με τη μεγάλη του θυσία που έγινε με λιθοβολισμό- τον σκότωσαν δηλαδή με πέτρες.
Εμάς όμως μας απασχολούν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που είχαν οι επτά άνδρες με πρώτο τον Άγιο Στέφανο. Πολύ πριν ακόμα χειροτονηθούν διάκονοι από τους Αποστόλους, ξεχώριζαν ανάμεσα στο πλήθος των χριστιανών, για την φλογερή τους πίστη, την ενεργουμένη αγάπη, την ολοπρόθυμη θυσία, την κεχαριτωμένη ταπείνωσή τους, την αγνότητα τους ήθους, τη σοφία, τη σύνεση, και την πληρότητα του Αγίου Πνεύματος. Από τέτοιες ψυχές λαμπρύνεται η Εκκλησία μας, η Εκκλησία της Αναστάσεως. Ο διωγμός και το μαρτύριον είναι η δόξα της Εκκλησίας.
Άρα ο κανόνας της πνευματικής ζωής, ημών των Ορθοδόξων Χριστιανών, ακόμα και μέσα στα σπίτια μας, ακόμα και μέσα στις οικογένειές μας και σε ολόκληρη τη ζωή μας, είναι οι πειρασμοί, οι θλίψεις, τα βάσανα, οι αρρώστιες, οι στεναχώριες, οι κατατρεγμοί, οι αναποδιές, και τέλος ο Σταυρός και το μαρτύριον.
Όταν η Εκκλησία μας διώκεται τότε και δοξάζεται. Όταν η Ορθοδοξία μας σταυρώνεται τότε και θριαμβεύει. Και όταν η καρδιά του καθενός από μας που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή μέσα στον Ιερόν Ναόν, πληγώνεται και αιμορραγεί, αφενός μεν από την κακία του διαβόλου, και αφετέρου από τα ίδια μας τα δικά μας πάθη, και κατορθώνει και ορθοποδεί και θεραπεύεται με τη μετάνοια και το Αίμα του Σωτήρος Χριστού, τότε και αυτή συνδοξάζεται, συνεκλαμπρύνεται, συνανασταίνεται, και λαμπροφορεί μαζί με την Εκκλησία του Χριστού.

Χριστιανοί μου,
Για να μας εκλέξει και μας ο Θεός, διακόνους και κληρονόμους της Βασιλείας των Ουρανών, της δικής Του Βασιλείας, για να μας κάνει ξανά παιδιά Του, ίνα απολάβομεν την Υιοθεσίαν, απαιτείται αληθινή μετάνοια, ζωντανή πίστις, ένθεος ζήλος, αγάπη ενεργουμένη, φόβος Θεού, ταπεινόν φρόνημα, ασκητικόν πνεύμα, πνευματικοί αγώνες, συμμετοχή στα σωστικά μυστήρια, συνεχής αδιάλειπτη προσευχή και πάνω απ’ όλα το έλεος του Αγίου Θεού.

Πάντα ταύτα τα εύχομαι εις όλους σας, αλλά και σεις όμως με τη σειρά σας,
να τα εύχεστε σε μας που είμεθα διάκονοι, ιερείς, και επίσκοποι Χριστού,
Αμήν

Παρασκευή 9 Απριλίου 2004

Οι τρείς λόγοι γιά τούς οποίους είπεν ο Κύριος, Πάτερ άφες αυτοίς καί η δική μας κραυγή στούς λόγους τού Κυρίου Θεέ μου,Θεέ μου,ίνα τί μέ εγκατέλειπες



