Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

Τόν Σταυρόν πού μάς σώζει μάς δίδει ο Θεός



207-ε
Γ' Χαιρετισμοί, 2008

Με την ευκαιρία της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως που είναι μεθαύριο, ας σταθούμε λίγο στους σταυρούς της ζωής μας.
Οι περισσότεροι από μας στις θλίψεις και στα βάσανα της ζωής, στους πειρασμούς και στο θάνατο, χάνομε την υπομονή μας και το κουράγιο, γκρινιάζουμε, ολιγοπιστούμε και γογγύζουμε κατά του Θεού. Δυστυχώς είμεθα ολιγόψυχοι. Τις περισσότερες φορές ρωτούμε «γιατί σε μένα», «τι κακό έκαμα», «γιατί στο παιδί μου αυτή η κακιά αρρώστια», ή «γιατί άφησε ο Θεός να σκοτωθεί, σε κάποιο ατύχημα με την μοτοσικλέτα», «γιατί ο καρκίνος εδώ», «γιατί ο καρκίνος εκεί», στον πατέρα, στη μάνα, στον αδελφό και ούτω κάθε εξής. Ε, έχω ακούσει και αυτό να λένε, «γιατί μέσα σε δυο χρόνια είχαμε τέσσερεις θανάτους», και πολλά άλλα.
Εκατοντάδες οι ερωτήσεις και τα γιατί, με τελικό αποτέλεσμα να καταλήγουμε τις περισσότερες φορές σε γογγυσμό κατά του Αγίου Θεού.

Κάποιος χριστιανός που γόγγυζε διαρκώς εναντίον του Θεού, για τον σταυρό που είχε, έλεγε «ε, και αυτό σε μένα; τι κακό έκανα πάλι και ο Θεός έτσι με τυραννάει, και με τυραννάει τόσο σκληρά, τόσο απάνθρωπος είναι, δεν με λυπάται»; Και άλλα πολλά. Συνήθως αυτά λέμε όλοι μας.
Κάποιο βράδυ όμως είδε το εξής όνειρο:
Ευρισκόταν σε μια μεγάλη λεωφόρο, με πλήθος άλλων ανθρώπων, που ήσαν όλοι τους δρομείς. Δηλαδή όλοι έτρεχαν. Και αυτός μαζί. Και το παράδοξο: Έτρεχαν αλλά ο καθένας χωριστά κουβαλούσε στους ώμους του ένα σταυρό. Και στον ύπνο του όμως άρχισε πάλι να γκρινιάζει και να βαρυγκωμά:
«Κοίταξε να δεις αδικία, όλοι τους έχουν μικρότερο σταυρό από μένα, και είναι και πιο ελαφρείς απ’ το δικό μου. Κοίταξε να δεις αδικίες που συμβαίνουν στον κόσμο».
Έτρεχε λοιπόν αγκομαχώντας, βαρυγκωμώντας και βλασφημώντας. Όπως έτρεχε βλέπει ξαφνικά στην άκρη ενός δρόμου ένα πριόνι. Σταματά αμέσως και κόβει ένα μεγάλο κομμάτι από το όρθιο τμήμα του σταυρού και απ’ το κάτω μέρος.
«Α, αυτό μάλιστα», μουρμούρισε, «λογικό το μέγεθος και λογικό το βάρος….»
Ε, και το ξαναφόρτωσε και άρχισε πάλι να τρέχει. Καθώς όμως έτρεχαν όλοι οι δρομείς, σε κάποιο σημείο σταματούσαν. Γιατί; Γιατί ο δρόμος ήταν σπασμένος πέρα για πέρα χιλιόμετρα. Πέρα από την πλατειά αυτή λεωφόρο δηλαδή, και δεξιά και αριστερά ο δρόμος ήταν κομμένος στη μέση. Ένα τεράστιο χάσμα, ένα τεράστιο κενό, φαίνεται πως θα είχε γίνει κάποιος σεισμός και χώρισε το έδαφος, όπως και το δρόμο στη μέση. Οι δρομείς όμως τι έκαναν; Σταματούσαν βέβαια για λίγο, διάλεγαν κάποιο σημείο γιατί ο σεισμός δεν το κόβει σε ευθεία γραμμή, κάνει ζικ-ζακ. Διάλεγαν κάποιο σημείο, άπλωναν το σταυρό τους κάτω, ενώνοντας το χάσμα, το άνοιγμα δηλαδή, και έκαναν έτσι μια προσωρινή γέφυρα. Πατούσαν πάνω στο σταυρό και έτσι περνούσαν απ’ τη μια όχθη στην άλλη. Όταν περνούσαν απέναντι, σήκωναν και πάλι ξανά τον σταυρό τους, τον έβαζαν στους ώμους τους, και συνέχιζαν το τρέξιμο, την πορεία.
Κάποτε έφθασε και αυτός στο άνοιγμα του δρόμου, και έκανε ο,τι οι άλλοι δρομείς. Άπλωσε δηλαδή το σταυρό κάτω. Ο σταυρός όμως ήταν πλέον κοντός. Όποιο σημείο και να διάλεξε, δεν μπορούσε να περάσει απέναντι, δεν μπορούσε να γεφυρώσει το χάσμα. Όλοι οι δρομείς πέρασαν και μόνον αυτός παρέμεινε εκεί, κλαίγοντας με απελπισία, και κτυπώντας το κεφάλι του στη γη, για την ανοησία που έκαμε, και για τις βαρυγκόμιες που ξεστόμισε. Και μ’ αυτό ξύπνησε τρομαγμένος.
Προβληματίστηκε πολύ, και σιγά σιγά άλλαξε τρόπους και συμπεριφορά ζωής. Άλλαξε στάση απέναντι στα βάσανα και στους πειρασμούς αυτής της ζωής. Μετανόησε, εξομολογήθηκε, κοινώνησε. Με την καινούργια εν Χριστώ ζωή, μπορούσε πλέον να ευχαριστεί και να δοξολογεί τον Θεό για όσες θλίψεις και στεναχώριες περνούσε ο ίδιος, και η οικογένειά του, σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο που ζούμε.

