Κυριακή, 9 Μαρτίου 2008

Ο πνευματικός αγώνας κάνει θαύματα



207-β
Κυρ.τής Τυρινής, 2008

Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα ασχολήθηκε με τρία πράγματα.
Αφενός μεν, με το κατά πόσον αφήνουμε και συγχωρούμε εμείς τα ελαττώματα, τις αδυναμίες και τις κακίες του πλησίον μας. Εάν μη αφήτε τα παραπτώματα του πλησίον σας, ουδέ ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος θα αφήσει, θα συγχωρήσει και τα δικά σας πταίσματα. Διότι και στην εξομολόγηση να ’ρθείτε, εάν δεν έχετε συγχωρήσει, δεν θα συγχωρηθείτε έστω και αν σας διαβάσουν δέκα ιερείς ευχές και δέκα δεσποτάδες. Πρέπει πρώτα να μάθετε να συγχωρείτε με όλη σας την καρδιά και έτσι θα είμεθα άξιοι να λάβουμε Σώμα και Αίμα Ιησού Χριστού.
Κατόπιν μίλησε για την νηστεία, για την οποίαν και ο Απόστολος Παύλος το τόνισε με πολύ αυστηρό τόνο, ότι δεν έχουμε δικαίωμα να κρίνουμε κανέναν, ούτε αυτόν που νηστεύει, ούτε αυτόν που δεν νηστεύει. Δεν είμεθα εμείς οι κριταί των ανθρώπων. «Συ τις ει ο κρίνων αλλότριον ικέτην», ερώτησε ο Απόστολος Παύλος. Πάσα κρίσις ανήκει στον δίκαιον Θεόν, αυτός θα κρίνει, δεν θα κρίνουμε εμείς. Και όταν νηστεύουμε δεν θα το γνωρίζει κανένας, ούτε και θα βγαίνουμε έξω να το διαλαλούμε. «Συ δε νηστεύων», λέει, «άλειψέ σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψε, ίνα μη φανείς νηστεύων τοις ανθρώποις». Κανένας δεν πρέπει να το γνωρίζει. Το κρατάς μόνον για τον εαυτόν σου. Δεν θα πεις, «δεν θα κάνομε ομολογία»; Μετά διακρίσεως θα γίνει και αυτή η ομολογία. Όχι μετά υπερηφανείας. Άλλωστε οι περισσότεροι σήμερα έχουμε τόσες πολλές αρρώστιες, και εκείνοι που θέλουν να νηστέψουν είναι συνήθως οι μεγάλοι, οι καϋμένοι, και αυτοί ταλαιπωρούνται από χίλια δυο βάσανα, βάσανα ασθενειών.
Το τρίτο πράγμα που ετονίσθη είναι η θησαύρισις των αγαθών. Ότι πρέπει να θησαυρίζουμε και να αποταμιεύουμε με τη ζωή μας ολόκληρη στον ουρανό και όχι στην γη.

Και χθες ετονίσθη ιδιαιτέρως το θέμα της προσευχής, κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μη γνωρίζει κανείς ότι προσεύχεσαι. Και ακόμα και δω μέσα στο ναό, το επαναλάβαμε πολλές φορές, που είναι δημόσια λατρεία, δημόσια προσευχή, γίνεται ταυτόχρονα και προσευχή καρδίας. Από μέσα σας δηλαδή και από μέσα μας, θα κράζουμε και θα φωνάζουμε το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", και από μέσα μας θα συνοδεύουμε τις φωνές και τα ψαλσίματα μόνον των ιεροψαλτών και όχι των ιερέων, ποτέ των ιερέων, αυτό αποτελεί αμάρτημα.

Για να δείτε πώς εφαρμόζονται οι εντολές του Αγίου Θεού, θα σας αναφέρω μια ιστορία η οποία ανεγράφη και μοιράστηκε στην Αμερική.
Και μου έκανε βέβαια βαθειά εντύπωση, διότι την έχω ξανασυναντήσει πολλές φορές από αγίους, όπως από τον Άγιο Αβραάμιο και την ανιψιά του την Μαρία και από άλλους αγίους, και από εδώ παραδείγματα στη ζωή μας, εδώ.