Μεγάλη Παρασκευή 2004

«Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν».
Ουράνιε Πατέρα συγχώρεσέ τους γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν. Αυτές τις ημέρες κάθε χρόνο, επί είκοσι τρία τώρα τόσα χρόνια που κηρύσσεται ο λόγος του Θεού, πάντοτε είναι διστακτικός και πολύ προβληματικός διότι τα πάντα, καλύπτονται τα πάντα από την εκκλησιαστική υμνολογία της Εκκλησίας μας, και δεν μένει κανένα κενό που να μπορούμε να το συμπληρώσουμε εμείς.
Αλλ’ όμως χριστιανοί μου, πρέπει ορισμένα πράγματα να υπενθυμίζονται, πρώτα στον κηρύσσοντα και ύστερα εις όσους έρχονται να παρακολουθήσουν και να συμμετάσχουν με την ψυχή και με την καρδιά τους, με το νου και με τις αισθήσεις τους, στην Αποκαθήλωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Αυτή η κραυγή χριστιανοί μου άραγε να είναι μόνον λόγια απείρου ευσπλαχνίας και αγάπης, ή μήπως κρύβουν και κάτι άλλο.
«Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν».
Πρώτα πρώτα πολλές φορές βλέπομε μέσα στα Ευαγγέλια, ο Χριστός μας, ο Κύριός μας, ο Σωτήρας μας, να αποκαλεί τον Θεόν Πατέρα. Έτσι και πάνω στον Γολγοθά, καρφωμένος στον Σταυρό, παρακαλεί τον Θεόν Πατέρα να συγχωρέσει τους σταυρωτάς Του. Τους σταυρωτάς του Υιού του ανθρώπου. Ενώ εξυπακούεται πως ήδη αυτός είχε συγχωρήσει τους φονιάδες Του.
Το «άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» σημαίνει ότι συνηγορεί και υπερασπίζεται τρόπον τινά τους διώκτας Του και εγκληματίες, τους άρχοντας και τον αχάριστον λαόν. Έτσι ο Θεάνθρωπος Κύριος γίνεται ο ανυπέρβλητος μεσίτης μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων. Δεν αφήνει τον Πατέρα να τιμωρήσει παραδειγματικά τους άρχοντες, τους Αρχιερείς, τους Γραμματείς, τους Φαρισαίους, τους πρεσβυτέρους, καθώς και τους Ρωμαίους, τους στρατιώτας Ρωμαίους, ακόμα και τον Πιλάτο και τον αχάριστο λαό, γιατί πολλοί από αυτούς θα επέστρεφαν και θα ομολογούσαν την πίστη τους και θα μαρτυρούσαν στο όνομά Του, όπως συνέβη με τον Πρωτομάρτυρα και αρχιδιάκονο Στέφανο, τον Ελληνιστή εξ Ιουδαίων, τον Απόστολο Παύλο, τον εκατόνταρχο Λογγίνο, και τόσους άλλους επωνύμους και ανωνύμους για να μην τους αναφέρομε.
Και κάτι άλλο. Όταν απευθύνετο στον Πατέρα, δεν το έκαμε γιατί αγνοούσε ο Πατέρας τι ήθελε ο Υιός και Λόγος, ούτε γιατί ο Υιός αμφέβαλε για το τι ήθελε ο Ουράνιος Πατέρας Θεός. Αφού μία είναι η θεότης του Πατρός και του Υιού, του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά ήθελε να αποκαλύψει και να φανερώσει τον Πατέρα Του πρώτα πρώτα στους άρχοντες και στον λαόν, και κατόπιν σε ολόκληρον τον κόσμον. Το έκαμε πολλές φορές. Φάνηκε αυτό στην προσευχή που έκαμε στον κήπο της Γεθσημανή. Αλλά λίγο πριν όμως στην λεγομένη Αρχιερατική Του προσευχή, αλλά και σ’ άλλες ευκαιρίες. Και ήθελε να αποκαλύψει, να αποκαλύψει ο Υιός τον Πατέρα, δηλαδή την Τριαδικότητα του Αγίου Θεού, και μάλιστα ότι Αυτός με τον Πατέρα έχουν την ίδια φύση και την ίδια ουσία. Μάλιστα. Και πάνω στο Σταυρό ο Χριστός είναι «ομοούσιος τω Πατρί», «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού». Όπως και στην Μεταμόρφωση, ακούσθηκε η φωνή του Πατρός που μαρτυρεί και φανερώνει πρώτα στους μαθητάς και ύστερα στους ανθρώπους τον Υιόν του λέγοντας «ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα», επαναλαμβάνω, «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, ούτος εστί Υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε», ελέχθη και στο Βάπτισμα, έτσι λοιπόν και τώρα, ο Υιός πάνω από το Σταυρό, αποκαλύπτει και φανερώνει τον Πατέρα Του.
Ώστε λοιπόν τους λόγους αυτούς «Πάτερ άφες αυτοίς» του Εσταυρωμένου Κυρίου μας Ιησού Χριστού, βλέπουμε θεολογικώς τρία πράγματα :
- Πρώτον, την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού Πατρός
- Δεύτερον, ότι ο Κύριος γίνεται ο μοναδικός συνήγορος και υπερασπιστής και μεσίτης όλων των ανθρώπων και
- Τρίτον, την φανέρωση του Πατρός από τον Υιό, ως έχοντες την ίδια φύση και ουσία.