Χριστιανοί μου, σε ένα παλιό μου κήρυγμα πριν από δύο τρία περίπου χρόνια, σας είχα ειπεί ότι υπάρχουν στη ζωή μας τρείς σταυροί. Ο πρώτος είναι αυτός που μας δίδει ο Θεός, και που είναι στα μέτρα μας. Σηκώνεται με κάποια ευκολία, γιατί τον σηκώνει και ο Χριστός μαζί. Στέλνει τον Κηρυναίον του, δηλαδή τη Θεία Χάρη, που μας βοηθά αποτελεσματικά στην άρση του σταυρού μας. Δίδεται με αγάπη και με πολλή σοφία. Και κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της Θείας Πρόνοιας. Και για το συμφέρον της ψυχής μας, και για να δοξάζεται το όνομα του Αγίου Θεού. Άλλωστε όλοι οι άγιοι, όλοι οι δίκαιοι, και όλοι οι ευσεβείς, όπως και ο Ιώβ, είχαν και έχουν πειρασμούς. Μέσα απ’ αυτές τις σκληρές δοκιμασίες, δοξάζεται ο Θεός, και κερδίζει η ψυχή την Βασιλεία των Ουρανών. Κερδίζει και αυτή η ζωή, κερδίζει και την άλλη. «Άρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος», μας λένε οι άγιοι Πατέρες. Μας το βεβαιώνει και ο λόγος του Θεού, θα τον ακούσουμε και αυτόν μεθαύριο. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν, και ακολουθήτω μοι».
Ο δεύτερος σταυρός είπαμε ότι είναι εκείνος που κατά παραχώρησιν, ή κατ’ άκραν οικονομίαν, ή κατ’ ευδοκίαν επιτρέπεται από τον Θεόν να έλθει στη ζωή μας. Και τον επιτρέπει ο Θεός για να ξυπνήσουμε από τον λήθαργο της αδιαφορίας, και γενικά της αμαρτίας και ερχόμενοι εις μετάνοια να διορθώσουμε το κακό που προκαλέσαμε, που κάναμε στην ψυχή μας. Οι πειρασμοί αυτοί δημιουργούνται, του Θεού επιτρέποντος πάντοτε, είτε από τον πόλεμο των φθονερών δαιμόνων, ή από την κακία, την πονηριά, το δόλο, το συμφέρον, την αδικία και τον φθόνο των συνανθρώπων μας. Είτε από την διεφθαρμένη φύση μας, που κλίνει προς τα πονηρά της πονηρίας και της αμαρτίας, «εκ νεότητος ημών», από παιδικής ηλικίας, από βρέφος, είτε από έκτακτα καιρικά φαινόμενα, όπως είναι οι σεισμοί, οι καταποντισμοί, οι πλημμύρες δηλαδή, οι πυρκαγιές, το χαλάζι και άλλα. Τα ζούμε τακτικά αλλά αδιαφορούμε. Είτε από γεγονότα που αναστατώνουν και το έθνος μας, ή όλα τα έθνη μαζί, όπως είναι οι εμφύλιοι αλληλοσπαραγμοί, οι πόλεμοι οι εθνικοί και οι παγκόσμιοι, ή οι οικονομικές καταστροφές και άλλα πολλά άλλα. Και το συμπέρασμα είναι ότι τα πάντα προκαλούνται για να συνέλθουμε από την νάρκη της αμαρτίας. Ο Θεός που «πάντας θέλει σωθείναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν», μεθοδεύει πολλούς τρόπους για να μας οδηγήσει, αδελφοί μου, στο δρόμο της σωτηρίας μέσω της μετανοίας.
Ο τρίτος σταυρός που αναφέραμε είναι αυτός που διαλέγουμε μόνοι μας. Και είναι βαρύς και ασήκωτος. Βλέπετε ο άλλος που είδε στον ύπνο του, τον έκοψε. Άρα τον έφτιαξε μόνος του. Τέτοιο σταυρό φτιάχνει αυτός που παίρνει ναρκωτικά. Ή αυτός που με το πολύ πιοτό καταντά αλκοολικός. Ή αυτός που ρίχνεται στα δίχτυα του τζόγου και των τυχερών παιχνιδιών. Και άλλοι σταυροί υπάρχουνε που φτιάχνουμε μόνοι μας, ή μήπως το σταυρό της λαιμαργίας ή της φιλαργυρίας ή της αρχομανίας δεν τον φτιάχνουμε μόνοι μας; Ο χειρότερος όμως σταυρός που κάνουμε μόνοι μας και τον σηκώνουμε τις περισσότερες φορές χωρίς ελπίδα σωτηρίας με πολλή πολλή απελπισία, είπα τις περισσότερες, όχι όλες, διότι «ουκ αδυνατίσει παρά τω Θεώ παν ρήμα», άμα θέλεις σώζεσαι, και αν νομίζεις ότι αυτό σου είναι αδύνατο, το ζητάς απ’ το Θεό και στο κάνει δυνατό. Ποιοι είναι αυτοί οι σταυροί; Είναι ο σταυρός της ομοφυλοφιλίας, του σοδομιτισμού, να μην πω άλλα, γιατί και ο χώρος είναι ιερός, και αυτά στις ημέρες μας. Στην ανατολή του εικοστού πρώτου αιώνος, ο πολιτισμός της ασυδοσίας δεν μας πάει μπροστά, αλλά πίσω, χιλιάδες χρόνια πίσω, τότε που βασίλευαν αυτές οι εκτροπές της φύσεως, στα χρόνια δηλαδή της ειδωλολατρίας, και μας προειδοποίησε ο λόγος του Θεού, μας προειδοποίησε ο Απόστολος Παύλος, στο πρώτο του κεφάλαιο, στην Προς Ρωμαίους Επιστολή, στίχοι 22-32, -να τους μελετήσετε. Αυτός ο σταυρός είναι ο πιο χειρότερος στον αιώνα μας.
Υπάρχει όμως και ένας τέταρτος σταυρός, ο πιο ευλογημένος, που οδηγεί στον αγιασμό και στην θέωση. Μάλιστα υπάρχει και τέτοιος σταυρός. Είναι σταυρός ασκητικός, που έχει μέσα του το αναίμακτο μαρτύριο της συνειδήσεως, και γι’ αυτόν τον σταυρό καμαρώνω! Μόνος μου τον επιλέγω, γι’ αυτό και κάθε μέρα βιάζομαι, αφού οι βιασταί αρπάζουσι την Βασιλείαν του Θεού, την Βασιλείαν των Ουρανών. Έτσι λοιπόν βία στην προσευχή, βία στην εγκράτεια, βία στην πνευματική νηστεία των αισθήσεων και των λογισμών, βία στο κομποσχοίνι, βία στην αγρυπνία, βία στο να υπομένω αγογγύστως τα δεινά της ζωής. Βία στην υπακοή. Βία στην τήρηση των εντολών, βία για πνευματική ζωή, δηλαδή βία για μετάνοια καθημερινή, νήψη και προσοχή, βία! Βία, βία κατά Χριστόν! Και ο σταυρός αυτός γίνεται ανάστασις, ο πόνος λύτρωσις, και το σκοτάδι φως. Ιδού ο αγιασμός!