Ζούσε στις Αθήνας κάποιος άνθρωπος ο οποίος ονομάζετο Νικόλαος. Ταπεινός, ευσεβής, με τη νηστεία του, την αγρυπνία του και με «καταστάσεις» όπως γράφει στις άγιες προσευχές του. Είχε δε επίσης και πολλή την ελεημοσύνη, κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μην την γνωρίζει κανείς.
Στα τριανταπέντε του χρόνια, εφόσον ετακτοποίησε τις άγαμες αδελφές του, απεφάσισε να έλθει εις γάμου κοινωνίαν, δηλαδή να παντρευτεί. Όπως ήταν φυσικό, θα έπρεπε να ψάξει, εφόσον ήτο και ευσεβής, μία κοπέλα μέσα από την Εκκλησία, και πιθανόν να πείτε και μέσα από τις αδελφότητες, και οπουδήποτε όπου υπήρχε ευλάβεια και ευσέβεια σε χώρους χριστιανικούς.
Αλλά όμως εκείνος διάλεξε κάτι άλλο.
Πήγε στην πλατεία Βάθης και πήγε σε ένα σπίτι της αμαρτίας. Και την πρώτη κοπέλα που τον υποδέχτηκε, της είπε :
«Σήκω και έλα μαζί μου. Έταξα στο Θεό να γλυτώσω μια ψυχή από τη λάσπη. Έλα να σε βγάλω από δω μέσα. Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;»
Βέβαια κεραυνός να έπεφτε στο κεφάλι της κοπέλας, δεν θα ξαφνιάζονταν τόσο πολύ, όπως ξαφνιάστηκε εκείνη τη στιγμή. Την ευκαιρία βέβαια δεν την έχασε και έτσι δέχτηκε. Τη δέχτηκε με την προϋπόθεση ότι θα εξομολογείτο και θα άρχιζαν μία καινούργια ζωή, όπως και πράγματι έγινε.
Η πρώην άσωτη γυναίκα ήταν πλέον στο πλευρό του Νικόλα σαν αγνότατο ρόδο. Φρόνιμη και σιωπηλή με τα νεανικά της χρόνια φωτεινά πλέον, απ’ τη μετάνοια και την εξομολόγηση στο καθαρό της πρόσωπο.
Πέρασε αρκετός καιρός. Αλλά η αμαρτία όμως είναι δυνατή, και δεν παρατάει εύκολα τα πλάσματα που δουλέψανε γι’ αυτήν, και για το μεγάλο αφεντικό της αμαρτίας που λέγεται διάβολος.
Έτσι λοιπόν η γυναίκα του Νικόλα, κύλισε ξαφνικά στην παλιά αμαρτία, και έγινε τώρα πλέον μοιχαλίδα. Σαν να την έπιασε βέβαια ένα είδος τρέλας.
Της μίλησε ο Νικόλας, ο καλός εκείνος σύζυγος,
«Κοίταξε», της είπε, «δεν σου κρατάω καμιά κακία. Θα σ’ αφήσω όσα λεφτά έχω και το σπίτι ακόμα, και γω θα πάω στο Άγιον Όρος. Και αν με κρατήσουν θα γίνω μοναχός, αν όχι, θα γυρίσω πίσω, και θα δούμε τι θα κάνουμε.»
Και έφυγε.
Φτάνοντας ο Νικόλας στο Άγιον Όρος, έψαξε και έμαθε για έναν περίφημο και άγιον πνευματικό, ας τον πούμε παπα-Σάββα, και πήγε να τον συμβουλευτεί. Σαν τον άκουσε εκείνος, πήρε αυστηρή όψη και του είπε:
«Δεν έχεις καμιά δουλειά εδωπέρα. Αμαρτάνεις μόνον που το σκέπτεσαι. Έταξες να σώσεις την γυναίκα σου. Να πας πίσω να την ξαναπαρεις κοντά σου. Και προσπάθησε με τη ζωή σου, με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή και ελεημοσύνη να την σώσεις.»