Και τώρα μία δεύτερη κραυγή για να τελειώσουμε. Θα θέλαμε να τις πούμε και τις επτά αυτές φωνές που είπε ο Κύριος και να τις αναλύσουμε μία μία που είπε πάνω από το Σταυρό, αλλά θα σταθούμε μόνο σε δύο.
Η δεύτερη είναι το «Ηλί, Ηλί λαμά σαβαχθανί» τουτέστιν «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;». Η κραυγή αυτή του Θεανθρώπου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις θεολογικές. Οι περισσότερες από αυτές κατέληξαν σε ακρότητες και σε θέσεις όχι Ορθόδοξες, δηλαδή αιρετικές. Έτσι λοιπόν οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους πλανεμένους, ισχυρίζονται ότι για λίγα δευτερόλεπτα η Θεία φύσις εγκατέλειψε την ανθρώπινη. Λένε δηλαδή ότι ο Θεός Πατέρας εγκατέλειψε έστω και για λίγο τον Ιησού Χριστό, τον Υιόν Του, για να αισθανθεί δήθεν ο Κύριος τη φρίκη, την οδύνη και τον πόνον αυτής της εγκαταλείψεως. Και δω είναι το λάθος, είναι η πλάνη, είναι η αίρεσις.
«Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειψες»; Ο Θεός είναι απαθής και ο άνθρωπος υποφέρει. Η Ορθόδοξος θέσις είναι ότι στους λόγους αυτούς, εκπληρώνεται η προφητεία του εικοστού πρώτου ψαλμού, στίχος δεύτερος που λέγει «ο Θεός, ο Θεός μου πρόσχες μοι, ίνα τι εγκατέλειπές με;» Ο εικοστός πρώτος ψαλμός είναι Μεσσιακός και ο στίχος Χριστολογικός και προφητικός. Μας αποκαλύπτει την οδύνη του Χριστού πάνω στο Σταυρό. Ο Χριστός δεν έβγαλε αυτή την κραυγή μηχανικά, αλλά με την επανάληψη εκπληρώνει την προφητεία. Στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, προηγούνται οι Θεϊκές οράσεις των προφητών και ακολουθούν τα έργα. Οι πράξεις και τα λόγια του Κυρίου που επαληθεύουν και σφραγίζουν τις προφητείες. Έτσι ουδέποτε εγκατέλειψε ο Θεός Πατέρας τον Υιόν και Θεάνθρωπον Κύριον. Ούτε και μπορούσε. Διότι πως ήτο δυνατόν να εγκαταλείψει η μία φύσις την άλλην, αφού ο Υιός με τον Πατέρα είναι ένα και το αυτό Πράγμα, είναι μία φύσις, είναι μία ουσία, είναι μία θέλησις, έχουν μία θέληση, έχουν μία ενέργεια; Ούτε και πάλι η Θεία φύσις μπορούσε να εγκαταλείψει ποτέ την ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπον βέβαια του Ιησού Χριστού, διότι Θεία και ανθρωπίνη φύσις ήσαν ενωμένες, μια για πάντα και εις τους αιώνας, στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, ατρέπτως και αναλλοιώτως και αχωρίστως και αδιαιρέτως στους αιώνες των αιώνων, σύμφωνα με τους όρους της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου εν Χαλκηδόνι.