Χριστιανοί μου, κάθε σταυρός στη ζωή μας, κάθε πόνος και θλίψις, όταν σηκώνεται με υπομονή και δοξολογία προς τον Θεόν είναι ευλογία, θεία ευλογία. Ενώ το κακόν και η αμαρτία είναι κατάρα και κόλασις αιωνία. Εμείς επιλέγουμε ποια θα είναι η στάσις στη ζωή. Τι διαλέγομε; Την αγάπη ή το μίσος; Την αρετή ή την κακία; Την πνευματική βία, ή τη ραθυμία, ή την τεμπελιά, ή την αδιαφορία, τι διαλέγουμε; Το Ευαγγέλιο του Θεού ή τις προπαγάνδες και τα συνθήματα του κόσμου τούτου της αμαρτίας και της κουλτούρας του αιώνος μας;
Εμείς διαλέγουμε τον Σταυρόν του Χριστού όλοι μας, όσοι είμαστε εδωμέσα σήμερα διαλέγουμε αυτόν τον Σταυρόν, τον Σταυρόν του Χριστού, γι’ αυτό και πιστεύουμε και ομολογούμε, αυτό που διακήρυξε ο Απόστολος Παύλος.
«Εμοί το ζειν Χριστός, και το αποθανείν κέρδος».
Αμήν.

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Η αξία τών χαιρετισμών



207-δ
Β' Χαιρετισμοί, 2008

Μαρτυρία κυρίας Άννας Καραΐσκου Στίκα από τη Βέροια.
«Είμαι τριάντα χρόνια παντρεμένη και έζησα εικοσιέξι χρόνια με την πεθερά μου στο ίδιο σπίτι. Πέρασα πολύ δύσκολα γιατί τα τελευταία πέντε έτη ήταν κατάκοιτη. Ήμουν και εργαζομένη. Και όταν γύριζα στο σπίτι έβρισκα την πεθερά μου λερωμένη, και το σπίτι άνω κάτω που βρωμούσε.
Το πρώτο καιρό που μύριζε το σπίτι δεν ήθελα να έρχεται κανείς σ’ αυτό. Απ’ τη στιγμή που με την βοήθεια του πνευματικού μου, δεν το έβλεπε σαν αγγαρεία αλλά σαν ευλογία, έπαψε να μου μυρίζει το σπίτι. Έβαζα με τον λογισμόν μου, ότι υπηρετώ τον ίδιο τον Χριστό. Μια φορά που είχα λογισμούς και γόγγυσα τότε αισθάνθηκα και πάλι την ίδια δυσωδία και βρώμα.
Ένα βράδυ ήμουν μόνη μου στο σπίτι και η πεθερά στο δωμάτιό της, κατάκοιτη. Πήγα να δω τι κάνει και βλέπω να έχει λερώσει τα πάντα, σεντόνια, κουρτίνες, χαλιά. Ενώ κανονικά έπρεπε να βρωμάνε, ένοιωσα μια ευωδία που δεν πρόκειται να την ξεχάσω ποτέ, και μια γαλήνη μέσα μου για αρκετή ώρα μέχρι που καθάρισα την πεθερά μου.
Απ’ την ημέρα που ένοιωσα την ευωδία μέχρι που εκοιμήθη, κάθε φορά που έπρεπε να την καθαρίσω και να της κάνω μπάνιο, ένοιωθα μέσα μου μια γαλήνη, μια ηρεμία και δεν μου μύριζε απολύτως τίποτα».

Σας διάβασα αυτήν την μαρτυρία την οποία βρήκα σε ένα βιβλίο γραμμένη, αλλά ενθυμήθην εγώ, πολλές τέτοιες όμοιες περιπτώσεις, πολλές και αρκετές, στα σαράντα οκτώ, σαράντα εννιά χρόνια που είμαι κληρικός. Ενθυμούμαι μάλιστα τα παλιά εκείνα χρόνια που δεν υπήρχαν τα μέσα και οι ευκολίες και τα χαρτοβάμβακα, πόσο εταλαιπωρούντο ορισμένες νύφες ή και κόρες, και σε μια συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα και μια ανιψιά, οι οποίες για χρόνια πολλά, επεριποιούντο τέτοιου είδους καταστάσεις. Η βρώμα να απλώνεται όχι μόνο μέσα στο σπίτι και να μυρίζουν τα πάντα αλλά και έξω από αυτό. Αλλά όμως, η αυταπάρνησις, η αγάπη…

Και μία εξ αυτών, κατόπιν συμβουλής ενός τότε ιεροδιακόνου, άρχιζε τη νύχτα να διαβάζει γονατιστή δίπλα στο κρεβάτι, στην ώρα που εκείνη εβυθίζετο στον ύπνο και στη νάρκη, λόγω της καταστάσεως που είχε, να διαβάζει τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Και έβλεπε λοιπόν να εξέρχεται τότε μία ευωδία η οποία να καθαρίζει όλο το σπίτι. Ήταν μερικές φορές τόσο δυνατή αυτή, που δεν ήξερε από πού έβγαινε, ώστε την έπνιγε και μερικές φορές αναγκαζόταν να ανοίγει τα παράθυρα, για να μπορεί να αναπνεύσει. Υπήρξαν και μάρτυρες οι οποίοι έλεγαν, περνώντας έξω απ’ το σπίτι, «Να η Δεσποινούλα πάλι θυμιατίζει»! Αλλά δεν θυμιάτιζε η Δεσποινούλα. Εθυσιαζόταν δίπλα σ’ αυτήν την υπέργηρη θεία, την οποία είχαν εγκαταλείψει νύφες και κόρες. Να το πω ξανά; Την είχαν εγκαταλείψει νύφες και κόρες και την επεριποιείτο μέχρι αυτοθυσίας μια ανιψιά. Λοιπόν.. Κάθε βράδυ, κάθε βράδυ, της διάβαζε και μια φορά, και δυο φορές, γιατί όταν διαπίστωνε λοιπόν, ότι κατά την διάρκεια που διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, έβγαινε τόση ευωδία, - βέβαια ανταποκρινόταν η Παναγία στη θυσία της, γιατί τι έλεγε; Τώρα περιποιούμαι την Παναγία, αν ήταν αυτή άρρωστη, αφού έχω και το όνομά της, δεν θα έτρεχα εγώ να την περιποιηθώ; Έτρεχε λοιπόν. Και το θαύμα … Βλέποντας ότι πολλές φορές, ότι κατά την διάρκεια των χαιρετισμών, ηπλώνετο τόση χάρις, απ’ την Παναγία σαν αμοιβή για την ολοήμερη θυσία της, και τη νυκτερινή ακόμα, βλέποντας αυτό το πράγμα, επαναλάμβανε τους Χαιρετισμούς, και τους έλεγε και δυο και τρείς και πέντε και δέκα φορές. Μια φορά δεν χόρτασε, και κατάφερε να τους λέει τους Χαιρετισμούς όλη τη νύχτα. Σκεφτείτε δηλαδή αν ήταν πέντε έξι ώρες, θα τους είπε περισσότερο από εικοσιτέσσερεις φορές. Τι ευλογία και τι χάρις.

