Κυριακή, 4 Ιουνίου 2006

Η πτωχεία τού Ιησού Χριστού



227 β
Κυρ. Αγ. Πατέρων, 2006

Τις ημέρες του 1980 χριστιανοί μου, ο πατήρ Βησσαρίων της Μονής Αγάθωνος, βρέθηκε για λόγους ποιμαντικούς στο χωριό Κάτω Τιθωρέα της Φθιώτιδος, και εφιλοξενήθηκε στο σπίτι της οικογένειας Ευαγγέλου και Ζωής Κωνσταντίνου. Το δεύτερο βράδυ της φιλοξενίας, σηκώνεται η κυρία Ζωή γύρω στις δύο με τρείς τα μεσάνυχτα για κάποια ανάγκη. Βγαίνοντας στο διάδρομο παρατήρησε ότι από το δωμάτιο όπου αναπαυόταν ο πατήρ Βησσαρίων έβγαινε φώς. Το σπίτι ήταν παλιάς κατασκευής, με πόρτες ασφαλώς στα υπνοδωμάτια, στις οποίες όμως, υπήρχαν μικρά παράθυρα που τα κάλυπταν ομορφοκεντημένα κουρτινάκια. Αυτό λοιπόν το κουρτινάκι ήτανε λίγο τραβηγμένο, και έτσι η νοικοκυρά του σπιτιού είδε από αυτό να εξέρχεται κάποιο παράδοξο φώς. Πλησίασε ασυναίσθητα και μηχανικά κοίταξε μέσα, και μαρμάρωσε από την κατάπληξή της. Είδε τον παπά-Βησσαρίωνα να είναι γονατιστός και σε στάση προσευχής, αλλά στον αέρα, περισσότερο από ένα μέτρο από το έδαφος και λουσμένο μέσα στο φως. Όταν συνήλθε από την έκπληξη και τον θαυμασμό της, πήγε αμέσως και ξύπνησε τον άνδρα της σκεπτομένη, ότι όταν θα του εδιηγείτο τι είδε, δεν θα την πίστευε και θα την έλεγε ονειροπαρμένη. Ξύπνησε λοιπόν τον άνδρα της, ξαφνιασμένος εκείνος τινάχτηκε πάνω, αλλά ψιθυριστά του είπε να σηκωθεί. «Σήκω και ακολούθησέ με, και μη μιλάς καθόλου». Σηκώθηκε ο κυρ Ευάγγελος και πήγε μαζί με τη Ζωή μπροστά στο παραθυράκι. Και ωωω Δόξα στη μακροθυμία και στο όνομά Σου Κύριε, αντίκρυσε και αυτός την ίδια αξιοθαύμαστη εικόνα. Τον παπά Βησσαρίωνα λουσμένο μέσα σ’ ένα ολόλαμπρο ωραιότατο και πάλλευκο φως, να προσεύχεται γονατιστός αλλά στον αέρα. Όταν από την κατάπληξη και τον θαυμασμό, συνήλθε ο κυρ Βαγγέλης, σταυροκοπήθηκε πολλές φορές, πολλές φορές, και είπε στη γυναίκα του ψιθυριστά «Γυναίκα δεν θα το πούμε σε κανέναν, μέχρι που να πεθάνει ο παππούλης». Αλλά όμως πριν κοιμηθεί το είπε στην ανιψιά, και έτσι η ανιψιά αυτό το μεγαλοπρεπέστατο θαύμα, μου το διηγήθηκε αυτή την εβδομάδα που μας πέρασε, αλλά ανιψιά αυτής της οικογένειας, του Ευαγγέλου και Ζωής Κωνσταντίνου.

