Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Αφανείς ταπεινοί και αγιασμένοι λειτουργοί του Υψίστου

Κυρ. Προ της υψώσεως 13.09.2009



229α

Κατά την διάρκεια του χρόνου που κύλησε μέσα στις θερινές ημέρες, γνώρισα έναν εφημέριο σε κάποιο χωριό της πατρίδος μας που υπηρετούσε σε ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκείνη την εποχή της γνωριμίας μας τα παιδιά του ήσαν ήδη καταξιωμένοι επιστήμονες και με άριστη χριστιανική παρουσία. Και παρόλο που εφημέρευε για πολλά χρόνια σε χωριό με λιγοστούς κατοίκους, αυτό δεν σμίκρυνε τη χάρη της ιερωσύνης. Γι’αυτό όταν ύψωνε τα ροζιασμένα χέρια του από τις γεωργικές εργασίες στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, το ψωμί και το κρασί μεταβάλλονταν σε Σώμα και Αίμα Χριστού.
Αυτός λοιπόν ο ιερεύς μου διηγήθηκε τα εξής:

μια Κυριακή που έβρεχε καταρρακτωδώς, ελάχιστοι είχαν έρθει απ’το χωριό στην Θεία Λειτουργία στην Εκκλησία. Την ώρα λοιπόν που ήταν να πω «μεταβαλών το Πνεύματί Σου τω Αγίω» και ενώ ο ουρανός ήταν κατάμαυρος από την έντονη βροχή και τις βροντές, ξαφνικά άστραψε ένας ήλιος μέσα στο Ιερόν Βήμα.
Και φώναξα «Παναγία μου σώσε με, τι είναι αυτό;». Εγώ δεν καταλαβαίνω απ’αυτά παπά-Στέφανε, μήπως εσύ καταλαβαίνεις; Μπορείς να μου πεις; Α…και κάτι άλλο, μετά απλώθηκε σε ολόκληρο το ναό μια μυρουδιά από μύρο σαν αυτό που ευωδιάζει από το μυροδοχείο όταν σταυροειδώς σφραγίζουμε το νεοβαπτισθέντα. Κι η παράξενη αυτή ευωδιά παρέμεινε σχεδόν μέχρι τη Θεία Κοινωνία. Κι αυτό πάλι τι ήταν;
Φρόντισα να μη δείξω την έκπληξή μου και όσο φυσικότερα μπορούσα, απάντησα:
«Μπορεί ακριβώς εκείνη τη στιγμή να άνοιξαν για λίγο οι ουρανοί και να βγήκε ο ήλιος και να φώτισε από κάποιο παράθυρο το Άγιο Βήμα. Μπορεί εκείνη την ώρα…».
-Εμ ... τζάνεμ ... φώτισε μόνο το ιερό; Μόνον αυτό;
-Μήπως ήταν από τον ηλεκτρικό φωτισμό;
-Μπα, κι αυτές είχαν σβήσει από διακοπή του ρεύματος.
-Μήπως τότε ήταν αστραπή;
-Ε.. μπρε ... αστραπή και να κρατάει 3 λεπτά, πέντε;
Κι έμεινε με την απορία ο παππούλης θαυμάζοντας το ανεξήγητο για αυτόν γεγονός.
Σε κάποια άλλη στιγμή όμως μου είπε με παράπονο.
-Ε .. πάτερ Στέφανε, όλοι οι συνεφημέριοί μου με περιφρονούν..
-Έλα όμως που του απάντησα ότι η Παναγία μας την οποία υπηρετείς τόσα χρόνια εδώ σ’αυτόν το ναό, σε αναγνωρίζει για παιδί Της. Γι’αυτό και σου αποκάλυψε μια ακτίνα από την αγάπη της. Από τώρα και στο εξής θα της χρωστάς αιώνια ευγνωμοσύνη και θα την ικετεύεις την ώρα του θανάτου σου να έρθει Εκείνη να παραλάβει την ψυχούλα σου.
Ο παππούλης αυτός ήταν αγνός και καθαρός σαν τον πεντακάθαρο γαλάζιο ουρανό με εγκράτεια και προσευχή, με νηστεία πνευματική και σωματική, φιλακόλουθος και φιλομαθής, μελετούσε κάθε μέρα την Αγία Γραφή, τα Συναξάρια, τα Γεροντικά και πολλά άλλα πνευματικά βιβλία.

Το άλλο θέμα της ευωδίας δεν το έθιξα καθόλου.

