Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2001

Η ιστορία για τα ΤΡΙΑ ΔΕΝΔΡΑ πολύ διδακτική



172 α
Κυρ.μετά του Σταυρού 2001

Θέλω να σας πω μια ιστορία, η οποία φαίνεται απλή και λίγο σαν παραμύθι.
Ακούστε την όμως.

Ήταν μια φορά σ’ ένα δάσος τρία δένδρα. Το καθένα απ’ αυτά είχε για τον εαυτόν του κάποιον προορισμό, κάποιον σκοπό, έναν οραματισμό, μια προοπτική που λέν και οι πολιτικοί.
Το πρώτο επιθυμούσε να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο. Ξυλόγλυπτο, όμορφα σκαλισμένο. Που μέσα του θα εφυλάσοντο πολύτιμους θησαυρούς, μαργαριτάρια, χρυσός και οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να ήταν πολύτιμο. Ένας θησαυρός.
Το δεύτερο δένδρο ήθελε να αξιωνόταν, να γινόταν, στα χέρια ενός καλού ναυπηγού, ένα γερό καράβι, ένα γερό σκαρί. Όμορφο, μεγαλόπρεπο, που θα μετέφερε για την εποχή του βασιλιάδες και πρίγκιπες και μεγάλα επίσημα πρόσωπα. Που θα έκανε ταξίδια υψηλών προσώπων.
Το τρίτο δένδρο έλεγε ότι αυτό που θα ήθελε να γίνει, ήταν να ήταν το πιο ψηλό, το πιο δυνατό, το πιο όμορφο δένδρο του δάσους, που να περνούσε και τους λόφους στο ύψος του, ακόμα και τα βουνά, και να καμαρώνονταν για το ύψος και την μεγαλοπρέπειά του, από όσον κόσμο του ήταν δυνατόν να το βλέπει. Αυτό ήταν το όνειρό του.

Όμως πέρασαν τα χρόνια και τα πράγματα εξελίχθησαν τελείως διαφορετικά, από ο,τι ήταν το όνειρο του καθενός από αυτά, από τα τρία δένδρα.
Το πρώτο δένδρο ενώ σχεδίαζε και ποθούσε όπως είπαμε να γίνει ένα ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς, ο ξυλουργός που το πήρε στα χέρια του, το έκαμε μία σκάφη, μέσα στην οποίαν έβαζε χόρτο, για να τρέφονται τα ζώα. Παχνί δηλαδή για τα άχυρα.
Το δεύτερο δένδρο που ήθελε να γίνει ένα ωραίο καράβι για να μεταφέρει βασιλιάδες, έγινε ένα φτωχό, μικρό ψαροκάικο, που το ’χαν κάποιοι φτωχοί ψαράδες για να βγάζουν το μεροκάματο.
Το τρίτο δένδρο που ’θελε να γίνει το ψηλότερο όχι μόνον στο δάσος, αλλά και να δέσποζε σε λόφους, σε βουνά και σε πολιτείες, το έκοψαν οι ξυλοκόποι και το πέταξαν σε μια αχυρώνα.

Πέρασαν χρόνια πολλά και τα δένδρα απογοητευμένα από την εξέλιξη των πραγμάτων, ξέχασαν ακόμα και τα όνειρά τους, ξέχασαν και τον ίδιο τον εαυτόν τους.

Όμως κάποια μέρα, ένας άνδρας και μια γυναίκα, ήταν σ’ αυτό το στάβλο, που ’ταν εκεί η ξύλινη σκάφη. Που ήταν εκεί το παχνί με τα άχυρα. Και κει η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι, και το τύλιξε σχίζοντας τα ρούχα τους και το έβαλε μέσα στο παχνί, στη σκάφη από τα άχυρα, μέσα στο στάβλο, ανάμεσα στα χνώτα των ζώων. Η γυναίκα ήταν η Παναγία Θεοτόκος. Και ο άνδρας ήταν ο μνήστορας Ιωσήφ. Και το βρέφος ήτο το βρέφος Ιησούς, ο Λυτρωτής του κόσμου.
Έτσι λοιπόν, απόθεσαν σ’ εκείνο το ξύλινο παχνί, όχι διαμάντια και χρυσάφια, αλλά τον ίδιο το Θεό πού είχε γίνει άνθρωπος, τέλειος άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός, για όλους μας, για τη σωτηρία μας. Έτσι αξιώθηκε αυτό το παχνί, αυτή η φάτνη, να δεχτεί μέσα της το θησαυρό των θησαυρών, τον ίδιο δηλαδή τον Θεόν.

