Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2003

Η σπορά του λόγου του Θεού και πνευματική καρποφορία της



Κυρ. Δ' Λουκά 2003

«Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Σήμερα χριστιανοί μου, η παραβολή του σπορέως. Και οι τρείς Ευαγγελισταί και ο Ματθαίος και ο Μάρκος και ο Λουκάς αναφέρουν αυτήν την παραβολή. Και όπως ακούσαμε σήμερα ο Ευαγγελιστής Λουκάς τελειώνει το Ευαγγελικό του Ανάγνωσμα με τις φράσεις «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Πολλές διδασκαλίες του Κυρίου τελειώνουν με τις σαφείς αυτές προειδοποιητικές λέξεις. Όταν ο Κύριος ομιλούσε στα πλήθη για το μεγαλείον και την αποστολή Ιωάννου του Προδρόμου, και την μαρτυρία την οποίαν έδωσε για τον Μεσσία, τελειώνοντας αυτούς τους λόγους, τους τελείωσε με το «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Αλλά και στην καταπληκτική Του διδασκαλία για την φοβερά Του Κρίση και για την δικαία τιμωρία των αμετανοήτων αμαρτωλών, αλλά και για την άφταστη δόξα που θα απολαύσουν όσοι μετανοήσουν, τηρήσουν τον λόγον του Θεού και καλλιεργήσουν τις εντολές, για όλους δηλαδή τους σεσωσμένους και δικαίους χριστιανούς, πάλιν επανέλαβε και τελείωσε με την σπουδαιοτάτη αυτή προτροπή και φράση. «Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Και όταν όμως ομιλεί για το ποιό είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον άνθρωπον, εσωτερικά, τον καθαρόν ή τον ακάθαρτον, και πάλι καταλήγει ο Κύριος στη διδασκαλία Του μέσα στην Καινή Διαθήκη με τις φράσεις «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Την ίδια αυτή την προτροπή την βλέπομε και σε άλλα μέρη της Αγίας Γραφής.
Ποιο είναι το νόημα το καταλαβαίνετε. Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούσει.
Ο Κύριος ομιλούσε στους συγχρόνους Του Ιουδαίους με ένα πλούσιο περιεχόμενο από διδαχές οι οποίες οι πιο πολλές από αυτές ήσαν με την μορφήν των παραβολών. Τα πλήθη όχι μόνον άκουγαν τον λόγον του Θεού, αλλά ξεσηκώνονταν, ενθουσιάζονταν, και εβεβαίωναν και εμαρτυρούσαν ότι «ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο άνθρωπος». Και άλλοτε «εξεπλήσσοντο επι τη διδαχή Αυτού».

Ποιο είναι όμως, έχει κάτι το πιο βαθύ νόημα αυτή η σύστασις; Ποιο είναι αυτό το νόημα;
Οι Πατέρες μας λένε ότι βρίσκεται στο ότι οι ακροαταί του θείου λόγου δεν πρέπει να μένουν μόνον στις εξωτερικές εντυπώσεις που δημιουργεί το κήρυγμα ενός θείου λόγου, αλλά να αναπτύσσουν όταν ακούσουν αυτόν τον λόγον και φύγουν από την Εκκλησία και μείνουν μόνοι τους ή με τους ανθρώπους του σπιτιού των, τους οικείους των, να αναπτύξουν πνευματικά ενδιαφέροντα, να προσπαθήσουν να ερευνήσουν τι άκουσαν, και τι θέλει να πει μ’ αυτά που είπε ο θείος λόγος, τι ζητά από μας. Να μην είμαστε οι απρόσωπες και ανεύθυνες μάζες, αλλά είμεθα οι ολοκληρωμένες πνευματικές προσωπικότητες που μπορούμε αν θέλουμε να κατανοήσουμε και πιο βαθιά τον λόγον του Θεού, απ’ αυτόν που ακούγεται και φαίνεται. Να πιάσουμε το εσωτερικό νόημα και όχι μόνον να το πιστέψουμε, αλλά και να τον θέσομε σε εφαρμογή στη ζωή μας.