Αυτό σημαίνει ότι δεν χωρίστηκαν, ούτε χωρίζονται, ούτε διαιρούνται, ούτε και θα χωριστούν ποτέ η μία φύσις από την άλλη. Ενωμένη η μία φύσις, αδιαίρετα, άτρεπτα, αναλλοίωτα εις τους αιώνας, έτσι ανελήφθηκε ο Χριστός εις τους ουρανούς, μαζί με την ανθρώπινη φύση, την οποίαν Εκείνος θέωσε και δόξασε τώρα εις τα δεξιά του Θεού και Πατρός.
Αλλά η κραυγή του Χριστού προς τον Θεόν Πατερα, ήταν και δική μας κραυγή, όπως μας λέγει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Η κραυγή της αμαρτωλής ανθρωπότητος, την αμαρτία της οποίας πλήρωνε ο Χριστός με το Αίμα Του και με τη Θυσία Του πάνω στο Σταυρό. Και ο Άγιος Κύριλλος συνεχίζει λέγοντας ότι «η κένωσις του Θεού Λόγου με την ενανθρώπησή Του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, έφθασε στο υψηλότερο σημείο που ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί ποτέ να συλλάβει». Και το υψηλότερο σημείο είναι η Σταυρική Του Θυσία. Άδειασε τους ουρανούς. Έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, γεννήθηκε από την Παρθένον Μαρία, «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», μεγάλωσε ως άνθρωπος χωρίς να πάψει να είναι Θεός, έπαθε ως άνθρωπος χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός. Γι’ αυτό και η κραυγή λέγεται τελεία εγκατάλειψις και εκφράζεται μ’ αυτή την κραυγή.
Επαναλαμβάνω για να τονίσω βεβαιωτικά ότι η κραυγή αυτή του Χριστού, προς τον Θεόν Πατέρα εκφράζει την δική μας αγωνιώδη κραυγή, διότι με την αμαρτία χάσαμε την κοινωνία μας με τον Θεόν. Αυτήν την κοινωνίαν την αποκτάμε μόνον με την Θεία Κοινωνία. Αφού βέβαια προηγηθεί το Άγιον Βάπτισμα, το Άγιον Χρίσμα, μέσω της πίστεως στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, στην Τριαδικότητα του Θεού, στην ίδρυση της Εκκλησίας, στα Πανάγια Μυστήρια, στην Ιερά Παράδοση, στους Αγίους και σε τόσα άλλα που διδάσκει η Αγία μας Εκκλησία, και όλα αυτά μέσα στη Θεία Κοινωνία.
Έτσι μέσα σ’ αυτήν την Θεία Κοινωνία συσσωματούμεθα μαζί Του και καθιστάμεθα σύναιμοι και κοινωνοί Θείας Φύσεως. Αυτό σημαίνει και δηλώνει και την δική μας συμμετοχή στην Σταυρική Θυσία του Θεανθρώπου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, - άρα η κραυγή Του «Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειψες» είναι η δική μας κραυγή. Η κραυγή που σώζει.
Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε.