Μακάρι να μπορούσαν τούτα τα λόγια, σα να πάνε σε όλες τις νύφες, και σε όλες τις κόρες όλης της Ελλάδος, γιατί έχουμε παραπετάξει, παραπετάξει τους γονείς μας… Λοιπόν είναι ένα μικρό μάθημα, για όλους μας, για να δούμε τι αξία έχει η περιποίησις των γερόντων. Και ειδικότερα μάλιστα όταν το κάνουμε αυτό με ολοπρόθυμη και ολοκάρδια ψυχής. Με όλη μας την ψυχή, με όλη μας την καρδιά, με όλη μας την διάθεση. Σαν να υπηρετούμε τον ίδιο το Χριστό, όπως είπε εδώ η κυρία αυτή, και όπως το ομολόγησαν τόσες και τόσες ψυχές οι οποίες έχουν έρθει κάτω από το πετραχήλι. Έχουν πολύ ευλογία. Και ξεπληρώνονται πολλές πολλές αμαρτίες. Πολλές αμαρτίες.

Ενθυμούμαι μία θεία η οποία είχε την καλή διάθεση να πλένει τους κεκοιμημένους και τους νεκρούς, και ακόμα και αυτούς τους ζητιάνους τους εγκαταλελειμμένους σε οποιοδήποτε μέρος της πόλεως, αρκεί να την φώναζαν. Μέσω του συζύγου της, ήξερε ορισμένες φορές, και αντιλαμβανόταν τον θάνατον αυτών των ανθρώπων, τους έπλενε, τους καθάριζε, τους ετοίμαζε, έτοιμοι για να τους κηδέψουν την επομένη μέρα.
Ξέρετε κάποτε μου είπε ένα μυστικό της. – Έχει κοιμηθεί τώρα αυτή. Δεν πρόκειται να μας ακούσει, ούτε και να υπερηφανευτεί γι’ αυτό που θα πούμε. – Μια φορά που προσηύχετο, την ανέβασε ο Θεός στο ταβάνι! Η αμοιβή για τους κεκοιμημένους. Για την περιποίηση αυτή. Η αμοιβή για τους γέροντες και τις γερόντισσες που είναι κατάκοιτες. Αυτό είναι το μάθημα. Διότι όταν τους ξέπλενε, έλεγε τους Χαιρετισμούς.

Να το θυμάστε αυτό. Και υπάρχουν και μερικές ψυχές οι οποίες λένε και ομολογούνε σήμερα, ότι τους Χαιρετισμούς φροντίζουν να τους λένε όλη την ημέρα, όποτε ευκαιρούν και όποτε τους δίνεται αυτή η δυνατότητα, μέσα στην πληθώρα βέβαια των υποχρεώσεων που έχει μια μητέρα μέσα σένα σπίτι και σε μια οικογένεια.
Αυτό είναι το μάθημα που ήθελα να σας δώσω, με το μικρό αυτό κήρυγμα, και με τα δύο τρία αυτά μικρά παραδείγματα.

Είθε όλοι σας ως γυναίκες, κυρίως σε σας απευθύνομαι, και τις μικρές και τις μεγάλες, να της μοιάσετε, και θα έχετε αμοιβή και καλήν απολογία μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού, διότι σύμφωνα με το μ’ αυτό που θα ύστερα οι ψάλτες μας εδώ, θα απαγγείλουν και που το διαβάζετε και σεις στα σπίτια σας, το «Άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε», θα έρθει η Παναγία στην απολογία μας ενώπιον του φοβερού βήματος του Χριστού, και θα σταθεί συνήγορος και θα μας υπερασπιστεί για να κερδίσουμε την αιώνια ζωή. Αυτή την αιώνια ζωή, μέσω της αγάπης μας προς την Υπεραγία Θεοτόκο, που φαίνεται και με την απαγγελία των Χαιρετισμών, είθε να την αξιωθείτε όλοι σας, και μαζί με σας, και μεις,

Αμήν.

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2008

Διά τών εντολών βαστάζουμε καί εμείς τή Θεία Χάρι



207-γ
Α' Χαιρετισμοί, 2008

Ας πούμε ότι είμαστε μια βραδιά στις κατακόμβες.
Και τότε οι χριστιανοί μετά φόβου και λαχτάρας, ευλαβείας και τρόμου, άκουγαν τον λόγον του Θεού. Και βγαίναν πιο δυνατοί, πιο ενισχυμένοι, πιο ισχυροί. Και κρατώντας τα κεριά στα χέρια τους, έβγαιναν απ’ αυτές, και όσοι συλλαμβάνονταν οδηγούνταν στα αμφιθέατρα και στα μαρτύρια.
Αλλά βγαίνοντας όμως από τις κατακόμβες, είχαν μέσα στην καρδιά τους και στην αγκαλιά τους τον ίδιο τον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους και όλους εκείνους οι οποίοι είχαν μαρτυρήσει πριν απ’ αυτούς. Και το αίμα εκείνο, για κείνους, ήταν δυνατό, διότι κυκλοφορούσε και στο δικό τους αίμα.
Έτσι λοιπόν, βαστάζοντας αυτόν που βαστάζει τα πάντα, διότι έτσι μας είπε και ο πρώτος Χαιρετισμός, «Χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα», τον εβάσταζαν και Αυτόν, δηλαδή τον Χριστόν, και μπορούσαν να μπουν στις αρένες, και να τους σκοτώσουν οι μονομάχοι ή να τους φάνε τα άγρια θηρία, ή να υποστούν τα φρικτά μαρτύρια εκείνοι οι πραγματικοί λεβέντες, γιατί σήμερα οι περισσότεροι από μας τους λεγομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς, κάθε άλλο παρά έχομε πνευματική μέσα μας εσωτερική λεβεντιά. Οι περισσότεροι είμαστε νερόβραστα κολοκύθια, και τίποτα περισσότερο.
Με τους Χαιρετισμούς βέβαια τιμούμε την Παναγία μας, την Μητέρα του Χριστού, αφού ο Κύριος είναι τέλειος άνθρωπος και συγχρόνως και τέλειος Θεός, αδιαιρέτως, ασυγχύτως, ατρέπτως και αναλλοιώτως, ενωμένος στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Η Παναγία μας έφερε στη γη τον Χριστόν, όταν Τον γέννησε εκ Πνεύματος Αγίου, εκεί στη Βηθλεέμ, όταν Τον θήλαζε από τους παρθενικούς μαστούς της, όταν Τον αγκάλιαζε τρυφερά, και του μάθαινε τα πρώτα βηματάκια της ζωής, όπως κάνει η κάθε μια μητέρα. Τον υπηρέτησε πιστά εδώ στη γη, για τη δική μας σωτηρία. Γιατί; Για να δούμε κατά πρώτον την Παναγία μας να βαστάζει τον βαστάζοντα τα πάντα.