Και δυστυχώς σε εκείνο το οποίο χωλαίνουμε είναι ότι δεν έχουμε στη ζωή πράξη. Δεν έχουμε έργα. Νομίζομε ότι έχουμε αλλά δεν έχουμε. Αν είχαμε έργα, αν δηλαδή εφαρμόζαμε τα λόγια του Θεού, ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος, αλλά δεν είναι, και όχι μόνον είναι χειρότερος αλλά και απ’ το χειρότερο πάει ακόμα πιο χειρότερα.
Ο Θεός δεν θέλει να παραμένομε σε μία προσωρινή ικανοποίηση των λόγων Του, και προπαντός σε έναν ενθουσιασμό, αλλά να κρατάμε βαθιά μέσα στην καρδιά μας τους λόγους του Θεού, σαν τον πολυτιμότερο θησαυρό του κόσμου. Όσο βαθύτερα μπαίνει στη γη ο σπόρος του σιταριού, τόσο και ασφαλέστερα. Θα πιάσει ρίζα, θα φυτρώσει, θα μεγαλώσει, θα βλαστήσει, θα καρποφορήσει. Το ίδιο συμβαίνει και με τον λόγον του Θεού, είτε τον ακούμε στο κήρυγμα, είτε τον διαβάζουμε στην Αγία Γραφή, είτε τον διαβάζουμε στους λόγους των Πατέρων, είτε στους βίους των Αγίων. Πρέπει να μπει βαθιά μέσα στην καρδιά μας. Να προκαλέσει το ενδιαφέρον μας, να μας δημιουργήσει πνευματικές ανησυχίες, να μας δημιουργήσει προβληματισμούς, προβληματισμούς για τη σωτηρία της ψυχής μας, και δεν ανησυχούμε καθόλου για τη σωτηρία μας, καθόλου.
Να μη μένουμε λοιπόν στις πρώτες εντυπώσεις, και στους ενθουσιασμούς, και να λέμε «μπράβο, τι ωραία τα είπε σήμερα ο παπάς, άστα, μας σκλάβωσε κυριολεκτικώς. Γειά στο στόμα του, γειά στην μάνα που τον γέννησε, και τόσα άλλα που λέμε». Αμ δεν φτάνουν αυτά! Σημασία έχει αυτό που πήρες και αυτό που ενθουσιάστηκες, και απ’ αυτό που ενθουσιάστηκες, να το βάλεις μέσα σου και να το κάνεις αύριο έργο. Γιατί στον πρώτο μεγάλο πειρασμό που έρχεται, ή τα χάνουμε ή γογγύζουμε. Σήμερα λέμε «μπράβο στον παπά», και αύριο σκανδαλιζόμαστε απ’ αυτόν. Σήμερα τον βραβεύουμε και αύριο τον καταδικάζουμε, τον κατακρίνομε, τον κρεμάμε κυριολεκτικώς. Σήμερα είμεθα μαθηταί του, ακροαταί του λόγου του, και αύριο γινόμεθα προδότες. Σήμερα φωνάζουμε «Ωσαννά, ωσαννά», μπράβο, μπράβο δηλαδή, και αύριο «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν».
Σε τέτοιου είδους ψυχικές παλινδρομικές καταστάσεις, εύκολα ξεπέφτουμε. Γιατί; Διότι δεν έχουμε μέσα μας ρίζες πίστεως. Δεν έχουμε μέσα μας αγάπη, αγάπη αληθινή, αγάπη θεϊκή. Τίποτα δεν έχουμε. Και όμως είναι σαφής η αγιογραφική προειδοποίησις δια μέσου της Αποκαλύψεως που μας λέγει «ήτις έχει ους», όποιος έχει αυτί, «ακουσάτω ότι το Πνεύμα του Θεού λέγει», τι μας παραγγέλει δηλαδή το Άγιον Πνεύμα.
Νάχουμε ανοικτά τα αυτιά της ψυχής μας, για να μπορούμε να ακούμε. Πότε μας ομιλεί το Άγιον Πνεύμα;
Μας ομιλεί μέσα από το Άγιον Ευαγγέλιον.
Μέσα από ολόκληρη την Αγία Γραφή.