Και θα κλείσουμε με το πρώτο μέρος για να τονίσομε ότι παρόλα, όπως είπε η προφητεία προηγουμένως, «ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη» από την κτηνώδη κακία μας, Εκείνος πάνω από το Σταυρό μας αφήνει γλυκειά Διαθήκη.
Και ξέρετε ποια είναι η γλυκύτατη αυτή Διαθήκη;
Ακούστε την: «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

Τετάρτη 7 Απριλίου 2004

Η Θεία Κοινωνία του Ιούδα και η δική μας σωστή προετοιμασία



Μεγάλη Τετάρτη βράδυ 2004

Αδελφοί μου, «να με μιμείσθε λέγει ο Κύριος».
Ο πρώτος να είναι έσχατος και ο Δεσπότης να είναι ο διακονών. Δηλαδή να Τον μιμηθούμε όσο είναι δυνατόν περισσότερο στην ταπείνωση. Τα κηρύγματα νομίζω ότι δεν χρειάζονται, διότι όλη η Εκκλησιαστική υμνολογία είναι ένα κήρυγμα πολύ δυνατό, που αν κανένας το προσέχει λέξη προς λέξη και ειδικότερα αυτοί που έχουν και δίπλα λίγο τη μετάφραση, συγκλονίζονται από όλα όσα μας διδάσκει η Εκκλησιαστική μας υμνολογία, σήμερα βέβαια, για την προδοσία του Ιούδα.
Σε κάποιο σημείο ο κανόνας, αν δεν απατώμαι στον τελευταίο ειρμό, μας μιλάει για μια «ξενία δεσποτική και αθανάτου τραπέζης εν υπερώω τόπω». Αλήθεια αυτή η «δεσποτική ξενία» ποια μπορεί να είναι;

Τέσσερα πράγματα μας τόνισε σήμερα η Εκκλησία μας ότι γιορτάζουμε σήμερα και μέχρι αύριο το μεσημέρι.
- Τον ιερό νιπτήρα,
- Τον Μυστικό Δείπνο,
- Την υπερφυά προσευχή, την οποία θα ακούσουμε ως πρώτο Ευαγγέλιο αύριο βράδυ και
- Την προδοσία.
Άρα λοιπόν «δεσποτική ξενία» είναι ο Μυστικός Δείπνος. Και όπως λέει το κοντάκιον, η «παράδοσις των καθ’ ημάς φρικτών μυστηρίων».

Ο Μυστικός Δείπνος είναι η πιο μεγάλη φιλοξενία, για τον άνθρωπο πάνω στη γη. Φιλοξενία μεγάλης τιμής.
Ποιος μας καλεί να μας φιλοξενήσει και να μας παραθέσει δείπνον μέγα; Ποιος άλλος, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων, ο Κύριος των κυριευόντων, ο Δεσπότης Χριστός, που με το στόμα των ιερέων, μας καλεί όλους, «λάβετε, φάγετε, πίετε εξ αυτού πάντες, μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Ποιους καλεί ο παμβασιλεύς Χριστός εις το δείπνον αυτό το μέγα; Καλεί εσένα, καλεί και σένα, καλεί και μένα, καλεί τον άλλον, αυτόν που είναι απέξω, μας καλεί όλους, όλους μας καλεί. Εμάς τους αμαρτωλούς και αχρείους δούλους. Διότι τέτοιοι είμεθα. Παρά ταύτα όμως εκείνος μας καλεί στο βασιλικό δείπνον.