Στο μικρό ψαροκάικο που είχε γίνει από το δεύτερο δένδρο, μετά από μερικά χρόνια, μπήκαν μέσα κάποιοι ψαράδες. Ένας απ’ αυτούς ήταν πολύ κουρασμένος και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Είχαν ανοιχτεί στην θάλασσα. Στη λιμνοθάλασσα. Και ξέσπασε τότε μια μεγάλη φουρτούνα, τρικυμία. Αέρας, φοβερός, και το ψαροκάικο δεν ήτο δυνατόν να αντέξει σ’ εκείνη την φουρτούνα και σε λίγο θα βούλιαζε. Τρομαγμένοι λοιπόν οι υπόλοιποι από τους ψαράδες ξύπνησαν εκείνον που κοιμόταν και του είπαν «Επιστάτα απολύμεθα, σώσον ημάς». Και κείνος σηκώθηκε και διέταξε την φουρτουνιασμένη θάλασσα : «Σιώπα, πεφίμωσο». Και εγένετο γαλήνη μεγάλη. Ήταν ο Χριστός μαζί με τους μαθητάς Του στη λίμνη Γενησαρέτ. Έτσι και το δεύτερο δένδρο πούχε φιλοδοξήσει για να γίνει μεγάλο πλοίο που θα μετέφερε υψηλά πρόσωπα και βασιλιάδες, αξιώθηκε να μεταφέρει τον Βασιλέα των Βασιλέων. Τον ίδιο τον Χριστόν, τον τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον, μαζί με τους μαθητάς του.

Και το τρίτο δένδρο πούταν στην αποθήκη και σ’ ένα αχούρι ενός ξυλουργού, μια μέρα το πήραν και το έκαναν Σταυρό. Και εκεί πάνω κάρφωσαν και σταύρωσαν το Χριστό. Έτσι το δένδρο αυτό έγινε πιο ψηλό από ο,τι είχε επιθυμήσει. Η κορφή του έφτασε μέχρι τον ουρανό, έφτασε μέχρι το Θεό, όπως μας λέγει και ένα από τα τροπάρια που ψάλαμε σήμερα. «Ουρανού ισοστάσιο». Έγινε η λύσις της κατάρας του ανθρωπίνου γένους. Σημείον χαράς και σύμβολον αναστάσεως. Κατέστη ο Σταυρός από τότε όπλον ακαταμάχητον και δύναμις δικάιων, των ιερέων η ευπρέπεια και η δόξα των μαρτύρων. Των τυφλών οδηγός και των ασθενούντων ιατρός. Όπως πολύ παραστατικά μας ψάλει αυτές τις ημέρες το εξαποστηλάριον του Τιμίου Σταυρού που μας λέγει «Σταυρός ο φύλαξ πάσης της Οικουμένης, Σταυρός πιστών το στήριγμα, Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα».

Τελικά το κάθε δένδρο, το κάθε ένα από τα δένδρα αυτής της ιστορίας, απέκτησε όχι μόνον αυτό που ήθελε, αλλά ασυγκρίτως πολύ περισσότερα. Έγιναν όργανα μέσα στην σωτηρία του ανθρώπου, ειδικότερα δε το τελευταίο δένδρο.
Τι μας λέγει αυτή η ιστορία;
Μας λέγει ότι δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού. Πρέπει να μην ξεχνάμε, εκείνο, ότι αυτό που μας ετοιμάζει ο Θεός είναι ασυγκρίτως καλύτερο από εκείνα τα οποία ετοιμάζουμε εμείς για τον εαυτόν μας, ή για τα παιδιά μας, όταν αφηνόμεθα τελείως στα χέρια και στο θέλημα το άγιο του Θεού, διότι εκείνος αποκλειστικά αποβλέπει στη δική μας σωτηρία, στην αιώνια ωφέλεια της ψυχής μας.
Αυτό δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να κάνουμε όνειρα και σχέδια. Ασφαλώς και όνειρα θα κάνουμε, και σχέδια θα κάνουμε, αλλά τα αφήνουμε όμως να τα οικονομήσει όπως θέλει ο Θεός, αρκεί να έχουμε πίστη, απόλυτο πίστη, ακράδαντη πίστη και εμπιστοσύνη στο Θεό,
πίστη και έργα πίστεως,
πίστη και μετάνοια,
μετάνοια αληθινή.
Πίστη και αγάπη ενεργουμένη,
πίστη και ταπεινό φρόνημα.
Και τότε ο Σταυρός, ο Σταυρός μας. ο Σταυρός του καθενός μας θα γίνει σύμφωνα με όσα μας λέγει και μας βεβαιώνει η γλώσσα της Εκκλησίας μας, θα γίνει αυτός ο Σταυρός η θύρα του Παραδείσου.
Είθε να γίνει για όλους μας,
Αμήν.