«Χαίρε», λοιπόν, μας λέγει αυτός ο σημερινός Χαιρετισμός, συ Παναγία μου που βαστάζεις στην αγκαλιά σου, Αυτόν που βαστάζει, κρατεί, ολόκληρον τον κόσμον στα χέρια Του. Και τον ορατόν, και τον αόρατον. Και τον υλικόν και τον πνευματικόν κόσμον των αγγέλων. Δια της Παναγίας μητρός Του, μας καλεί ο Κύριος όλους μας, και μας καλεί παρ’ όλες τις αμαρτίες και τις αισχρότητες και τις αναξιότητές μας, μας καλεί, πού; Στο σπίτι Του, στην Κιβωτό της σωτηρίας, στην Εκκλησία με τα μυστήριά της, εκεί μας καλεί!
Και μέσα σ’ αυτό το ουράνιο παλάτι του Χριστού, θα συναντήσουμε πρώτα πρώτα τους Αποστόλους και μαθητάς Του, που δόξασαν τον Θεόν ως Ευαγγελισταί και κήρυκες του Ευαγγελίου εν όλη τη Οικουμένη. Και κήρυξαν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών, τον παθόντα και ταφέντα και Αναστάντα την τρίτη ημέρα.
Κήρυξαν μετάνοια και πίστη στη νέα θρησκεία της Αναστάσεως των νεκρών! Αυτή είναι η θρησκεία μας, αυτή είναι η πίστις μας, η πίστις μας στην Ανάσταση των νεκρών και της δικαίας Κρίσεως όλων των ανθρώπων, μηδενός εξαιρουμένου.
Και κει θα αντικρύσουμε όλους τους προφήτας της Παλαιάς Διαθήκης, και εκεί θα τυφλωθούμε από την θεϊκήν λάμψη, που θα ακτινοβολείται από τους χορούς των εκατομμυρίων μαρτύρων και ομολογητών που υπέστησαν για την αγάπη του Χριστού, με χιλιάδες χιλιάδες βασανιστήρια, εξορίες, διωγμούς, φυλακίσεις και θάνατους πολλούς. Εκεί θα συναντήσουμε όλους τους ασκητάς και τους ερημίτες, όλους τους οσίους που διέλαμψαν με τα σκληρά ασκητικά παλέσματά τους, με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και εγκράτεια, λαβόντες ουράνια χαρίσματα.
Το ψάλλουμε και στο απολυτίκιο, «νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ουράνια χαρίσματα λαβών», ψάλλομε αυτό το απολυτίκιο για κάθε μεγάλο όσιο της Εκκλησίας μας.
Εκεί θα δούμε και τους δια Χριστόν σαλούς να δοξάζονται, με πολλή δόξα επειδή νίκησαν κάθε ανθρώπινο πάθος και κάθε ανθρώπινη αδυναμία, νικώντας ακόμα και κατά κράτος και αυτόν τον διάβολο και τις μηχανές του.
Θα συναντήσουμε και όλους τους σεσωσμένους χριστιανούς, τους απλούς ανθρώπους του λαού και τον ταπεινό κλήρο.
Θα συναντήσουμε ακόμα και θα αγκαλιάσουμε θερμά και όλους τους δικούς μας που ήδη έχουν σωθεί, έστω και την τελευταία στιγμή της ζωής τους, δηλαδή τους γονείς μας, τα αδέλφια μας, τα παιδιά μας τυχόν, τους συγγενείς μας, τους φίλους, τους γείτονας, τους συναδέλφους και άλλους πολλούς.
Στο παλάτι του Θεού χριστιανοί μου, στη Βασιλεία των Ουρανών, θα έχουμε πολλές πολλές εκπλήξεις. Εκεί βέβαια θα δοξάζονται πρώτον, όλοι όσοι νίκησαν τον εαυτόν τους, και μετέπλασαν τα πάθη τους σε αρετές.
Δεύτερον. Όλοι όσοι προσεύχονταν συνεχώς, με νηστείες, αγρυπνίες, και σωματικές κακοπάθειες για όλον τον κόσμο, σηκώνοντας πάνω και μέσα στις καρδιές τους τις θλίψεις, τους πόνους και τις χαρές όλων των ανθρώπων της γης.
Τρίτον, εκεί δοξάζονται όλες οι τάξεις των αγίων και των σεσωσμένων χριστιανών που αναφέραμε προηγουμένως.
Τέταρτον οι πτωχοί τω πνεύματι, διότι ο ίδιος ο Κύριος, βεβαιώνει λέγοντας «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η Βασιλεία των Ουρανών». Δηλαδή όσοι δεν τήρησαν στην ζωή τους την ταπείνωση, και το ταπεινό φρόνημα εφ’ όρου ζωής, ως ένδυμα ζωής, χωρίς καμιά κατάκριση ή και κρίση ακόμα.
Θα συναντήσουμε και όλες τις τάξεις των αγίων και σεσωσμένων, που έλαβαν την Θεία Χάρη, είτε διά της Θείας Κοινωνίας, είτε δια του Αίματος του μαρτυρίου. Διότι για πολλούς και πάρα πολλούς το αίμα που έχυσαν ήταν ταυτόχρονα και λουτρό βαπτίσματος. Άρα νοερά και αισθητά, αγκάλιασαν τον ίδιο τον Χριστό, όπως και ο ίδιος τους πήρε στην αγκαλιά τη δική Του, στην αγκαλιά της Βασιλείας Του.
Και όσοι από τους βαπτισμένους Ορθοδόξους Χριστιανούς, μετενόησαν την τελευταία στιγμή, αλλά χωρίς Θεία Κοινωνία, διότι οι συνθήκες δεν το επέτρεψαν, και σ’ αυτούς ήλθε η νοερά γεύσις της Θείας Μεταλήψεως, όταν για πρώτη φορά κοινώνησαν ως βρέφη μετά το Άγιον Βάπτισμά τους.