Στην πραγματικότητα δεν είμαστε τίποτα, απλώς φανταζόμαστε ότι είμαστε κάτι, διότι βλέπομε τον εαυτόν μας στον καθρέφτη σαν φάντασμα. Ε, λοιπόν είμεθα αμαρτωλοί, βρώμικοι και τρισάθλιοι, παραταύτα όμως ο Κύριος όπως είπαμε και χτες, καταδέχεται να μας φυτέψει μέσα Του για να μπορέσουμε να αποδώσουμε καρπούς. Και βότρυν όπως λέγει, να φέρομε καρπόν δηλαδή, ποιόν καρπόν; Τον οίνον της αμπέλου, διότι Αυτός είναι η άμπελος και μείς είμεθα τα κλήματα.
Όσοι από μας δεν έχουν ψευδαισθήσεις για τον εαυτόν τους, τρέμουν μπροστά σ’ αυτήν την τιμή την οποία μας κάνει ο Κύριος. Και σε ποιο τραπέζι μας καλεί; Στα τραπέζι της Θείας Λατρείας. Σ’ αυτό το μεγάλο και μυστικό βασιλικό δείπνο προσφέρει ο Κύριος το Πανάγιον Σώμα Του και το Τίμιον Αίμα Του. Μας το βεβαιώνει και ο ίδιος. «Η σάρξ μου αληθώς εστί βρώσις και το Αίμα μου εστί αληθώς πόσις. Ο τρώγων μου την Σάρκα και πίνων μου το Αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ».
Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, προσφέρεται εις βρώσιν και εις πόσιν τοις πιστοίς. Είναι ο προσφέρων και ο προσφερόμενος. Ο θυσιάζων και ο θυσιαζόμενος. Είναι ο «πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος», όπως λέγομε κατά την κλάσιν του Τιμίου Σώματός Του στο «Πρόσχωμεν. Τα άγια τοις αγίοις».
Στο Μυστικό εκείνο Δείπνο, το βράδυ της μεγάλης Πέμπτης, μας το τόνισε ιδιαίτερα η υμνολογία σήμερα, ήσαν καλεσμένοι αποκλειστικά και μόνον οι Δώδεκα Μαθηταί. Και κοινώνησαν όλοι από τα χέρια Του, εάν παρακολουθήσατε το ιερό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και τους λόγους της υμνολογίας, θα το διαπιστώσατε. Κοινώνησαν όλοι απ’ τα χέρια Του.

Ένας όμως δεν έπρεπε να κοινωνήσει, δεν ήταν καθαρός. Το έβλεπε και το είδε ο Κύριος ως καρδιογνώστης, γι’ αυτό και είπε «Υμείς καθαροί εστέ, αλλ’ ουχί πάντες». «Ήδη (ήξερε) γαρ τον παραδιδούντα αυτόν, δια τούτο είπεν ουχί πάντες». Ήξερε Αυτός ως καρδιογνώστης ότι εκτός ενός, οι υπόλοιποι ήσαν καθαροί.
Ακάθαρτος λοιπόν ήταν ο Ιούδας ο Ισκαριώτης. Πολλές οι αμαρτίες του. Η φιλαργυρία του, η κλεψιά – «και κλέπτης ην», λέει – ο φθόνος, η κακία, η δολιότης, η σκληροκαρδία, η προδοσία και τόσα άλλα.
Σ’ αυτές τις αμαρτίες προσετέθηκε ακόμα μία. Το ότι κοινώνησε αναξίως το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Αφού ήταν ανάξιος και ακάθαρτος, γιατί προσήλθε σ’ αυτό το δείπνο ο Ιούδας; Τι ήθελε να δείξει, ότι δήθεν ήτο καθαρός; Μα αυτό είναι υποκρισία! Θα μπορούσα να πω είναι ασυνειδησία, μέσα στα τόσα φοβερά που προσδίδει η Εκκλησία μας επίθετα στον Ιούδα, του προσέδωσε και αυτό. Σε ένα τροπάριο αν προσέξατε τον αποκαλεί ασυνείδητο. Να πως το λέγει ο υμνογράφος. «Εδέξαντο το λυτήριον της αμαρτίας Σώμα, ο ασυνείδητος, και το Αίμα το χεόμενον υπερ της του κόσμου το θείον», δηλαδή, «ο ασυνείδητος Ιούδας ελάμβανε στην δεξιά του χείρα το Σώμα του Κυρίου, δια του οποίου δίδεται, παρέχεται, η άφεσις των αμαρτιών, και το Θείον Αίμα που χύνεται για τη σωτηρία του κόσμου.»