Μας ομιλεί μέσα από τους λόγους των Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Μας ομιλεί μέσα από τους βίους των Αγίων.
Μέσα από τα μαρτυρολόγια, τα γεροντικά και τους Συναξαριστάς και την πολλαπλή ποικιλία των σημερινών πνευματικών βιβλίων που κυκλοφορούν, Δόξα Σοι ο Θεός.
Μας ομιλεί και μας διδάσκει το Άγιον Πνεύμα μέσα από την Υμνολογία των Εσπερινών και των Όρθρων των μεγάλων εορτών.
Αλλά και απ’ την υμνολογία της Θείας ιδιαιτέρως Λατρείας και των άλλων μυστηρίων.
Μας ομιλεί, μας διδάσκει και μας καθοδηγεί το Άγιον Πνεύμα, ιδιαιτέρως και σωτηριωδώς μέσα στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Δεν ακούμε τι μας λέγει ο ιερεύς. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να δικαιωθούμε. Ακόμα και η νεκρώσιμη ακολουθία μας διδάσκει, αλλά φροντίζουμε στα μνημόσυνα και στις νεκρώσιμες ακολουθίες να είμαστε απ’ έξω απ’ τους ναούς.

Άραγε εμείς οι σημερινοί Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, έχουμε αυτιά για να ακούμε και για να καταλαβαίνουμε την υψηλή και σωτήρια διδασκαλία του Κυρίου μας; Και πόσοι στον αριθμό την ακούμε; Πέντε τα εκατό; Δέκα τα εκατό; Πολύ λέει, μεγάλος ο είναι ο αριθμός, άλλοι λένε πολύ πιο κάτω απ’ τα πέντε τοις εκατό είναι. Και από αυτούς πόσοι την εφαρμόζουμε; Πόσοι την κάνουμε οδηγό στη ζωή μας; Πόσοι;
Τα φαινόμενα είναι λυπηρά και τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς μας, της δήθεν χριστιανικής συμπεριφοράς μας είναι αξιοθρήνητα. Κλείσαμε τα αυτιά μας στο λόγο του Θεού και γυρίσαμε την πλάτη μας στο θεϊκό λυτρωτικό κάλεσμά Του.
Φταίμε και μείς οι ποιμένες, φταίμε και μείς. Φταίμε βεβαίως εμείς οι ιερείς, και πρώτος εγώ κι αλίμονό μου, το λέγω, δεν κάνω ταπεινολογία τώρα, αύριο πεθαίνω, και θα σταθώ μπροστά στο φοβερό κρίμα του Θεού, και τι θα του πω του Θεού; Ότι σας έλεγα ωραία λόγια; Και θα μου πει «πού ήταν η εφαρμογή τους;» Διότι διδάσκομε πρώτα με τη ζωή μας, και ύστερα με τα λόγια.
Φταίει όμως και η γη των καρδιών των χριστιανών. Και των δικών σας καρδιών, σύμφωνα με την σημερινή παραβολή. Διότι η γη που μας ανέφερε η παραβολή, είναι η ψυχή μας, είναι η καρδιά μας, που είναι σκληρή σαν πέτρα. Γι αυτό λέει δεν φυτρώνει τίποτα. Γι αυτό τον λόγον του Θεού τον παίρνει αμέσως ο διάβολος. Και αν κάποτε φυτρώσει κάτι, το πνίγουν αμέσως τα φοβερά αγκάθια των παθών. Και το πνίξιμο από τις μέριμνες και τις αγωνίες που έχουμε, για τα αγαθά της γης και τον πλούτο. Αλλά, και από την ολιγοπιστία που διαθέτουμε. Διότι είμαστε και ολιγόπιστοι.

Είθε να συνέλθουμε όλοι μας, και πρώτος εγώ, πριν να είναι αργά.
Και μπορούμε να συνέλθουμε δια της μετανοίας. Η αγκαλιά του Θεού είναι ανοικτή και μας περιμένει. Είθε να μας αξιώσει το Άγιον Πνεύμα, να μας φωτίσει, να μας δυναμώσει, να μας δώσει το απαιτούμενο κουράγιο, να ανοίξει τα μάτια της ψυχής μας και τα αυτιά της ψυχής μας, και έτσι φωτισμένοι και γεμάτοι από μετάνοια και πίστη, να πέσουμε στην ανοικτή αγκαλιά του Θεού Πατέρα, να του φωνάξουμε δυνατά, να του ομολογήσουμε με μετάνοια, «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, ποίησόν με ως ένα των μισθίων Σου, Πάτερ… ».