Έτσι λοιπόν, βαστάξαμε και μείς, και βαστάζουμε τον Χριστόν μέσα μας, κάθε φορά που κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων. Η σωστική όμως Χάρις, έρχεται πρώτα από το Άγιον Βάπτισμα, εφόσον βαπτιζόμεθα μωρά, ύστερα από το Χρίσμα, ακολουθεί η πίστις και η μετάνοια και σφραγίζεται με τη Θεία Κοινωνία.
Αν όμως βαπτιστούμε μεγάλοι, τότε προηγείται η πίστις. Η πίστις άλλωστε εξ ακοής, αποδέχεται κανείς πλήρως το Σύμβολον της Πίστεως, αποτάσσει τον Σατανά, συντάσσεται με το στράτευμα του Ιησού Χριστού και κατόπιν μπαίνει στο λουτρό του Βαπτίσματος. Για να ακολουθήσει το Χρίσμα και ευθύς αμέσως η Θεία Κοινωνία. Και τότε γίνεται ο κάθε νεοβαπτισμένος, και ένα μέλος της Βασιλείας των Ουρανών, γίνεται μέλος της Εκκλησίας του Σώματος του Ιησού Χριστού, και μείς, εμείς, γινόμεθα μέλη Του. Αυτός μας έχει μέλη Του. Δικά Του μέλη. Γι’ αυτό όταν κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων παίρνουμε και βάζουμε μέσα μας το Αίμα του Ιησού Χριστού, και μας κάνει σύσσωμους με Αυτόν, και σύναιμους με Αυτόν.
Δεν μεταβάλλεται το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού στα συστατικά τα δικά μας, που το παραλαμβάνουν δηλαδή εντερικές λάσπες, όχι, αλλά εμείς μεταβαλλόμεθα σε Αυτό που παίρνουμε. Και έτσι γινόμεθα Χριστοφόροι και Θεοφόροι.
Σκοπός είναι να μεταμορφωθούμε. Εάν μεταμορφωθούμε θα μπορέσουμε να βαστάξουμε ακόμα και με την προσευχή μας, και με το κομποσχοινάκι μας, και με τη μελέτη του Ιερού Ευαγγελίου, που την ξεχνάμε αυτήν την μελέτη, την ξεχνάμε. Ο λόγος και το Ευαγγέλιο που κρατάμε στα χέρια μας, είναι ο ζωντανός Θεός, είναι η φωνή που ακουγόταν σε όλη την Γαλιλαία και σε όλη την Ιουδαία, και σε όλη την Σαμάρεια, και σε ολόκληρη την Ιερουσαλήμ, και σε κάθε καρδιά ανθρώπου. Αυτός ο λόγος βαστάζεται στην καρδιά μας, πραγματοποιεί το θαύμα, τη μεταμόρφωση και τη σωτηρία.
Επομένως λοιπόν η προσευχή, η μελέτη του Ευαγγελίου, ο εκκλησιασμός, η εξομολόγησις, η μετάνοια και η συντριβή, τα δάκρυα για τις πτώσεις μας και τις αμαρτίες μας και η Θεία Κοινωνία, μαζί με την τήρηση των εντολών και την καλλιέργεια των θείων αρετών, θα μας δώσουν αυτήν την αίσθηση, την πνευματική, και μακάρι να λειτουργούσαν οι πνευματικές μας αισθήσεις, μακάρι να λειτουργούσαν πάντοτε, και τότε θα καταλαβαίναμε, θα νοιώθαμε, θα ζούσαμε πώς να σας το πω, πως νοιώθετε το ρούχο που φοράτε πάνω σας, πως νοιώθουμε ότι μασάμε την τροφή και την καταπίνουμε, πως νοιώθουμε το νερό, που μας ξεδιψάει από τη δίψα, κάτι παρόμοιο θα μπορούσα να πω, έχει μια αίσθηση η Θεία Χάρις μέσα στην ψυχή. Είναι η πληροφορία της μεταμορφώσεώς μας, μια πρόγευσις για τη σωτηρία μας. Μια πρόγευσις ότι βαστάζουμε μέσα μας και μείς, αν όχι τον ίδιο τον Κύριο, βαστάζουμε όμως την Χάρη Του, διότι η Βασιλεία του Θεού, εντός ημών εστί.

Εύχομαι αυτήν την στάση, αυτήν την αίσθηση, να την έχουμε και μείς για πάντα σε όλη μας τη ζωή, ιδιαιτέρως δε, την ώρα που θα ξεψυχάμε να έχουμε μέσα μας την αίσθηση ότι βαστάζουμε τον βαστάζοντα τα πάντα,
Αμήν.

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2008

Ο πνευματικός αγώνας κάνει θαύματα



207-β
Κυρ.τής Τυρινής, 2008

Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα ασχολήθηκε με τρία πράγματα.
Αφενός μεν, με το κατά πόσον αφήνουμε και συγχωρούμε εμείς τα ελαττώματα, τις αδυναμίες και τις κακίες του πλησίον μας. Εάν μη αφήτε τα παραπτώματα του πλησίον σας, ουδέ ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος θα αφήσει, θα συγχωρήσει και τα δικά σας πταίσματα. Διότι και στην εξομολόγηση να ’ρθείτε, εάν δεν έχετε συγχωρήσει, δεν θα συγχωρηθείτε έστω και αν σας διαβάσουν δέκα ιερείς ευχές και δέκα δεσποτάδες. Πρέπει πρώτα να μάθετε να συγχωρείτε με όλη σας την καρδιά και έτσι θα είμεθα άξιοι να λάβουμε Σώμα και Αίμα Ιησού Χριστού.
Κατόπιν μίλησε για την νηστεία, για την οποίαν και ο Απόστολος Παύλος το τόνισε με πολύ αυστηρό τόνο, ότι δεν έχουμε δικαίωμα να κρίνουμε κανέναν, ούτε αυτόν που νηστεύει, ούτε αυτόν που δεν νηστεύει. Δεν είμεθα εμείς οι κριταί των ανθρώπων. «Συ τις ει ο κρίνων αλλότριον ικέτην», ερώτησε ο Απόστολος Παύλος. Πάσα κρίσις ανήκει στον δίκαιον Θεόν, αυτός θα κρίνει, δεν θα κρίνουμε εμείς. Και όταν νηστεύουμε δεν θα το γνωρίζει κανένας, ούτε και θα βγαίνουμε έξω να το διαλαλούμε. «Συ δε νηστεύων», λέει, «άλειψέ σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψε, ίνα μη φανείς νηστεύων τοις ανθρώποις». Κανένας δεν πρέπει να το γνωρίζει. Το κρατάς μόνον για τον εαυτόν σου. Δεν θα πεις, «δεν θα κάνομε ομολογία»; Μετά διακρίσεως θα γίνει και αυτή η ομολογία. Όχι μετά υπερηφανείας. Άλλωστε οι περισσότεροι σήμερα έχουμε τόσες πολλές αρρώστιες, και εκείνοι που θέλουν να νηστέψουν είναι συνήθως οι μεγάλοι, οι καϋμένοι, και αυτοί ταλαιπωρούνται από χίλια δυο βάσανα, βάσανα ασθενειών.
Το τρίτο πράγμα που ετονίσθη είναι η θησαύρισις των αγαθών. Ότι πρέπει να θησαυρίζουμε και να αποταμιεύουμε με τη ζωή μας ολόκληρη στον ουρανό και όχι στην γη.