Αποσβολώθηκε ο Νικόλας, κοντοστάθηκε, του φάνηκε πολύ βαρειά αυτή η εντολή του πνευματικού, κατάλαβε όμως ύστερα από προσευχή που έκαμε κατά την διάρκειαν της αγρυπνίας εκεί στο κελάκι του εκείνου αγιασμένου γέροντος και πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω.
Άνοιξε την αγκαλιά του, άνοιξε το σπιτικό του και την ξαναπήρε μέσα. Εκείνη ύστερα από την όλη αυτή διαδικασία, συγκινήθηκε, εξομολόγησε και έβαλε καινούργια αρχή.
Μα η αμαρτία είναι και γλυκιά και δυνατή και ισχυρή. Και η γυναίκα ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε.
Ο Νικόλας υπέμενε, καρτερούσε, αγρυπνούσε ώρες, γονατιστός προσευχόταν γι’ αυτήν, σιωπούσε και νήστευε, νήστευε εξαντλητικά.
Ερεθισμένη από αυτήν την ανοχή πρόσθεσε στην ντροπή και κάτι άλλο πλέον, την άσχημη συμπεριφορά της. Άρχισε να τον φωνάξει, να τον ξευτιλίζει, να τον βρίζει, να τον ματώνει καθημερινά με την θηριώδη εκείνη συμπεριφορά της, την διαβολική. Πόσο θα μπορούσε αλήθεια να βαστάξει ο ανεξίκακος εκείνος άγιος άνθρωπος του αιώνος μας;
Περνούσαν τα χρόνια και ο Σταυρός γινόταν όλο και πιο αβάσταχτος. Έδειχνε σιγά σιγά να λυγίζει.
Και ξημέρωνε ημέρα της Καθαράς Δευτέρας. Την πέρασε γονατιστός, λύγισε μπροστά στην σιωπή του Θεού που έδειχνε πως δεν νοιαζόταν πλέον για το πλάσμα του. Έπεσε μπροστά στο εικονοστάσι και με λυγμούς φώναξε:
«Θεέ μου ή φώτισέ την και δώσ’ της μετάνοια αληθινή, ή πάρε με. Δεν αντέχω άλλο τούτο το βάσανο δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια».
Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια!
Η γυναίκα του που ήλθε απέξω από την αμαρτία, γιατί είπαμε ήτανε νύχτα και ξημέρωνε η Καθαρά Δευτέρα, ήταν μια τέτοια ημέρα, που τον βρήκε γονατιστό και άκουσε και τα λόγια που έλεγε κλαίγοντας τούτος ο άνθρωπος, τη συγκλόνισε κυριολεκτικά, την πήραν τα κλάματα, … κατάλαβε την άβυσσο των κριμάτων της, … ήταν «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», αλλά η μετανοημένη πλέον.
Κεραυνοχτυπημένη λοιπόν από την θεία φώτιση, σωριάστηκε στα πόδια του και φώναξε:
«Συγχώρεσέ με, δεν είμαι μόνο τιποτένια, αλλά για τελευταία φορά. Για τελευταία και μοναδική φορά συγχώρεσέ με».
Και κείνος τη συγχώρεσε.
Και ακολούθησαν μετά από κείνην την βραδιά που ξημέρωνε η Μεγάλη Σαρακοστή και η Καθαρά Δευτέρα, ακολούθησαν χρόνια ευτυχίας, και με παιδιά μέσα στην οικογένεια, δύο αγγελούδια που τους χάρισε ο Πανάγιος Θεός, και ευλογία ήλθε μια για πάντα σε αυτό το σπιτικό, χάρις στην αγία υπομονή, τη μεγάλη καρδιά και την συγχωρητικότητα αυτού του ανθρώπου του Νικολάου, χάρις στην προσευχή του, χάρις στην υπομονή του, την ματωμένη υπομονή του, την πολλή του προσευχή και τα πολλά του τα δάκρυα.
Τελικά έσωσε έναν άνθρωπο.