Ναι γι αυτό ακριβώς και γι αυτούς όλους τους λόγους, θα πρέπει μέρα νύχτα να επαναλαμβάνουμε τη φωνή του ληστού πάνω στο Σταυρό, - που αν αυτόν σαν ληστή και φονιά και κακούργο τον έσωσε, και τον έβαλε πρώτο στον Παράδεισο, ο ληστής και φονιάς άνοιξε την πόρτα πρώτος του Παραδείσου. Αυτός την άνοιξε. Διά της μετανοίας βέβαια, και της ομολογίας εν συνεχεία της θεότητος του Ιησού Χριστού και του μαρτυρίου που υπέστη για τρείς ώρες, και προπαντός και φρικτώς όταν του έσπασαν τα κόκαλα για να στραγγίξει όλο το αίμα και έτσι να πεθάνει, διότι μαρτύρησε ο ληστής πάνω στο Σταυρό. Η μετάνοια λοιπόν τον έσωσε, η δυνατή εκείνη κραυγή, την οποίαν συχνά επαναλαμβάνομε και μείς, στη Θεία Λειτουργία με τους μακαρισμούς,
«Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου».

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2003

Η πρακτική εφαρμογή των χρυσών κανόνων του Ευαγγελίου και ιδιαιτέρως της αγάπης



Κυρ. Β' Λουκά 2003

Χρυσός, χρυσό το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου. Και είναι χρυσό βέβαια για δύο λόγους. Πρώτο διότι περιέχει τον χρυσούν κανόνα της Εκκλησίας μας, τον οποίον ακούσαμε προηγουμένως στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», και δεύτερον διότι βλέπουμε την υπέρβαση της αγάπης με «το αγαπάτε τους εχθρούς υμών».
Όποιος εφαρμόζει από μας πιστά αυτές τις δύο μεγάλες Ευαγγελικές εντολές, αυτός έχει κερδίσει από τώρα τον Παράδεισο.
Χιλιάδες νόμοι υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Όπου και αν στραφούμε θα δούμε νόμους, νόμους και νόμους. Σε όλους τους λαούς της γης, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, δυστυχώς επικρατεί η ασυδοσία της αμαρτίας, η αναρχία, η αδικία, το ψέμα, το κακό, το μίσος, οι πόλεμοι, και μύρια τόσα άλλα κακά.
Αλλά η οικογένεια όμως, το πιο ευγενικό κύτταρο της κοινωνίας, και της σημερινής μας πολιτισμένης κοινωνίας δυστυχώς είναι υπό διάλυση. Τα δράματα τα οικογενειακά και τα συζυγικά καθημερινά πληθαίνουν και πολλαπλασιάζονται. Οι χριστιανοί μας, οι σημερινοί Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, είναι δυστυχώς μακριά από την Εκκλησία, μακριά από τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, μακριά από την πίστη προς τον Χριστό και τις Ευαγγελικές Του εντολές, μακριά και από τους δύο σημερινούς χρυσούς κανόνες.
Τι ζητάμε όλοι μας από τον κόσμο; Τι ζητάμε όλοι μας απ’ τους άλλους; Απ’ τον καθένα που είναι δίπλα μας; Ζητάμε να μας αγαπούν. Να μας προσέχουν. Να μας συγχωρούν. Να μας ανέχονται. Να δείχνουν κατανόηση. Να παραβλέπουν τα λάθη μας. Να συμπαραστέκονται στις διάφορες δυσκολίες της ζωής. Να μας βοηθούν στις ανάγκες μας. Να μας συντροφεύουν στη μοναξιά μας και άλλα πολλά.