Και χθες ετονίσθη ιδιαιτέρως το θέμα της προσευχής, κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μη γνωρίζει κανείς ότι προσεύχεσαι. Και ακόμα και δω μέσα στο ναό, το επαναλάβαμε πολλές φορές, που είναι δημόσια λατρεία, δημόσια προσευχή, γίνεται ταυτόχρονα και προσευχή καρδίας. Από μέσα σας δηλαδή και από μέσα μας, θα κράζουμε και θα φωνάζουμε το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", και από μέσα μας θα συνοδεύουμε τις φωνές και τα ψαλσίματα μόνον των ιεροψαλτών και όχι των ιερέων, ποτέ των ιερέων, αυτό αποτελεί αμάρτημα.

Για να δείτε πώς εφαρμόζονται οι εντολές του Αγίου Θεού, θα σας αναφέρω μια ιστορία η οποία ανεγράφη και μοιράστηκε στην Αμερική.
Και μου έκανε βέβαια βαθειά εντύπωση, διότι την έχω ξανασυναντήσει πολλές φορές από αγίους, όπως από τον Άγιο Αβραάμιο και την ανιψιά του την Μαρία και από άλλους αγίους, και από εδώ παραδείγματα στη ζωή μας, εδώ.

Ζούσε στις Αθήνας κάποιος άνθρωπος ο οποίος ονομάζετο Νικόλαος. Ταπεινός, ευσεβής, με τη νηστεία του, την αγρυπνία του και με «καταστάσεις» όπως γράφει στις άγιες προσευχές του. Είχε δε επίσης και πολλή την ελεημοσύνη, κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μην την γνωρίζει κανείς.
Στα τριανταπέντε του χρόνια, εφόσον ετακτοποίησε τις άγαμες αδελφές του, απεφάσισε να έλθει εις γάμου κοινωνίαν, δηλαδή να παντρευτεί. Όπως ήταν φυσικό, θα έπρεπε να ψάξει, εφόσον ήτο και ευσεβής, μία κοπέλα μέσα από την Εκκλησία, και πιθανόν να πείτε και μέσα από τις αδελφότητες, και οπουδήποτε όπου υπήρχε ευλάβεια και ευσέβεια σε χώρους χριστιανικούς.
Αλλά όμως εκείνος διάλεξε κάτι άλλο.
Πήγε στην πλατεία Βάθης και πήγε σε ένα σπίτι της αμαρτίας. Και την πρώτη κοπέλα που τον υποδέχτηκε, της είπε :
«Σήκω και έλα μαζί μου. Έταξα στο Θεό να γλυτώσω μια ψυχή από τη λάσπη. Έλα να σε βγάλω από δω μέσα. Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;»
Βέβαια κεραυνός να έπεφτε στο κεφάλι της κοπέλας, δεν θα ξαφνιάζονταν τόσο πολύ, όπως ξαφνιάστηκε εκείνη τη στιγμή. Την ευκαιρία βέβαια δεν την έχασε και έτσι δέχτηκε. Τη δέχτηκε με την προϋπόθεση ότι θα εξομολογείτο και θα άρχιζαν μία καινούργια ζωή, όπως και πράγματι έγινε.
Η πρώην άσωτη γυναίκα ήταν πλέον στο πλευρό του Νικόλα σαν αγνότατο ρόδο. Φρόνιμη και σιωπηλή με τα νεανικά της χρόνια φωτεινά πλέον, απ’ τη μετάνοια και την εξομολόγηση στο καθαρό της πρόσωπο.
Πέρασε αρκετός καιρός. Αλλά η αμαρτία όμως είναι δυνατή, και δεν παρατάει εύκολα τα πλάσματα που δουλέψανε γι’ αυτήν, και για το μεγάλο αφεντικό της αμαρτίας που λέγεται διάβολος.
Έτσι λοιπόν η γυναίκα του Νικόλα, κύλισε ξαφνικά στην παλιά αμαρτία, και έγινε τώρα πλέον μοιχαλίδα. Σαν να την έπιασε βέβαια ένα είδος τρέλας.
Της μίλησε ο Νικόλας, ο καλός εκείνος σύζυγος,
«Κοίταξε», της είπε, «δεν σου κρατάω καμιά κακία. Θα σ’ αφήσω όσα λεφτά έχω και το σπίτι ακόμα, και γω θα πάω στο Άγιον Όρος. Και αν με κρατήσουν θα γίνω μοναχός, αν όχι, θα γυρίσω πίσω, και θα δούμε τι θα κάνουμε.»
Και έφυγε.
Φτάνοντας ο Νικόλας στο Άγιον Όρος, έψαξε και έμαθε για έναν περίφημο και άγιον πνευματικό, ας τον πούμε παπα-Σάββα, και πήγε να τον συμβουλευτεί. Σαν τον άκουσε εκείνος, πήρε αυστηρή όψη και του είπε:
«Δεν έχεις καμιά δουλειά εδωπέρα. Αμαρτάνεις μόνον που το σκέπτεσαι. Έταξες να σώσεις την γυναίκα σου. Να πας πίσω να την ξαναπαρεις κοντά σου. Και προσπάθησε με τη ζωή σου, με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή και ελεημοσύνη να την σώσεις.»
Αποσβολώθηκε ο Νικόλας, κοντοστάθηκε, του φάνηκε πολύ βαρειά αυτή η εντολή του πνευματικού, κατάλαβε όμως ύστερα από προσευχή που έκαμε κατά την διάρκειαν της αγρυπνίας εκεί στο κελάκι του εκείνου αγιασμένου γέροντος και πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω.
Άνοιξε την αγκαλιά του, άνοιξε το σπιτικό του και την ξαναπήρε μέσα. Εκείνη ύστερα από την όλη αυτή διαδικασία, συγκινήθηκε, εξομολόγησε και έβαλε καινούργια αρχή.
Μα η αμαρτία είναι και γλυκιά και δυνατή και ισχυρή. Και η γυναίκα ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε.
Ο Νικόλας υπέμενε, καρτερούσε, αγρυπνούσε ώρες, γονατιστός προσευχόταν γι’ αυτήν, σιωπούσε και νήστευε, νήστευε εξαντλητικά.
Ερεθισμένη από αυτήν την ανοχή πρόσθεσε στην ντροπή και κάτι άλλο πλέον, την άσχημη συμπεριφορά της. Άρχισε να τον φωνάξει, να τον ξευτιλίζει, να τον βρίζει, να τον ματώνει καθημερινά με την θηριώδη εκείνη συμπεριφορά της, την διαβολική. Πόσο θα μπορούσε αλήθεια να βαστάξει ο ανεξίκακος εκείνος άγιος άνθρωπος του αιώνος μας;
Περνούσαν τα χρόνια και ο Σταυρός γινόταν όλο και πιο αβάσταχτος. Έδειχνε σιγά σιγά να λυγίζει.
Και ξημέρωνε ημέρα της Καθαράς Δευτέρας. Την πέρασε γονατιστός, λύγισε μπροστά στην σιωπή του Θεού που έδειχνε πως δεν νοιαζόταν πλέον για το πλάσμα του. Έπεσε μπροστά στο εικονοστάσι και με λυγμούς φώναξε:
«Θεέ μου ή φώτισέ την και δώσ’ της μετάνοια αληθινή, ή πάρε με. Δεν αντέχω άλλο τούτο το βάσανο δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια».
Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια!
Η γυναίκα του που ήλθε απέξω από την αμαρτία, γιατί είπαμε ήτανε νύχτα και ξημέρωνε η Καθαρά Δευτέρα, ήταν μια τέτοια ημέρα, που τον βρήκε γονατιστό και άκουσε και τα λόγια που έλεγε κλαίγοντας τούτος ο άνθρωπος, τη συγκλόνισε κυριολεκτικά, την πήραν τα κλάματα, … κατάλαβε την άβυσσο των κριμάτων της, … ήταν «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», αλλά η μετανοημένη πλέον.
Κεραυνοχτυπημένη λοιπόν από την θεία φώτιση, σωριάστηκε στα πόδια του και φώναξε:
«Συγχώρεσέ με, δεν είμαι μόνο τιποτένια, αλλά για τελευταία φορά. Για τελευταία και μοναδική φορά συγχώρεσέ με».
Και κείνος τη συγχώρεσε.
Και ακολούθησαν μετά από κείνην την βραδιά που ξημέρωνε η Μεγάλη Σαρακοστή και η Καθαρά Δευτέρα, ακολούθησαν χρόνια ευτυχίας, και με παιδιά μέσα στην οικογένεια, δύο αγγελούδια που τους χάρισε ο Πανάγιος Θεός, και ευλογία ήλθε μια για πάντα σε αυτό το σπιτικό, χάρις στην αγία υπομονή, τη μεγάλη καρδιά και την συγχωρητικότητα αυτού του ανθρώπου του Νικολάου, χάρις στην προσευχή του, χάρις στην υπομονή του, την ματωμένη υπομονή του, την πολλή του προσευχή και τα πολλά του τα δάκρυα.
Τελικά έσωσε έναν άνθρωπο.