Και τίθεται ένα ερώτημα. Είναι ασυνείδητος μόνον ο Ιούδας; Αλλά όχι. Αλλά και κάθε χριστιανός που είναι ανέτοιμος όταν προσέρχεται στη Θεία Κοινωνία. Τέτοιες μέρες σαν κι αυτές χαίρεται ο Θεός, χαίρεται ο Ουρανός, χαίρονται οι άγγελοι, χαίρονται οι άγιοι, χαίρεται η θριαμβεύουσα Εκκλησία, χαίρονται οι πάντες, διότι οι πιστοί αγωνιζόμενοι χριστιανοί προσέρχονται να κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων, «ψυχαίς καθαραίς και αρίπωταις χείλεσι», όπως τονίζει. Τα χείλη μας είναι καθαρά, όπως δε και οι ψυχές μας, γι’ αυτό και τρέχομε να κοινωνήσομε του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού. Αλλά δυστυχώς όμως δεν είμαστε όλοι έτοιμοι.
Υπάρχει δε και ένα πολύ μεγάλο κακό το οποίον συνήθως το ακούμε, βιάζουν οι σύζυγοι τους άντρες των, ή και το αντίστροφο καμιά φορά, βιάζουν ακόμα δε και τα παιδιά μας τα μεγάλα, έτσι απροετοίμαστα όπως είναι, να πάνε να κοινωνήσουν «για το καλό του χρόνου». Και μάλιστα λέει και το βράδυ το Πάσχα, επειδή διαβάζεται ο Κατηχητικός Λόγος, λένε ότι αυτό είναι η συγχωρητική ευχή, δεν είναι, λόγος είναι, ένας λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που μας δηλώνει για τον θρίαμβον της Αναστάσεως. Εκείνο που γίνεται μεγάλη παρεξήγησις γιατί δεν μπορούμε να τα πούμε τότε, στο «νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες», αφορά εκείνους που δεν μπορούν να νηστεύσουν για λόγους υγείας, όχι για κείνους οι οποίοι συνειδητά δεν νηστεύουν, αν και έχουν τις δυνάμεις τις σωματικές, δε μιλάει γι’ αυτούς ο Χρυσόστομος, μιλάει για κείνους που είναι άρρωστοι, που είναι ασθενείς, που είναι ανήμποροι, που είναι στο κρεβάτι, ή αν είναι όρθιοι, έχουν χίλια δυο βάσανα στο σώμα τους και οι καϋμένοι δεν μπορούν να νηστεύψουν, και όταν τρώνε, τους τρώει και μέσα τους τα σωθικά, κάθε φορά που κάνουν μια μικρή κατάλυση ή μεγάλη. Γι’ αυτούς μιλάει ο Χρυσόστομος… Λοιπόν αμαρτάνουν όλοι όσοι πιέζουν τους ανθρώπους, αυτούς τους οικείους δηλαδή, να νηστεύουν (κοινωνήσουν).

Και βέβαια ήθελα, για να τελειώνουμε κιόλας, μη σας κουράζω, θέλω να κάνω μια ερώτηση. Τι ωφέλησε τον Ιούδα που κοινώνησε και από τα ίδια τα χέρια του Κυρίου. Εμείς κοινωνάμε μόνοι μας ως ιερείς. Εσείς κοινωνάτε απ’ τα χέρια των ιερέων. Ανάξιοι, άξιοι, άγιοι, μη άγιοι, αμαρτωλοί, ξαμαρτωλοί, κοινωνάτε. Αμ’ αυτός που κοινώνησε όμως απ’ τα χέρια του Κυρίου, τι τον ωφέλησε η Θεία Κοινωνία; Αφού μετά τη Θεία Κοινωνία πήγε και πρόδωσε !... Αμαρτωλός ήταν, αμαρτωλός παρέμεινε. Βρώμικος ήταν, βρώμικος παρέμεινε. Φιλάργυρος ήταν, φιλάργυρος παρέμεινε. Ελεεινός ήταν, ελεεινός παρέμεινε. Τι τον ωφέλησε; Ξέρετε και ποιο ήταν το αποτέλεσμα. Πήγε ύστερα και κρεμάστηκε. Αυτοκτόνησε. Και όχι μόνον αυτοκτόνησε αλλά ούτε το δένδρο τον δέχτηκε. Έσπασε το κλαδί, όπως διηγείται ο Αποστολος Πέτρος, έπεσε κάτω, σχίστηκε η κοιλιά του, άνοιξαν τα σπλάχνα του και βγήκαν προς τα έξω. Ούτε η γη δεν τον δέχτηκε. Τι τον ωφέλησε η Θεία Κοινωνία όταν αφού δεν ήταν έτοιμος, δεν είχε μετάνοια… Καταδέχτηκε μάλιστα να του πλένει και τα πόδια ο Κύριος, και δεν διαμαρτυρήθηκε.
Και όταν του έδωσε το τρυβλίον, του έδωσε τον άρτο βουτηγμένο μέσα στο κρασί και του είπε ότι αυτός που θα το φάγει αυτό, αυτός θα με προδώσει, ούτε εκείνη τη στιγμή δε συνήλθε, έτσι τις περισσότερες φορές δε συνερχόμεθα και μείς.
Περνάνε τα δραματικά γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος, έρχεται το Πάσχα, κροτούν τα βεγγαλικά, υπάρχουν και οι λάμψεις εις τον ουρανό με τις φωτοβολίδες, χαιρόμεθα, ψήνουμε το αρνί την άλλη μέρα, και ύστερα από λίγες μέρες τα ξεχνάμε όλα. Τα ξεχνάμε όλα.