Είναι αλήθεια χριστιανοί μου, αυτά που σας ανέφερα. Διότι, κι άλλος ιερεύς που ήτο διάκονος κατά τη διάρκεια μιας Θείας Λειτουργίας, όταν άρχισε να εκφωνεί τα πληρωτικά, μετά τη Μεγάλη Είσοδο, που λέμε «πληρώσομεν τη δέησιν ημών..» και τα λοιπά, εντελώς απρόσμενα ήρθε μια δέσμη φωτός -την είδε να εξέρχεται, όπως κοίταζε αυτός, από το αριστερό μέρος μεταξύ Αγίας Τράπεζας και Προσκομιδής, δηλαδή απ’αυτή την κατεύθυνση-. Κι ήταν τόσο εκτυφλωτικό και λαμπερό που έκλεισε τα μάτια του. Παρατήρησε όμως ότι παρά το ότι είχε τα μάτια του κλειστά συνέχιζε τις εκφωνήσεις. Κι ύστερα από λίγο το πανάγιο αυτό φως χάθηκε και ταυτόχρονα αισθάνθηκε να πλυμμηρίζει όλος ο ναός από χιλιάδες μύρα. Η καρδιά του για μέρες ήταν αιχμάλωτη από μια πρωτόγνωρη ευτυχία και μακαριότητα.

Και παρόλο που εγώ είμαι άχρειος δούλος, κληρικός ων, με αξίωσε ο Θεός, ν’ακούσω στη μακρόχρονη, 50 χρόνων ιερατική μου πορεία, και άλλες τέτοιες όμοιες εμπειρίες και όχι λίγες, τις οποίες τις περισσότερες σας τις απεκάλυψα ανωνύμως. Κι όλες από κληρικούς είτε εγγάμους είτε αγάμους. Είτε αγιορίτες, είτε εν τω κόσμω ταπεινούς λευίτες, που είχαν διατηρήσει την ψυχοσωματική τους αγνότητα και καθαρότητα δια βίου, με ταπεινό το φρόνημα, με ενεργουμένη την αγάπη ακόμα και προς τους εχθρούς, με φυλακή των αισθήσεων, με ζέουσα την πίστην, με βρεγμένη την προσευχή τους ... με δάκρυα δηλαδή.., με αληθινή τη μετάνοια, τη συντριβή και τον φόβον του Θεού. Με ανύστακτο το ενδιαφέρον τους για τη σωτηρία των ψυχών, ακόμα και των κεκοιμημένων, με πραότητα στη συμπεριφορά τους, με κατανόηση και ειρηνοποιοί, αληθινό αλλά αφανές κόσμημα για την ενορία στην πόλη, για το χωριό ή για την ιερά μονή ή σκήτη ή καλύβη του Αγίου Όρους.

Γνώρισα επίσης, ιερέα σε χωριό 500 κατοίκων που πήγαινε μόλις βράδιαζε στο νεκροταφείο, δυο φορές την εβδομάδα και διάβαζε τη νύχτα τρισάγια ένα στον κάθε τάφο, μισούς τη μια βραδιά και μισούς την άλλη.

Χριστιανοί μου, με όσα ανέφερα επιθυμώ να καταδείξω ότι ανάμεσα στον κλήρο παντός βαθμού υπάρχουν και κάποιες επαινετές εξαιρέσεις που με τις προσευχές τους βοηθούν όλους τους χριστιανούς κι όλο τον κόσμο. Αυτούς μάλιστα οι οποίοι αγωνίζονται εν Χριστώ, στον αγώνα που κάνουν εναντίον της κακίας, της πονηρίας, της αισχρότητος, των δυσκολιών και των πειρασμών της ζωής και γενικά βέβαια εναντίον της αμαρτίας.

Και από σήμερα, όλοι μαζί, και αυτοί που είναι παρόντες και αυτοί που είναι απόντες να βάλουμε μια καινούρια αρχή για μετάνοια, έλεος, πίστη, υπομονή και αγάπη. Μπορούμε να φωνάζουμε κάθε μέρα πρωί και βράδυ «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Κύριε, Κύριε, μη με απορρίψεις», «Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», «ήμαρτον στον Ουρανό και ενώπιόν Σου», «Ιησού Δαυίδ, ελέησόν με ως τον τυφλόν εκ γενετής».