Τώρα εγώ και σεις, αν ήμασταν στη θέση του, τι θα κάναμε; Γιατί αυτός ο άνθρωπος, όταν αύριο μεθαύριο κοιμηθεί, θα μας κρίνει επάνω στην Βασιλεία των Ουρανών για το πόσο υπήρξαμε ανεκτικοί στα σφάλματα του πλησίον μας. Δε λέω του συντρόφου μας, του πλησίον μας, του οποιουδήποτε πλησίον μας. Και πόση προσευχή κάναμε γι’ αυτόν, και πόση νηστεία, και πόσα δάκρυα χύσαμε για να αλλάξει ζωή, για να αλλάξει διαγωγή.
Αυτή είναι η αληθινή ζωή του Ευαγγελίου. Αυτή είναι η πράξις των Πράξεων των Αποστόλων, των συμβουλών των Αποστόλων, των εντολών του Αγίου Θεού, αυτή είναι η πράξις, την οποία πρέπει να την δείχνουμε με την ζωή μας κάθε μέρα.

Βλέπω εδώ έναν Καναδέζο, και αυτός θα σας καταμαρτυρήσει για την ησυχία και την τάξη που υπάρχει κατά την διάρκειαν της Θείας Κοινωνίας, και μετά το Δι’ Ευχών, του Αντιδώρου, χωρίς να ακούγεται ούτε μία λέξη μέσα στο ναό. Γιατί υπάρχει σεβασμός και ευλάβεια προς τον παρόντα ζώντα Θεόν, που εξακολουθεί και ειδικότερα από σήμερα να υπάρχει ζωντανός στην Αγία Τράπεζα, για την τέλεση των Προηγιασμένων Θείων Λειτουργιών. Για να δούμε ως πότε θα εφαρμόζουμε και θα τους μοιάζουμε όλοι μας;

Πάντως εκείνο που θέλω να παρακαλέσω όλους σας, είναι να ενθυμούμεθα ότι την αρετήν θα την διαπράττουμε όσο το δυνατόν δύναται στα κρυφά, μέσα στο ταμείον της καρδιάς μας, όπου θα θησαυρίζουμε τις αρετές του Αγίου Θεού, για να ωφεληθούμε όχι μόνον εμείς προσωπικά, αλλά για να ωφεληθεί και ο σύντροφος της ζωής μας, να ωφεληθούν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, και να δημιουργήσουμε με την δική μας αγιασμένη ζωή, με τη δική μας ανεξικακία, με την δική μας συγχωρητικότητα, με τη δική μας ολόθερμη αγάπη, όχι την ψεύτικη, όχι την φαινομενική, όχι των χειλέων, την καρδιακή αγάπη, να δημιουργήσουμε μία ασπίδα, ένα προπέτασμα πως θα το πώ, μια ασφάλεια, γύρω από την οικογένειά μας, ούτως ώστε χάριν ημών και χάριν των προσωπικών μας αγώνων, και της αγάπης που θα έχομε προς τον Θεόν και τον πλησίον, όταν θα έρθουν οι δύσκολες ώρες, -και έρχονται, δεν καθορίζουμε είπαμε ημερομηνίες, αλλά έρχονται,- να μας ασφαλίσει ο Θεός. Να πιάνομε το σάπιο δένδρο και να ζωντανεύει, το ξερό και να βγάζει καρπούς, να σταυρώνουμε το άδειο μπουκάλι και να γεμίζει από λάδι. Θα το κάνει ο Θεός, αφού το έκανε και στον άπιστο τον αχάριστο εκείνον Ισραηλιτικό λαό, για σαράντα ολόκληρα χρόνια στην έρημο. Θα το κάνει και σε μας όταν έρθουν οι δύσκολες αυτές ώρες, αρκεί να είμεθα από σήμερα και από τούτη τη στιγμή κοντά εις τον Πανάγιον Θεόν.

Η αγάπη του Αγίου Θεού, εύχομαι νάναι πάντοτε μαζί σας,
καλή και ευλογημένη Σαρακοστή,
και να υποδεχτούμε με την χάριν, και την αγάπη και τη δύναμη του Αγίου Θεού
και το Άγιον Πάσχα,
Αμήν.