Σήμερα όμως το Ευαγγέλιο μας έδωσε μια συμβουλή, ή μάλλον μια εντολή. Και μας είπε ότι όλα αυτά που ζητάμε εμείς από τους άλλους, να τα βάζουμε σε πράξη πρώτοι εμείς. Εμείς πρώτοι να αγαπούμε και εμείς πρώτοι να συγχωρούμε. Εμείς πρώτοι να ανεχόμεθα και μείς πρώτοι να παραβλέπουμε τα λάθη του πλησίον. Εμείς πρώτοι να συντρέχουμε στις δυσκολίες των συνανθρώπων μας και ιδιαιτέρως όμως συντρέχουμε σε κείνους οι οποίοι μας μισούν και είναι εχθροί μας.
Τι να σας πω; Έχουμε και έχουμε τα χάλια μας και πρώτος εγώ. Εγώ το αναγνωρίζω ότι έχω χάλια και ότι είμαι αμαρτωλός. Και αυτό γιατί δεν έχομε αγάπη, αγάπη αληθινή, αγάπη και πίστη προς τον Θεόν, εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας. Αυτό δεν τόχομε. Όπως δεν έχουμε και αγάπη προς τον πλησίον μέχρι αυτοθυσίας.
Να σας πω κάτι; Δεν ποθεί η ψυχή μας για την αγάπη του Θεού. Δε λαχταράμε για αγάπη Θεϊκή. Και για πίστη Θεϊκή. Και όμως ο Κύριος, ο Σωτήρ ημών είπε «όστις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω». Διότι «Εγώ είμαι το ύδωρ το ζόν».
Τι ευλογία θα ήτο για την ψυχή μας, αν διψούσαμε κάθε μέρα τον Χριστό και την Παναγία Μητέρα Του, και όλους τους Αγίους να τους αγαπούσαμε κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Όλο και πιο πολύ. Θάταν Ευλογία. Θάτανε ακριβή Θεία ευφροσύνη μέσα στην καρδιά μας και ευτυχία Θεϊκή, αν μπορούσαμε να είχαμε την αγάπη που έχουν οι Άγγελοι και οι Αρχάγγελοι για τον Θεόν. Τον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Γιατί τότε η ψυχή μας, η καρδιά μας, ο νους μας, οι αισθήσεις μας θα πλημμύριζαν από φως. Από φως Τριαδικό. Από φως παναΐδιο, άκτιστο και εράσμιο.
Ο Θεός βλέπει τις καθημερινές μας πτώσεις, και τις κακίες, βλέπει την υπερηφάνειά μας, βλέπει τον εγωισμό μας, βλέπει την αμαρτωλότητά μας. Και όμως εμείς, προσβλέποντας στο έλεος στο πανάγιό Του, πέφτουμε κάτω στα γόνατα και φωνάζουμε «ελέησέ μας Κύριε, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον» και το κραυγάσαμε προηγουμένως στη Θεία Λειτουργία ψαλτά. Γι’ αυτό θα μπορούσα να απευθυνθώ στο Κύριο και να Του πω χάρισέ με, σε μένα τον αμαρτωλό και τον ανάξιο λειτουργό Σου, αλλά και σε όλους όμως, αυτούς τους χριστιανούς που συμμετέχουν σήμερα στη Θεία Λειτουργία τόσο ενεργά, να μας δωρίσεις και να μας χαρίσεις την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Είμεθα αμαρτωλοί, μη μας εγκαταλείπεις. Είμεθα αμαρτωλοί, μη μας εγκαταλείπεις. Γι’ αυτό ήρθαμε και εδώ σήμερα όλοι, για να προσευχηθούμε. Και γεμίσαμε αυτόν τον ναό, όπως πιστεύω ότι γέμισαν και όλοι οι ναοί της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και πατρίδος. Για ποιό λόγο; Για να πάρουμε Άγιο Πνεύμα. Για να λάβουμε την Χάρη του. Για να αναπνεύσουμε το οξυγόνο του ουρανού. Για να εισπνεύσουμε βαθιά το άρωμα της θεϊκής Του αγάπης, για να τονωθούμε στην πίστη, για να μάθουμε έμπρακτα να αγαπάμε. Να αγαπάμε, τον Θεόν εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας, και τον πλησίον μας που μας παιδεύει και μας τυραννά κάθε μέρα σαν τον εαυτόν μας.