Αυτά είναι χριστιανοί μου τα μεγαλεία της πίστεώς μας, της Εκκλησίας μας, της Ορθοδοξίας μας, και των Αγίων της. Οι εχθροί της πίστεως όσο και να μας πολεμούν με τα πάμπολλα ηλεκτρονικά μέσα που διαθέτουν, με τα ραδιόφωνα, την τηλεόραση και τις ιστοσελίδες του Internet, και με την δημοσιογραφία στις εφημερίδες, στα περιοδικά, στα βιβλία, με την προπαγάνδα, τη συκοφαντία, την παραχάραξη της Ιστορίας, τις αισχρές διαφημίσεις, πάντοτε όμως, όλοι αυτοί οι εχθροί της πίστεως προς κέντρα θα λακτίζουν, θα χτυπούν και θα κλωτσάνε πάνω στα καρφιά, όπως κάποτε ο Σαύλος, ο μετέπειτα μέγας Απόστολος των Εθνών Παύλος. «Σαούλ Σαούλ τι με διώκεις; Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν.» «Τις ει Κύριε;» Εγώ είμαι ο Ιησούς, ον εσύ διώκεις. Εγώ είμαι ο Ιησούς, ο Χριστός, ο Μεσσίας, ο Σωτήρας του κόσμου, εγώ είμαι η αλήθεια και το φως, εγώ είμαι η ζωή και η Ανάστασις. Εγώ είμαι το ύδωρ το ζόν, το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον. Εγώ είμαι ο Άρτος της Ζωής, ο εκ του ουρανού καταβάς. Εγώ είμαι Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού», και αυτήν την μαρτυρίαν κατέθεσαν οι σημερινοί εορταζόμενοι 318 θεοφόροι Πατέρες, της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου εν Νικαία, που συνήλθε το 325. Ναι είναι ο Θεός Λόγος που έγινε άνθρωπος, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Είναι ο Θεάνθρωπος και Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, το φως το αληθινόν, το φως του κόσμου.

Χριστιανοί μου, τι ήταν ο παπά-Βησσαρίων; Ένας απλός ιερομόναχος της Ιεράς Μονής Αγάθωνος. Ταπεινός, σοφότατος, ακτήμων, θεοσεβής, απλούς, πράος, παντελεήμων, με ζέουσα την πίστη και ενεργουμένη την αγάπη. Με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και εγκράτεια, γι’ αυτό και έλαβε ουράνια χαρίσματα. Και το κυριότερο. Ήταν μιμητής Χριστού, όπως στην πτωχεία, διότι ήταν ακτήμων, όπως στην ταπείνωση διότι ελογίζετο όπως ομολογούσε ο ίδιος, ο πρώτος των αμαρτωλών, όπως και στις άλλες αρετές που προαναφέραμε.