Χριστιανέ μου! Κι εσύ χριστιανέ μου, κι εσύ χριστιανέ μου,
μάθε να περιμένεις για να ελεηθείς.
Μάθε να ελπίζεις και τότε θα αναπαυθείς.
Μάθε να μετανοείς και τότε θα ελευθερωθείς από τα πάθη σου.
Μάθε να υπομένεις και θα ανταμειφθείς.
Μάθε να πιστεύεις και θα ευλογηθείς.
Μάθε ν’αγαπάς, κι όλοι οι άνθρωποι, εχθροί και φίλοι, αγαθοί και πονηροί, μα όλοι, όλοι, θα βρίσκουν στέγη στην καρδιά σου.
Και τότε θα γεμίσεις από χάρη, από δύναμη και φως Χριστού. Και μέσα στα τόσα πνευματικά σκιρτήματα μπορεί να βιώνεις εν Χριστώ την εσχατολογική προσδοκία των σεσωσμένων. Και όλα αυτά με τις προϋποθέσεις που τονίσαμε. Με βάση, δηλαδή, του μέτρου της ταπεινώσεως που καλλιεργούμε όλοι μας και του μέτρου της εσωτερικής μας καθαρότητος και ιδιαιτέρως του νου. Θέλει σκληρό αγώνα προσευχής και καθάρσεως από τα πάθη, τις αδυναμίες, τις ιδιοτροπίες μας και από τις κακές συνήθειες, για να μπορέσουμε αποτελεσματικά να αντιμετωπίσουμε τα θλιβερά γεγονότα της ζωής, τις στενοχώριες και τους πειρασμούς της. Και τότε κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού, θα αποκτήσουμε νου καθαρό, χαριτωμένο και θεοειδή. Γι’αυτό και χρειάζεται πολύ προσευχή, μελέτη των γραφών και μετάνοια αληθινή.

Επαναλαμβάνω για να τονίσω ότι ο δρόμος είναι μακρύς. Και ο κόπος μαζί με τον πόνο, πολύς. Απαιτούνται οι ανθρώπινες προσπάθειες για την καλλιέργεια των αρετών, αυτές απαιτούνται, όπως απαιτούνται στην τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, στην υπακοή του θελήματος του Αγίου Θεού και την μετά φόβου συμμετοχή μας στα Πανάχραντα σωστικά μυστήρια. Και όλα αυτά θα συγκρατούνται και θα ενισχύονται από την άπειρη φιλανθρωπία του Αγίου Θεού. «Ου του θέλοντος, ουδέ του τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού» που σημαίνει ότι όλοι μας ως χριστιανοί εξαρτώμεθα από το έλεος και τη δωρεά της Θείας Χάριτος. Άπειρη η ευσπλαχνία του Θεού, γι’αυτό και περιμένει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, τη δική μας κραυγή μετανοίας.
«Χριστέ μου, αμάρτησα! Συγχώρεσέ με.
Χριστέ μου, πληγώθηκα! Θεράπευσέ με!
Χριστέ μου, έπεσα…Σήκωσέ με!
Παναγία μου, με κατέλαβε η απελπισία, βοήθησέ με! Και Σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν!
Ελπίς απελπισμένων, Συ μοι βοήθησον.
Ελέησόν με μόνη, χριστιανών η ελπίς».
Θα τα κραυγάζουμε αυτά, όπως τα ψάλλουμε στις παρακλήσεις.
Κι επειδή κατ’εξοχήν μεσίτρια είναι η Υπεραγία Θεοτόκος προς τον Υιόν της και Σωτήρα υμών Ιησούν Χριστόν και Θεόν ημών, γι’αυτό Αυτήν να επικαλούμεθα για να μας λυτρώνει από τα πεπυρρωμένα βέλη του πονηρού τα καθ’ημών δολίως κινούμενα.

Χριστιανοί μου, τι περιμένουμε να πούμε ένα ήμαρτον και να στενάξουμε λίγο πιο βαθιά μέσα από την καρδιά μας χύνοντας και ένα δάκρυ μετανοίας; Αλήθεια, τι περιμένουμε; Προς τούτοις ... να φωνάξουμε προς την Υπεραγία Θεοτόκο «Παναγία μου και Υπεραγία Θεοτόκε σώσον πάντας ημάς με τις μητρικές Σου πρεσβείες και αξίωσέ μας να σ’έχουμε μητέρα εδώ κάτω στη γη και στους ουρανούς. Και αυτό μας είναι αρκετόν, και τώρα και πάντοτε και στους απεράντους αιώνας των αιώνων»,

Αμήν.