Σήμερα στη Θεία Λειτουργία ο Θεός μας έδωσε τα πάντα. Ακόμα και τον ίδιο τον Εαυτόν Του. Το Σώμα Του και το Αίμα Του. Είτε κοινωνήσαμε είτε δεν κοινωνήσαμε «ελάβαμε Πνεύμα επουράνιον». «Ελάβαμε Πνεύμα επουράνιον». Και σειρά μας τώρα, να δώσουμε απ’ αυτό που πήραμε στο διπλανό μας, στον άντρα μας, στη γυναίκα μας, στο σύζυγό μας, στα παιδιά μας, στους γονείς μας, στο διπλανό μας. Ό,τι πήραμε αυτό να δώσουμε. Και να δώσουμε αγάπη, αφού αγάπη πήραμε, αφού πήραμε την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Να δώσουμε την υπομονή, την ζωντανή την πίστη, το πνεύμα της αληθινής μετάνοιας που πρέπει να φαίνεται στο πρόσωπό μας, το ταπεινό πνεύμα, την καλοσύνη και τόσα άλλα. Και να ο Παράδεισος. Που τον ψάχνετε τον Παράδεισο. Που ψάχνετε την Βασιλεία των Ουρανών. Η Βασιλεία του Θεού, εντός ημών εστί.
Αν όμως δεν μπορούμε να δώσουμε, σημαίνει ότι δεν πήραμε. Και αν μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχουμε πάρει κάτι από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, Τον παρακαλούμε και αυτήν την στιγμή, τον Πανάγιον Θεόν, να μας δώσει απ’ αυτή τη στιγμή το πνεύμα της Θείας Του αγάπης, το πνεύμα της πίστεως, το πνεύμα της συντριβής για να μην την χάσουμε αυτή τη Χάρη και αρχίσουμε και θρηνούμε και χτυπιόμαστε και κλαίμε, όπως θρηνούσε ο Πρωτόπλαστος Αδάμ για τον χαμένο πλέον Παράδεισό του.
Τι ωραίο πράγμα θα ήταν, να μπορούσαμε όλοι μας να αγαπάμε τον Θεόν, όπως εκείνος το θέλει, το ορίζει, το ζητά. Γιατί τότε μέσα μας, πράγματι θα καταλάμβανε ολόκληρο το ψυχοσωματικό μας είναι, θα το καταλάμβανε, θα το πλημμύριζε, ολόκληρο θα μας έλουζε η θεϊκή αγάπη. Και άμα αυτό θα γινόταν μέσα μας αίσθησις, τότε θα νοιώθαμε μέσα μας, να σιγοκαίει και μια φλόγα. Και η φλόγα αυτή σιγά σιγά θα γινόταν φωτιά, φωτιά πνευματική έτοιμη να δώσει φως, φως πίστεως, φως πίστεως, φως αγάπης.
Όλοι μας ζητάμε κατανόηση από τον άλλον. Και πρώτος εγώ. Τη δίνουμε όμως; Τη δείχνω εγώ; Την έχω αυτή την κατανόηση από το βάθος της καρδιάς μου προς τον άλλον; Αν δεν την έχω αυτό φανερώνει ότι μέσα μου βασιλεύει το σκοτάδι του εγωισμού και της σκληροκαρδίας, το σκοτάδι της αμαρτίας και όχι το φως το αληθινό, το φως του Χριστού που φαίνει πάσι και μας δείχνει εκτός των άλλων και τον δρόμον της αλληλοκατανοήσεως.
Κατανοούμε τον πόνον του άλλου και την δυστυχία του άλλου, τόσο όσο έχουμε περάσει και μείς από την ίδια δυστυχία, από το ίδιο βάσανο, από τον ίδιο πόνο. Και επιπλέον αν έχουμε αγάπη αληθινή του Θεού μέσα μας. Μόνον έτσι μοιάζουμε με τον Θεό που μας είπε σήμερα «γίνεσθε ουν οικτίρμονες καθώς ο Πατήρ ημών ο ουράνιος ο Θεός οικτίρμων εστί και αγάπη εστί».