Ο Κύριος χριστιανοί μου, και ο Δημιουργός του Σύμπαντος κόσμου, ορατού και αοράτου, υλικού και πνευματικού, άδειασε τους ουρανούς, και από το ύψος της θεϊκής Του δόξης, κατέβηκε στη γή και έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Χριστού, χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός, ο θεάνθρωπος Κύριος. Επαναλαμβάνω, εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Πού; Σ’ ένα στάβλο, σ’ ένα χωρίο της Βηθλεέμ. Φτωχότατος και αδύναμος ως βρέφος, μέσα σε μια σπηλιά. Ευτυχώς που ήλθαν οι τρείς μάγοι – σοφοί. Με σμύρνα, χρυσόν και λίβανον, πολύτιμα για τότε δώρα, και αντιμετώπισαν έτσι τις πρώτες βασικές τους ανάγκες, διότι αμέσως ακολούθησε η προσφυγιά στην Αίγυπτο, για να γλυτώσει από την θηριώδη μανία και τη σφαγή των νηπίων από τον Ηρώδη.
Μετά την επιστροφή τους, εγκαταστάθηκαν στη Ναζαρέτ, γι’ αυτό και έλαβε το όνομα Ναζωραίος. Παρέμεινε κοντά στον προστάτη του και μνήστορα Ιωσήφ που ήταν μαραγκός, και έτσι έμαθε να κατασκευάζει διάφορα οικιακά σκεύη, όλα βέβαια από ξύλο, κουτάλες, γουδιά, σκάφες, κούνιες για τα μωρά, σκαμνιά, σουφράδες, τραπεζάκια, και γιατί όχι, και νεκρόκασσες. Και όλα αυτά μέχρι της ηλικίας των τριάντα ετών. Έτσι από δώδεκα ετών, έως και το τριακοστόν έτος της ηλικίας του, εξασκούσε στη Ναζαρέτ το επάγγελμα του ξυλουργού, του μαραγκού και του επιπλοποιού πιθανόν. Αλλά γιατί μέχρι τα τριάντα; Διότι σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, για να χριστεί κάποιος προφήτης, και διδάσκαλος, και για να λάβει διά της φυλής των Λευΐ, το αξίωμα του πρεσβυτέρου και του ιερέως, έπρεπε να είχε συμπληρώσει το τριακοστόν έτος της ηλικίας του.
Το ίδιο συνέβη και με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, που προηγήθηκε του Χριστού κατά έξι μήνες. Μόλις δηλαδή έγινε τριάντα ετών, βαπτίζοντας τους Ιουδαίους το βάπτισμα μετανοίας και κηρύσσοντας προφητικά τον λόγον του Θεού, και τον ερχομόν του Μεσσία, δίπλα στον Ιορδάνη ποταμό.
Άρα ο Κύριος τήρησε και εδώ, μέχρι κεραίας, μέχρι ιώτα, τον Μωσαϊκό Νόμο, για να μην κατηγορηθεί από τους Ιουδαίους και την άρχουσα τάξη, ως παραβάτης του Νόμου.
Κανένα μυστήριο λοιπόν δεν υπάρχει για την χρονική περίοδο από δώδεκα έως τριάντα ετών. Μυστήρια και τερατώδη μυθεύματα βλέπουν μόνον οι εχθροί της πίστεως. Οι άθεοι, οι υλισταί, οι βλάσφημοι και όσοι πολεμούν την Εκκλησία του Χριστού.
Είπαμε ότι ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, έζησε πτωχός και ακτήμων, εργαζόμενος ως μαραγκός. Και όταν άρχισε να περιοδεύει, δεν είχε δική Του περιουσία, δεν είχε δικό Του σπίτι, δεν είχε δικά Του κτήματα. Ήταν πέρα για πέρα ακτήμων, αφού δεν είχε και μέρος που να κοιμηθεί. Τα πουλιά και τα ζώα είχαν. Οι αλώπεκες φωλεούς έχουσιν, και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις. Ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλήν κλείνει. Το ομολογούσε άλλωστε και ο ίδιος. Το φαγητό του ήταν λίγο και λιτό. Και αυτό δεν ήταν δικό Του. Στα τρία χρόνια που κήρυξε με την ανυπέρβλητη θεϊκή Του διδασκαλία και τα πολλαπλά Του θαύματα όπου ιάτο τους πάντες, τις απαραίτητες ανάγκες για τρόφιμα και συντήρηση τις εφρόντιζαν οι αφοσιωμένες μαθήτριές Του, οι γνωστές μυροφόρες από των υπαρχόντων αυτών. Ήταν τόσο ακτήμων που δεν είχε ούτε μια πεντάρα για να πληρώσει τον προβλεπόμενο φόρο που ανήκε σ’ Αυτόν. Και για να μην σκανδαλιστούν οι Ιουδαίοι, είπε στον Πέτρο να ψαρέψει, και το πρώτο ψάρι που θα πιάσει, να του ανοίξει το στόμα του και εκεί μέσα θα βρει ένα στατήρα, δηλαδή ένα τετράδραχμο, «εκείνον λαβείν, δώσ’ αυτοίς αντί εμού και σού». Πάρτο αυτό το τετράδραχμο και δώστο, σ’ αυτούς, αντί για μένα και για σένα.

Τις μεγάλες Του περιοδείες, τις έκανε πάντοτε πεζός κάτω από τις υψηλές θερμοκρασίες που ως γνωστόν έχει εκείνος ο τόπος. Και στο φρέαρ του Ιακώβ στη Σαμάρεια, κατέφθασε καταϊδρωμένος, κεκωπιακός εκ της οδοιπορίας του, όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
Στις λίμνες και τις θάλασσες, τις διαπερνούσε με ξένες βάρκες και καΐκια, και την θριαμβευτική Του είσοδο στα Ιεροσόλυμα, την Κυριακή των Βαΐων, την έκανε πάνω σ’ ένα μικρό πουλάρι, που του ζήτησαν οι μαθητές Του δανεικό. Τον Μυστικό Δείπνο τον παρέδωσε σε ξένο σπίτι, που το παραχώρησε γνωστή οικογένεια με όλα τα απαραίτητα τρόφιμα.
Ολόγυμνος παρέδωσε το πνεύμα Του πάνω στο Σταυρό, και ετάφη σαν ξένος μέσα σε ξένο τάφο. Γι’ αυτό το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, ψάλλομε το κατανυκτικότατο εκείνο τροπάριο που λέγει και ξαναλέγει «δόσ’ μοι τούτον τον ξένον».