Τώρα εγώ και σεις, αν ήμασταν στη θέση του, τι θα κάναμε; Γιατί αυτός ο άνθρωπος, όταν αύριο μεθαύριο κοιμηθεί, θα μας κρίνει επάνω στην Βασιλεία των Ουρανών για το πόσο υπήρξαμε ανεκτικοί στα σφάλματα του πλησίον μας. Δε λέω του συντρόφου μας, του πλησίον μας, του οποιουδήποτε πλησίον μας. Και πόση προσευχή κάναμε γι’ αυτόν, και πόση νηστεία, και πόσα δάκρυα χύσαμε για να αλλάξει ζωή, για να αλλάξει διαγωγή.
Αυτή είναι η αληθινή ζωή του Ευαγγελίου. Αυτή είναι η πράξις των Πράξεων των Αποστόλων, των συμβουλών των Αποστόλων, των εντολών του Αγίου Θεού, αυτή είναι η πράξις, την οποία πρέπει να την δείχνουμε με την ζωή μας κάθε μέρα.

Βλέπω εδώ έναν Καναδέζο, και αυτός θα σας καταμαρτυρήσει για την ησυχία και την τάξη που υπάρχει κατά την διάρκειαν της Θείας Κοινωνίας, και μετά το Δι’ Ευχών, του Αντιδώρου, χωρίς να ακούγεται ούτε μία λέξη μέσα στο ναό. Γιατί υπάρχει σεβασμός και ευλάβεια προς τον παρόντα ζώντα Θεόν, που εξακολουθεί και ειδικότερα από σήμερα να υπάρχει ζωντανός στην Αγία Τράπεζα, για την τέλεση των Προηγιασμένων Θείων Λειτουργιών. Για να δούμε ως πότε θα εφαρμόζουμε και θα τους μοιάζουμε όλοι μας;

Πάντως εκείνο που θέλω να παρακαλέσω όλους σας, είναι να ενθυμούμεθα ότι την αρετήν θα την διαπράττουμε όσο το δυνατόν δύναται στα κρυφά, μέσα στο ταμείον της καρδιάς μας, όπου θα θησαυρίζουμε τις αρετές του Αγίου Θεού, για να ωφεληθούμε όχι μόνον εμείς προσωπικά, αλλά για να ωφεληθεί και ο σύντροφος της ζωής μας, να ωφεληθούν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, και να δημιουργήσουμε με την δική μας αγιασμένη ζωή, με τη δική μας ανεξικακία, με την δική μας συγχωρητικότητα, με τη δική μας ολόθερμη αγάπη, όχι την ψεύτικη, όχι την φαινομενική, όχι των χειλέων, την καρδιακή αγάπη, να δημιουργήσουμε μία ασπίδα, ένα προπέτασμα πως θα το πώ, μια ασφάλεια, γύρω από την οικογένειά μας, ούτως ώστε χάριν ημών και χάριν των προσωπικών μας αγώνων, και της αγάπης που θα έχομε προς τον Θεόν και τον πλησίον, όταν θα έρθουν οι δύσκολες ώρες, -και έρχονται, δεν καθορίζουμε είπαμε ημερομηνίες, αλλά έρχονται,- να μας ασφαλίσει ο Θεός. Να πιάνομε το σάπιο δένδρο και να ζωντανεύει, το ξερό και να βγάζει καρπούς, να σταυρώνουμε το άδειο μπουκάλι και να γεμίζει από λάδι. Θα το κάνει ο Θεός, αφού το έκανε και στον άπιστο τον αχάριστο εκείνον Ισραηλιτικό λαό, για σαράντα ολόκληρα χρόνια στην έρημο. Θα το κάνει και σε μας όταν έρθουν οι δύσκολες αυτές ώρες, αρκεί να είμεθα από σήμερα και από τούτη τη στιγμή κοντά εις τον Πανάγιον Θεόν.

Η αγάπη του Αγίου Θεού, εύχομαι νάναι πάντοτε μαζί σας,
καλή και ευλογημένη Σαρακοστή,
και να υποδεχτούμε με την χάριν, και την αγάπη και τη δύναμη του Αγίου Θεού
και το Άγιον Πάσχα,
Αμήν.