Ο Θεός που μας αγαπά, μας έδωσε, μας τα έδωσε όλα, ακόμα και το Μονογενή Του Υιό που εγένετο άνθρωπος στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού και «εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού». Αυτό σημαίνει ότι και η δική μας αγάπη προς τον πλησίον μας και προς τον Θεόν πρέπει να φθάνει μέχρι θυσίας. Άρα λοιπόν και μάλιστα αυτήν την αγάπη να τη δίνομε χωρίς να την απαιτούν και χωρίς να την ζητιανεύουν.
Παίρνω αγάπη απ’ τον Θεόν; Θα δώσω. Δεν παίρνω απ’ την πηγή της αγάπης αγάπη, δεν θα δώσω. Δεν έχω τίποτα να δώσω.
Τι είπε ο Πέτρος στον παράλυτο που ήταν μπροστά στη στοά του ναού του Σολομώντος που ζητιάνευε, και ανέβαιναν οι δύο Απόστολοι, ο Πέτρος και ο Ιωάννης, τι είπε ο Απόστολος Πέτρος στο ζητιάνο; «Λεφτά δεν έχω, δεν έχω οβολό να σου δώσω. Ό έχω τούτο σοι δίδωμι. Τι έχω; Την Χάρη του Χριστού έχω. Στο όνομα του Ιησού Χριστού έγειρε και περιπάτει». Έχεις, έχεις; Θα δώσεις! Δεν έχεις; Τι θα δώσεις; Δεν έχω; Τι να δώσω; Υποκρισία ευχαρίστως θα δώσω. Γελοιοποίηση του εαυτού μας θα δώσω….
Λοιπόν τρία πράγματα πρέπει να καλλιεργήσουμε. Την αγάπη προς τον πλησίον, ανεχόμενοι αλλήλων, την αγάπη προς τους εχθρούς, «αγαπάτε τους εχθρούς υμών», «καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς», «προσεύχεσθε υπέρ των επιρρεαζόντων υμίν», «ευλογείτε και μη καταράσθε», «εάν ο εχθρός σου πεινά ψώμιζε αυτόν και αν διψά πότιζε αυτόν», και την αγάπην προς τον Θεόν, το επανατονίζω εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας.
Και μη ξεχνάμε ότι ο Θεός άνοιξε τον Παράδεισο, για να μπει μέσα ένας ληστής, όταν εκείνος ομολόγησε και κραύγασε «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου». Αναγνώρισε την αμαρτωλότητά του. Και ζήτησε το έλεος του Αγίου Θεού. Και η απάντησις του Χριστού πάνω απ’ τον Σταυρόν, αληθώς σοι λέγω, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω».
Θα χαρίσει και σ’ όλους εμάς τους αμαρτωλούς αυτό που χάρισε στον ληστή. Τον ίδιο Παράδεισο. Αρκεί βέβαια να μετανοήσουμε έμπρακτα.
Η πρώτη αρχή για την αγάπη αυτή που μας ζητάει και την οποία αναλύσαμε, είναι η μετάνοια. Χωρίς μετάνοια δεν καλλιεργείται αγάπη. «Μετανοείτε, ήγγικε η Βασιλεία των Ουρανών», και αυτή η Βασιλεία είναι Βασιλεία αγάπης. Μετανοείτε λοιπόν και η αγάπη του Θεού μέσα στις καρδιές σας, μετανοείτε και ο Παράδεισος θα είναι για πάντοτε δικός σας.
Αυτός λοιπόν ο Παράδεισος και αυτή η αγάπη, και αυτό το Πνεύμα το Άγιον εύχομαι από σήμερα και απ’ αυτή τη στιγμή να γίνει κτήμα στις καρδιές όλων σας, αλλά και σεις όμως να παρακαλάτε, να ικετεύετε τον Θεόν, αυτά τα πράγματα, και η αγάπη και η μετάνοια και ο Παράδεισος, να έρθουν και στις δικές μας καρδιές ημών των ιερέων, των ποιμένων των λογικών προβάτων, των αναξίων αντιπροσώπων Του, και πνευματικών σας πατέρων,

Αμήν