Αν δεν είμαστε έτοιμοι, αν δεν είμαστε έτοιμοι, δεν το λέω για μας, το λέω για τους χιλιάδες των ανθρώπων και τα εκατομμύρια των Ελλήνων, που είναι σήμερα έξω από τις εκκλησίες, που θάπρεπε να ήταν όχι μόνο γεμάτες, να μη μας χωρούσαν ούτε οι πλατείες των εκκλησιών ούτε οι δρόμοι, ούτε και τα παραδρομάκια και τα σοκάκια. Γεμάτες οι εκκλησίες, μεγάφωνα παντού να υπήρχαν, για να συμμετείχαν ως χριστιανοί συνειδητά στο Θείο αυτό δράμα, μήπως μέσα από αυτό το δράμα, ζούσε ο καθένας μας το προσωπικό του δράμα, της αμαρτίας, των αδυναμιών του και των παθών του, και φώναζε, και αν δεν υπάρχει πνευματικός μπορεί να φωνάξει, «Θεέ μου ελέησέ με τον αμαρτωλόν, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου, και φωνάζω ως άλλος ο ληστής, Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου.» Και κακούργοι νάμαστε, αν έχομε μετάνοια θα σωθούμε. Και χωρίς πνευματικό. Θα σωθούμε. Αρκεί να το φωνάξουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, συνειδητά, ως αμαρτωλοί, ότι ζητούμε το έλεος του Αγίου Θεού, και ο Θεός θα μας δώσει την ευκαιρία, πέρα από τα δάκρυα που θα χύσουμε εκείνη τη στιγμή και τον στεναγμό που θα βγάλουμε απ’ τα στήθη μας, και τη γροθιά που θα τη χτυπήσουμε πάνω εδώ, θα μας δώσει την ευκαιρία, όπως την έδωσε σε χιλιάδες ανθρώπους, και ενθυμούμε έναν, πού όταν ήτανε βαριά πληγωμένος, φώναξε μια νοσοκόμα και της είπε «κάτσε εδώ δίπλα μου», «θέλω να εξομολογηθώ», «μα δεν είμαι ιερεύς», «θα τα μεταφέρεις στον πρώτο πνευματικό που θα βρείς αυτά που θα σου εξομολογηθώ» και εξομολογήθηκε στη νοσοκόμα, και πήγε στην Βασιλεία των Ουρανών, και κείνη τα είπε κατόπιν στον πνευματικό και επίσκοπο, και διάβασε συγχωρητική ευχή, και είδε την ψυχή ανάμεσα στους αγγέλους και στους Αγίους.

Καμία δικαιολογία δεν υπάρχει για κανέναν από μας, όταν θέλει να μετανοήσει για να βρεθεί στην Βασιλεία των Ουρανών.

Αδελφοί μου τέτοια μετάνοια ζητεί απ’ όλους μας ο Θεός,
Αμήν.