Μέσα σ’ αυτήν την φτώχεια και την ακτημοσύνη, έζησαν οι άγιοι της Εκκλησίας μας και ιδιαιτέρως οι ερημίτες, οι αναχωρητές και οι στυλίτες. Αλλά και οι μεγάλοι Πατέρες και οι Ιεράρχες της Εκκλησίας μας, την ίδια φτώχεια και εγκατάλειψη και διωγμούς, και εξορίες είχαν, αλλά πολλοί απ’ αυτούς και μαρτύρια ακόμη εγνώρισαν.
Να πάμε κατά πρώτον στους δώδεκα Αποστόλους και όλως ιδιαιτέρως στους Πρωτοκορυφαίους Πέτρον και Παύλον, αλλά και στον Πρωτόκλητο Ανδρέα και τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην. Και ομοίως ακολούθησαν την ίδια γραμμή και τάξη και οι υπόλοιποι των Αποστόλων.
Ακολουθούν οι Αποστολικοί Πατέρες, Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και ο Πολύκαρπος Σμύρνης, και στη συνέχεια να πούμε κάποια μεγάλα ονόματα, ο Μέγας Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, ο Άγιος Νικόλαος, ο Άγιος Νείλος ο Μυροβλήτης, ο Άγιος Σπυρίδων, ο Άγιος Νεκτάριος και ο Άγιος Νικόλαος ο παπα-Πλανάς, από τους σημερινούς των ημερών μας, και χιλιάδες χιλιάδων ακόμα Αγίων Ιεραρχών και Οσίων Πατέρων ημών.
Χωρίς να μετρήσουμε τα εκατομμύρια των μαρτύρων, οσιομαρτύρων, νεομαρτύρων και ομολογητών. Μπορούμε όμως να συγκαταριθμήσουμε και τους νεοτέρους οσίους πατέρας, τους οποίους η Εκκλησία μας ακόμα δεν αγιοποίησε, και που μας είναι ήδη πολύ γνωστοί. Όπως ο πατήρ Ιάκωβος ο Τσαλίκης, ο πατήρ Φιλόθεος ο Ζερβάκος, ο πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής, ο πατήρ Πορφύριος ο Μπαϊρακτάρης, ο πατήρ Γεώργιος ο Καρσλίδης, ο πατήρ Γερβάσιος Παρασκευόπουλος, ο πατήρ Παΐσιος ο ασκητής της Παναγούδας, και άλλοι πάρα πολλοί κεκοιμημένοι οσιακώς, όπως και τελευταία ο παπά Βησσαρίων που μας έδωσε το σημείον της κεχαριτωμένης αφθαρσίας αλλά και άλλοι που σήμερα είναι ζώντες.
Και δεν αναφέρομαι καθόλου στην χορεία των Αγιορειτών Πατέρων όπου όντως με την ασκητική τους ζωή, την πτωχεία και την ακτημοσύνη άφησαν πάμπολλα σημεία οσιακής πολιτείας και βιωτής. Αλλά και μείς όλοι, οι σημερινοί Ορθόδοξοι πιστοί χριστιανοί, οι θεοσεβώς πορευόμενοι και όχι οι χλιαροί και οι νερόβραστοι, που έχουμε οικογένεια, που έχουμε παιδιά και εγγόνια, διάφορες εργασίες και πολλές οικονομικές δυσκολίες, που έχουμε βάσανα, πόνους, αρρώστιες, θλίψεις, στεναχώριες και πολλά άλλα, πρέπει και οφείλουμε, να μιμούμεθα τον Θεάνθρωπον και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον Σωτήρα μας και Λυτρωτήν, τον Λυτρωτήν από πάσης κακίας, πονηρίας και μοχθηρίας των δαιμόνων. Να μιμούμεθα τους αγίους μάρτυρες και οσίους, τους Πατέρας της Εκκλησίας μας και όλους που αγίασαν μέσα στον κόσμο, αγωνιζόμενοι θεοφιλώς και μέχρι θυσίας, εναντίον του κόσμου της κακίας, των προσωπικών τους παθών και αδυναμιών, και εναντίον των δαιμονικών επιθέσεων, με μετάνοια και πίστη, με υπομονή και αγάπη, με αδιάλειπτη προσευχή και μελέτη των γραφών, τηρούντες τις Ευαγγελικές εντολές, και καλλιεργούντες τις αντίστοιχες θειότατες αρετές, με την κατά δύναμιν νηστεία, με την κατά δύναμιν αγρυπνία, εγκράτεια και προσευχή, και με τη σωστή συμμετοχή στα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Έτσι σώζεται ο χριστιανός, και έτσι κατά δύναμιν μιμείται τους Αγίους, και τον Σωτήραν Χριστόν εις τον οποίον ανήκει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις, τώρα και πάντοτε, και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν