Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2004

Η επτάριθμη πνευματική είσοδος του Χριστιανού και η πνευματική της καλλιέργεια



189-δ
Τα Εισόδεια της Θεοτόκου 2004

Σήμερα η Εκκλησία μας χριστιανοί μου, τιμά και εορτάζει την Είσοδο της Παναγίας μας εις τα Άγια των Αγίων.

Γι’ αυτήν την γιορτή και τη μεγάλη σημασία της έχομε μιλήσει αρκετές φορές στο παρελθόν. Το χίλια εννιακόσια ενενήντα εννιά (1999) είχαμε τονίσει, ότι στα Άγια των Αγίων εισήρχετο μία φορά το χρόνο ο Αρχιερεύς των Ιουδαίων, στο Ναό του Σολομώντος. Με την είσοδό Της όμως η Παρθένος Μαριάμ στο Ναόν του Θεού, εκεί στα ενδότερα του καταπετάσματος, κατέστη κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η ίδια τα Άγια των Αγίων, διότι μέσα στα σπλάχνα της και στην πάναγνη μήτρα της, διά Πνεύματος Αγίου, μία και μόνον φορά, άπαξ των αιώνων εισήλθε ο μοναδικός και αιώνιος Αρχιερεύς, ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Χριστός.
Εκεί μέσα στο Ναό για δώδεκα ολόκληρα χρόνια υπηρετείτο η Παναγία από αγγέλους που την τροφοδοτούσαν με ουράνια τροφή. Τροφή που ήταν ανώτερη από το πολυθρύλητον μάννα, και από εκείνην με την οποία ετρέφετο ο Προφήτης Ηλίας, ή από εκείνην που κατά καιρούς ετρέφοντο όσιοι αναχωρητές, ησυχαστές και ερημίτες.

Επίσης τονίσαμε και την δική μας είσοδο στα Άγια των Αγίων, που πραγματοποιείται
πρώτον με την είσοδό μας κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή στους ιερούς ναούς, για εκκλησιασμό, για Θεία Λατρεία, για Θεία Κοινωνία.
Δεύτερον, με την πνευματική μας είσοδο στην κολυμβήθρα των δακρύων, στο λουτρό δηλαδή της Ιεράς Εξομολογήσεως και μετανοίας.
Τρίτον στη μυστική μας είσοδο στο ταμείον του δωματίου μας, για τις δικές μας ατομικές προσευχές, του Αποδείπνου και των Χαιρετισμών, του Μεσονυχτικού, των Παρακλήσεων, των κομποσχοινίων, των μετανοιών και άλλων προσευχών.
Τέταρτον, στην Ευαγγελική μας είσοδο για μελέτη της Αγίας Γραφής, των βίων των αγίων, των γεροντικών και άλλων πνευματικών βιβλίων.
Πέμπτον, στην πλέον ωφέλιμη είσοδο του νοός, στον πνευματικό χώρο της καρδιάς μαζί με την ευχούλα, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Έκτον, στην απρόσκοπτη και υπερφυά προσωπική μας είσοδο, στην χώρα των πτωχών τω πνεύματι, και των καθαρών τη καρδία, εκεί που αντικρύζουμε εκστατικοί με τα μάτια της ψυχής μας και εν Χριστώ Ιησού, το φως το αληθινόν, το εράσμιον και ανέσπερον και τούτο «καθώς εστί».
Και τέλος τον έβδομον τρόπον εισόδου, που δεν είναι άλλος από την πράξιν και την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την αντίστοιχη καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών.

Έτσι λοιπόν χριστιανοί μου, βλέπουμε ότι δεν μπορούμε, πρώτον, να περιφρονούμε την Θεία Λειτουργία της Κυριακής και κάθε μεγάλης γιορτής, εμείς, πού είμαστε Ορθόδοξοι χριστιανοί, Νεοέλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί, και δι’ αυτής την Θείαν Κοινωνίαν, αφού ο Κύριος μας βεβαιώνει, ότι «ο τρώγων μου την Σάρκαν και πίνων μου το Αίμα, εν εμοί μένει και γω εν αυτώ. Ούτος ζει αιωνίως, έχει ζωήν αιώνιον, και ούτος φέρει καρπόν πολύν».

Δεν μπορούμε, δεύτερον, να περιφρονούμε, την κολυμβήθρα των δακρύων, διότι είναι πηγή σωτηρίας, μέσα από το μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως. «Μετανοείτε», ήταν τα πρώτα λόγια του Κυρίου μας, όταν έκαμε την έξοδο ή την είσοδό Του εις τον κόσμον.
«Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών», και η εντολή του εις τους Αποστόλους, και δια των Αποστόλων εις τους διαδόχους, και εις τους διαδόχους των διαδόχων, μέχρι και σήμερα και εις τους αιώνας, το «αν τινών αφείτε τας αμαρτίας αυτών, αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατείτε, κεκράτεινται».

Τρίτον, δεν μπορεί να περιφρονήσεις εσύ, που είσαι Ορθόδοξος Χριστιανός, την καθημερινή σου ατομικήν προσευχή, δηλαδή την πνευματική σου κοινωνία μετά του Αγίου Θεού, διότι η εντολή του Αγίου Θεού είναι «αδιαλείπτως προσεύχεσθε», και όταν θέλεις να προσευχηθείς, είσελθε εις το ταμείον σου, και κει να προσευχηθείς, και ο Θεός, «ο βλέπων σοι εν τω κρυπτώ, αποδώσει σοι εν τω φανερώ». Άλλωστε, «αιτείτε δια της προσευχής, και δοθησεται ημίν, κρούετε και ανοιγήσεται»,

Τέταρτον, δεν μπορούμε να περιφρονήσουμε, την Αγία Μελέτη του Λόγου του Θεού, διότι μέσα στο Ευαγγέλιο υπάρχει η αλήθεια της Θείας Αποκαλύψεως, ότι δηλαδή ο Χριστός είναι το φως το αληθινόν. «Εγώ ειμί το φως του κόσμου», διεκήρυξεν ο ίδιος, και την Σαμαρείτιδα την διαβεβαιώνει ότι «εγώ ειμί ο λαλών σοι», δηλαδή ο Μεσίας, ο Χριστός, ο Σωτήρας του κόσμου.
Ναι αδελφοί μου και τέκνα εν Κυρίω, το Ευαγγέλιο μας αποκαλύπτει την διπλή φύση του Χριστού, το ομοούσιον με τον Πατέρα Του, τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, μας φανερώνει δηλαδή και μας αποκαλύπτει, και εκεί μέσα γνωρίζουμε, εν Πνεύματι Αγίω, την Τριαδικότητα του Θεού, ότι ο Θεός, είναι ένας αλλά Τριαδικός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα.
Τα λόγια του Θεού χριστιανοί μου, στην Καινή Διαθήκη είναι «ρήματα αιωνίου ζωής».

Πέμπτον, ούτε πάλι μπορούμε να περιφρονήσουμε ή να ειρωνευθούμε την νοερά προσευχή, την καρδιακή νοερά προσευχή που λέγεται με τις πέντε εκείνες λεξούλες, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», διότι εντός της καρδίας η Βασιλεία του Θεού. Διαβεβαίωσις του ιδίου του Κυρίου ότι η Βασιλεία του Θεού ότι η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί. Μέσα δηλαδή στην καρδιά μας είναι η Βασιλεία του Θεού, και όποιος έχει καθαρό και αμόλυντο το νου, εύκολα την βρίσκει. Πρώτα την αναζητά, την ψάχνει εναγωνίως, με τον ισχυρό τηλεφακό της ευχούλας, δηλαδή με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», την ανακαλύπτει, και ύστερα θρονιάζεται πάνω σ’ αυτήν. Και λέγω θρονιάζεται, γιατί θρόνος του Θεού είναι η καρδιά μας, ως κέντρον υπερφυσικόν. Δηλαδή ο ενδιάθετος λόγος λέγει από μέσα του την ευχή, και ο νους χωρίς πλέον φαντασίες και μετεωρισμούς, χωρίς ιδέες και εικόνες, χωρίς λογισμούς και σκέψεις εναγκαλίζεται και αφομοιώνει την ευχή που λέγεται με πόνο, με κόπο, με βία πνευματική, και πληρούμενος ο καθαρός νους, από το εράσμιο φως της θείας χάριτος σε μία ενιαία και αδιαίρετη Τριαδική ενότητα, θρονιάζεται στην καρδιά. Και τότε η καρδιά από μόνη της φωνάζει και λαλεί με πολύ φυσικό τρόπο εκείνη την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».

Έκτον, δεν μπορούμε και ως Ορθόδοξοι χριστιανοί, να περιφρονούμε την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών αφού η προτροπή του Κυρίου είναι «τήρησον τας εντολάς». «Εάν αγαπάτε Με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». Και πρώτη μεγάλη εντολή είναι «αγαπήσεις Κύριον τον θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου» και δευτέρα εντολή ομοία της πρώτης, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Όχι τον καλόν συνάνθρωπόν σου, όχι τον καλόν φίλον και γείτονα και συγγενή, αλλά τον εχθρόν σου, διότι «αγαπάτε τους εχθρούς ημών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς», «ευλογείτε και μη καταράσθε, κι αν ο εχθρός σου πεινά ψώμιζε αυτόν, και αν διψά πότιζε αυτόν, και πολλές άλλες εντολές αγάπης.
Επίσης δεν μπορούμε να περιφρονούμε τις πράξεις των εντολών του Θεού, διότι δια των αγαθών μας έργων, και δη των έργων της μετανοίας, αποδεικνύουμε την πίστην μας.
Τα έργα μας ως εφαρμογή των εντολών της αγάπης, είναι απόδειξις της πίστεώς μας στον ένα Τριαδικό Θεό. «Πίστις άνευ έργων νεκρά εστί, ομολογεί η Αγία Γραφή». Τα δε έργα φιλανθρωπίας που είναι τόσα πολλά ιδίως τον καιρό της μεγάλης Τεσσαρακοστής και των Απόκρεω, τα έργα αυτά που γίνονται χωρίς την Ορθόδοξη πίστη, είναι έργα κενοδοξίας και σκέτης υποκρισίας. Μα θα μου πείτε, δεν λέγει ο Θεός, «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται»; Ναι, σωστά, και το λέγει και είναι η εντολή του Θεού. Αλλά ο ελεήμων πρέπει να έχει αγάπη και Ορθόδοξη πίστη. Και η προσφορά της ελεημοσύνης του να γίνεται εν τω κρυπτώ, και «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» και η καρδιά σου και η καρδιά του να είναι γεμάτη από καλοσύνη διότι «ιλαρόν δότην αγαπά ο Θεός». Και όταν λέμε «Ορθόδοξη πίστη πρέπει να έχει αυτός που ελεεί», εννοούμε πίστη στην Τριαδικότητα του ενός Θεού, πίστη στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, πίστη στο κοσμοσωτήριον έργο Του, πίστη στην Παναγία μας ως Θεοτόκον, ως Θεομήτορα, και ως Αειπάρθενον, πίστη εις την Ανάσταση του Χριστού, στην ανάσταση των νεκρών, στην Δευτέρα Του Παρουσία και στη δικαία Του Κρίση. Στον Παράδεισο και στην αιώνια Κόλαση. Πίστη στα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας, πίστη στους Αγίους και στα θαύματα, πίστις εδώ, πίστις εκεί, πίστις παντού.

Και τέλος έβδομον, δεν μπορούμε να καταφρονήσουμε, την ισόβιο καλλιέργεια του ταπεινού φρονήματος, διότι «Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι την χάριν και πας ο ταπεινών εαυτόν εκείνος υψωθήσεται και εκείνος σωθήσεται». Μόνο με τη ταπείνωση και χωρίς κανένα έργο ο άνθρωπος σώζεται και μάλιστα δωρεάν. Η ταπείνωσις χαρίζει και προσφέρει όλες τις δωρεές του Θεού και όλα τα αγαθά του Θεού όλα τα ουράνια αγαθά, διότι φορά τη στολή της θεότητος, δηλαδή τον Χριστόν. Μας σώζει η ταπείνωσις και η καθαρή καρδιά μας και όχι τα έργα μας, διότι δεν πιστεύουμε στην εργοσωτηρία, αλλά στην θυσία του Χριστού που μας θεώνει.

Χριστιανοί μου,
αν καταφέρνουμε κάθε μέρα, να πραγματοποιούμε, με την βοήθεια και την Χάρη του Χριστού μας, την επτάριθμον αυτήν είσοδο, τότε ασφαλώς, θα πραγματοποιηθεί και η τελευταία μεγάλη είσοδός μας, μαζί με τον Χριστόν, όπως μας το τόνισε το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, δηλαδή την είσοδό μας στα Άγια των Αγίων, της Άνω Ιερουσαλήμ, στην αιώνια πόλη της Τρισηλίου θεότητος, στην Βασιλεία των Ουρανών, αυτή μας περιμένει, αυτήν σας εύχομαι, αυτή να εύχεσθε και σε μας τους ιερείς,

Αμήν.

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2004

Πώς η αγάπη οδηγεί στη μετάνοια, στη κάθαρση, στό φώς και στη σωτηρία.



189-γ
Κυριακή Η Λουκά 2004

Σήμερα αδελφοί μου ακούσαμε στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα την παραβολή του καλού Σαμαρείτου.
Είχαμε και την ευκαιρία στα πολλά χρόνια που είμαστε εδώ μαζί, πολλές φορές να αναφερθούμε σ’ αυτήν. Εδώ βλέπουμε στην πλήρη εφαρμογή της, την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Τον οποιονδήποτε πλησίον. Ακόμα και τον εχθρόν μας. Ακόμα και στον αλλόθρησκο, ή το λαθρομετανάστη.
Η αγάπη του Θεού δεν έχει όρια και στρέφεται με την ίδια στοργή προς όλους τους ανθρώπους. Και προς τους πονηρούς και προς τους αγαθούς. Και στους καλούς και στους κακούς. Και στους δικαίους και εις τους αδίκους. Και στους άσπρους και στους μαύρους.
Ζητά όμως και μιαν άλλην αγάπη. Που στρέφεται όχι μόνον προς τη γυναίκα σου, ούτε προς τον άνδρα σου, ούτε προς τους γονείς, ούτε προς τα πεθερικά, ούτε προς τα παιδιά τα κατά σάρκαν τέκνα, ούτε προς τους κατά σάρκαν αδελφούς, και τους λοιπούς οικείους και συγγενείς, ούτε προς στους γείτονας και στους φίλους, αλλά κυρίως αυτή η αγάπη στρέφεται προς την ψυχήν σου.
Διότι αυτή είναι πληγωμένη και θέλει γιατρό και θεραπεία. Αυτήν κατατραυμάτισαν οι ληστές των παθών, και τώρα αποζητά βοήθεια, γιατρειά και φάρμακα. Αιμορραγεί η ψυχή σου, δεν την βλέπεις, κρυώνει, πεινάει, διψάει, και συ αδιαφορείς; Γιατί δεν αρπάζεις την κατατραυματισμένη και χιλιοκουρελιασμένη ψυχή σου, για να τρέξεις για εισαγωγή στο μεγάλο θεραπευτήριο της Εκκλησίας και εκεί να σωθεί; Να γιατρευτεί, να ορθοποδήσει, να αποκτήσει φτερά ουράνια, για να βρεθεί αιώνια ασφαλής στην μεγάλη αγκαλιά του Θεού Πατρός;
Χριστιανοί μου,
όλοι μας είμεθα αμαρτωλοί και πρώτος εγώ. Αμαρτωλοί και σκλάβοι των παθών μας, αμαρτωλοί και ασθενείς, από τις κακίες μας, τις πολλές κακίες, και τις πολλές πονηριές μας. Αμαρτωλοί και αξιολύπητοι, αφού δεν θέλουμε να βρούμε την γιατρειά μας, την υγεία της ψυχής μας.
Και το μεγαλύτερο κακό για τον χριστιανό, τον Ορθόδοξο χριστιανό, είναι στο να μην συνειδητοποιεί ότι είναι αμαρτωλός, πολύ αμαρτωλός. Η σωστή συναίσθησις της αμαρτωλότητος οδηγεί τον χριστιανό στην μετάνοια, και η αληθινή μετάνοια είναι αυτή που χαρίζει την υγεία της ψυχής.
Κατόπιν την ψυχούλα μας την τρέφουμε με το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού, και την συντηρούμε με την Θεία Λατρεία, την Ιερά Εξομολόγηση, την προσευχή, την μελέτη των Γραφών, τους βίους των Αγίων και τα Γεροντικά. Την συντηρούμε την ψυχή μας, με την εγκράτεια, με την νίψη και την προσοχή – που δεν διαθέτουμε – με την τήρηση των εντολών που παραμελούμε και την υπομονή στους πειρασμούς της ζωής που δεν έχουμε. Και με πλήθος άλλων ασφαλώς ιερών πολλών υποχρεώσεων.
Αυτό σημαίνει ότι όταν η μετάνοιά μας γίνει το καθημερινό ένδυμα της ψυχής, - μας λένε οι Πατέρες – και πολυκαιρίζει η καθαρά προσευχή, τότε σιγά σιγά φωτίζεται ο νούς, και οι ακτίνες θεϊκής ελλάμψεως εισέρχονται στην καρδιά, και εκεί την φωτίζουν ολόκληρη. Όλος ο άνθρωπος μέσα και έξω γίνεται φώς.
Και όσο καταπολεμούμε τα πάθη, τηρώντας τις Ευαγγελικές εντολές, και επιμένουμε στην καθημερινή προσευχή με πολλή μετάνοια, και όσο μεγαλώνουν οι κόποι και αυξάνουν τα δάκρυα, τόσο και πιο πολύ λαμπροφορείται η καρδιά μας.
Και όσο περισσότερο καθαρό φαίνεται το πανένδοξο και σωτήριο όνομα του Ιησού Χριστού μέσα στην καρδιά μας, τόσο και καθαρότερο φαίνεται, και όσο πιο καθαρό φαίνεται, τόσο και πιο πολύ αγαπιέται.
Γι’ αυτό το θείον φως μέσα στην καρδιά μας που κατέρχεται και καταλαμβάνει την καρδιά, είναι το πρώτο φως του Αγίου Βαπτίσματος που έχουμε μιλήσει και άλλη φορά.
Δεύτερο φως καταλαμβάνεται από την αγάπη προς την Εκκλησία και τον πνευματικό πατέρα,
και τρίτον το φώς του Χριστού, με το πανάγιον όνομά Του χαραγμένο πάνω στην καρδιά.
Και όσο αυξάνεται η αγάπη, τόσο και μεγαλώνει αποτελεσματικά η κάθαρσις από τα πάθη, και από τα ποικίλα μολύσματα της βλακώδους κενοδοξίας.
Και όσο ο ψυχοσωματικός άνθρωπος καθαρίζεται από τις κακίες, τις πονηριές, τις αδικίες και από το πύον της αμαρτίας και από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος και ιδιαίτερα από τους βλάσφημους λογισμούς και από τις αισχρές φαντασιώσεις, τόσο και φωτίζεται ο νους και διδάσκεται απλανώς στο να μπορεί να διακρίνει το καλό από το κακό, το δίκαιο απ’ το άδικο, το ψέμα απ’ την αλήθεια, το φως απ’ το σκοτάδι.
Τραγική όμως η αλήθεια, αλλά κατορθωτή.
Χρειάζεται κόπος πολύς, και έτσι θα ματώσουμε για να ξεριζώσουμε ένα πάθος, μια αδυναμία, ένα ελάττωμα, ένα κουσουράκι, ναι ένα κουσουράκι, θα ματώσουμε για να το βγάλουμε κι αυτό, μια ιδιοτροπία για να την εξαλείψουμε, - και γι’ αυτήν θα ματώσουμε – πρέπει να σκύβουμε το κεφάλι με ταπείνωση και υπακοή πολλή.

Ναι αδελφοί μου,
θα ματώσουμε για να ξεριζωθούν ο εγωισμός, η υπερηφάνεια, η φιλαυτία και κάθε αμαρτωλή απρέπεια και ανυπακοή.
Είναι όμως πολύ μεγάλο και αξιοθαύμαστο γεγονός, μέσα στην ασέληνη νύχτα και στο βαθύ σκοτάδι των παθών μας, να δεχτούμε ελλάμψεις θείου φωτός, - γιατί κι αυτές για μας είναι.
Τότε θα πλημμυρίσουμε από ποταμούς δακρύων, και θα γεμίσουμε από κατάνυξη και συντριβή. Και μόνον τότε θα στεριώσει η πίστις, θα θερμανθεί η αγάπη, θα βεβαιωθεί η ελπίδα της σωτηρίας, θα βασιλεύσει η ειρήνη στην καρδιά. Και θα γεμίσει η ψυχή σου, και η ψυχή σου, και η ψυχή σου, και η ψυχή μου, και η ψυχές όλων μας από ανέκφραστη θεϊκή ευχαριστία και δοξολογία.
Μόνον φρόντισε να μην χορτάσεις ποτέ από τα δάκρυα της μετανοίας. Αυτά σου φέρνουν πάντοτε τα δώρα του ουρανού, αυτά που λέγονται χαρίσματα και Τριαδικές δωρεές. Από κει η ταπείνωσις, από κει το πένθος, από κει η πραότητα και η αγνότητα, και η υπομονή και η καθαρότητα, από κει η ενεργουμένη αγάπη, και η κρυφή ελεημοσύνη και η καθαρά νοερά καρδιακή προσευχή.
Μόνον σε παρακαλώ να μετανοείς κάθε μέρα και να πενθείς, για τις μικρές ή και για τις μεγάλες αμαρτίες, για τις ασήμαντες – που τις θεωρείς ασήμαντες – ή ακόμα και τις πιο βαριές. Για τις θανάσιμες και τις συγγνωστές. Έτσι ευδοκιμεί, καταδέχεται και έρχεται η Θεία Χάρις, και σε σένα έρχεται η Θεία Χάρις, και σε σένα έρχεται, και ήλθε, και σε σένα που είσαι ο μικρός αμαρτωλός, αλλά και σε μένα που είμαι ο μεγάλος αμαρτωλός, ο σερνάμενος σκώληκας, το χαμένο τούβλο.
Αλλά η Θεία Χάρις όμως είναι για όλους μας και έρχεται γεμάτη έλεος και φως, και μας γεμίζει από ελπίδα και κατάνυξη, συντριβή και ταπείνωση, συγγνώμη και υπακοή.
Όταν ο νους μας χριστιανοί μου, χαριτωθεί από αληθινή μετάνοια, τα μυστήρια και τις εντολές, τότε βλέπει εν αισθήση ψυχής το φως της Θεϊκής ζωής. Αλήθεια, δεν το είδατε ποτέ;
Λαμπρυνόμενος ο νους ανέρχεται αναβάσεις, προς τα κεκρυμμένα μυστήρια του Αγίου Θεού, γι αυτό ζεις και ζω και ζούμε, γι’ αυτήν την θεϊκήν αποκάλυψην. Για να αποκτήσει ο νους μας θεογνωσία, και διάκριση πνευμάτων και λογισμών και καταστάσεων καρδίας, ακόμα δε και νοημάτων, δηλαδή, η πνευματική όρασις του νου να βλέπει το φως της ζωής, το φως του ουρανού. Η ακοή η πνευματική αποκτά τότε σύνεση προς όλα τα πράγματα της ζωής, και ακούει, στήνει αυτί, με πολλή υπομονή, στα βάσανα τα πολλά της κάθε πονεμένης ψυχής.
Η πνευματική αφή πάλι της καρδιάς, συγκρατεί τον θυμό, κυριαρχεί στο λογικό και χαλιναγωγεί την επιθυμία. Σώμα και αισθήσεις είναι πλέον απαθείς.
Ιδού χριστιανοί μου το τελικό στάδιο των πνευματικών αγώνων μας, και ο τελικός σκοπός της ζωής μας, ο φωτισμός του νου, η κάθαρσις από τα πάθη, ο αγιασμός των αισθήσεων, η βεβαιωμένη ελπίδα της σωτηρίας, η ενθρόνισις της Αγίας Τριάδος στην καρδιά μας.
Δεν ήρθαμε εδώ και δεν γίναμε χριστιανοί για να γίνομε καλοί άνθρωποι, ούτε να γίνουμε καλοί χριστιανοί, αλλά για να θεωθούμε, για να βιώσουμε, την ενθρόνιση της Αγίας Τριάδος στην καρδιά μας, διότι Αυτός το διαβεβαίωσε, ο Κύριος, όταν έλεγε προς αυτόν «πορευόμεθα και ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν», - θα κάνομε την καρδιά του χριστιανού κατοικία και παλάτι της Βασιλείας των Ουρανών.
Ώστε λοιπόν σκοπός μας είναι το φως του Θεού, η τελείωσις, η θέωσις, ο αγιασμός, η σωτηρία μας εν Χριστώ Ιησού,

Αμήν.

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2004

Η ζωή της Αγίας Μάρθας Λαυρεντίευνας και παραινέσεις της



189-β

Ήταν μια πολύ φτωχή κοπέλα η Μάρθα Λαυρεντίεβνα, που γεννήθηκε γύρω στο χίλια οκτακόσια πενήντα, (1850). Στο σπίτι του πατέρα της σπάνια χόρταινε έστω και μια φέτα ψωμί. Και δούλευε από μικρό παιδί, από τα χαράματα μέχρι που να βραδιάσει.
Δώδεκα χρονών μπήκε μαθητευομένη εργάτρια για ένα κομμάτι ψωμί, στα τότε γνωστά εργοστάσια. Δούλευε σκληρά, με υπομονή και με πολλή ταπείνωση, δείχνοντας προς όλους, αθέους και υλιστάς την πολλή της καλοσύνη.
Όταν μεγάλωσε άρεσε σε πολλούς και ήθελαν να την πάρουν ως υπόδειγμα καλής συζύγου, για να κάμουν μιαν άριστη οικογένεια. Αλλά η Μάρθα όμως δεν έψαχνε για γαμπρό.
Με τις φτωχές της οικονομίες έτρεχε στα προσκυνήματα. Πολύ γρήγορα το αντελήφθησαν, ακόμα και οι άθεοι προϊστάμενοί της, και της έδιναν διπλή την άδεια και κρυφά χρηματικά ποσά για να τα μοιράζει στους φτωχούς και σε όσους είχαν ανάγκη – και πόσοι εκείνη την εποχή δεν είχαν ανάγκη. Επίσης δε, να βοηθεί όσο ήτο δυνατόν, τις εκκλησίες και τα μοναστήρια.
Ήταν παροιμιώδης η καλοσύνη της, και με καλοσύνη και πίστη στο Θεό, είχε δε άμετρη την υπομονή της, σε όλες τις πικρίες, τις θλίψεις, τους πειρασμούς και τα βάσανα της ζωής. Και επειδή ακριβώς μαζί μ’ αυτά, εσυνοδεύετο η ζωή της από ολονύκτια προσευχή μετά πολλών δακρύων, και πολλή τη μετάνοια, ο Θεός της έδωσε χαρίσματα, και ένα μάλιστα από τα πιο μεγάλα, να θεραπεύει ασθένειες. Και της χάρισε ακόμα και κάτι άλλο, τη διάκριση, που χαρίζει σε μεγάλους ασκητάς και αναχωρητάς, που ύστερα από πολλά χρόνια και ματωμένον αγώνα, αποκτούν την πρώτην και μεγίστην των αρετών, που λέγεται διάκριση.

Κάποια φορά, πήγε στην Μάρθα μια χωρική από ένα γειτονικό χωριό. Της είπε ότι το ένα της παιδί είχε ένα φοβερό κακό, πολύ κακό δερματικό νόσημα. Και η ίδια έδωσε και την εξήγηση, την ερμηνεία.
«Γι’ αυτό το κακό που συμβαίνει στο παιδί μου ο άντρας μου φταίει. Διότι γυρίζει πέρα δώθε. Αλητεύει, μπεκρουλιάζει, και πίνει κάθε μέρα. Γι’ αυτό, και ο Θεός μας τιμώρησε και αρρώστησε το παιδί μου τόσο βαριά».
Άνοιξε δε το στόματό της, και άρχισε να βρίζει τον άντρα της με κακία και χυδαιότητα.
Η Μάρθα στεναχωρέθηκε. Την διέκοψε και της είπε:
«Γιατί βρίζεις τον άντρα σου; Γιατί τα φορτώνεις όλα σ’ εκείνον; Δεν φταίει εκείνος, εσύ φταις! Κι αν θέλεις να γίνεις καλά το παιδί σου, θα πάς στο μύλο του χωριού. Και ενώ το νερό γυρίζει στην ρόδα, εσύ θα βάλεις έναν κουβά να γεμίσει από τις σταγόνες που πετάει η ρόδα μακριά. Με το νερό αυτό θα πλύνεις το γιό σου, και θα γίνει αμέσως καλά».
Υπήκουσε η πονεμένη μητέρα, έστω και αν ήταν τόσο αγριεμένη και επιθετική. Και πήγε, και είδε να πετάγονται οι σταγόνες σαν ελάχιστα αστεράκια, σε απίθανο βαθμό, -μικρές μικρές ήταν αυτές οι σταγονίτσες-, πετιώντουσαν στον αέρα, ήσαν πολλές, κι όμως μ’ αυτές σιγά σιγά εγέμισε ο κουβάς της. Πήγε στο σπίτι, έπλυνε το παιδί της, και αυτό γιατρεύτηκε. Και έμαθε η γυναίκα αυτή να βλέπει τις δικές της αμαρτίες, και να μη κατηγορεί από τότε και εις το εξής ποτέ τον άνδρα της και από κει και πέρα ζήσαν ειρηνικά και με αγάπη πολλή.
Τις ίδιες συστάσεις όμως έκαμε και εις τους άντρες, που έκαναν διαρκώς παράπονο για τις γυναίκες τους, που τους παραμελούσαν, ή που διαρκώς γκρίνιαζαν και φώναζαν και αγανακτούσαν και τόσα άλλα μαζί με τα παιδιά που δεν διορθώνουνταν με τίποτα.
«Εσείς φταίτε», απαντούσε και εδώ η Αγία Μάρθα. «Σεις που μεθάτε, χαρτοπαίζετε, βρίζετε, τεμπελιάζετε όλη την ημέρα, σεις φταίτε, γιατί είστε χωρίς Εκκλησία, χωρίς Εξομολόγηση, χωρίς Θεία Κοινωνία, σεις φταίτε για όλα, γιατί πρώτοι δίνετε το κακό παράδειγμα».

Στο τέλος της ζωής της η Μάρθα αρρώστησε βαριά. Και έμεινε για είκοσι δύο χρόνια κατάκοιτη και παράλυτη. Όμως και από κει ήταν η παρηγοριά όλων εκείνων των ανθρώπων της Ρωσικής απεράντου γης που περνούσαν από κοντά της. Αντί να παρηγορούν, επαρηγορούντο. Αντί να δυναμώνουν την ασθενούσα, εκείνοι εδυναμώνοντο απ’ την πίστη της, απ’ την αγία της υπομονή.
Κι όμως εκείνη φοβόταν, φοβόταν μην αμαρτήσει. Μην λυγίσει, μην γογγύσει κάτω από το βάρος της ασθένειας. Και ικέτευε τότε τον πνευματικό της που την επισκέπτετο συχνά.
«Να παρακαλάς τον Κύριο να μου δίνει κάθε μέρα και κάθε ώρα δύναμη για να μη λυγίσω. Να μη χάσω την πίστη μου. Γι’ αυτό να με κοινωνείς με τα Άχραντα Μυστήρια, αν είναι δυνατόν και κάθε μέρα».
Και κείνος το υποσχέθηκε και το έπραξε. Και κάθε φορά της έλεγε:
«Υπομονή σαν τον Ιώβ, και προσευχή,
υπομονή σαν την Αγία Συγκλιτική, και προσευχή,
υπομονή σαν τους Αγίους Μάρτυρες, και προσευχή,
υπομονή, υπομονή, αγία υπομονή».

Στο κρεβάτι του πόνου, η Μάρθα προσεύχεται από τώρα και στο εξής πιο θερμά, πιο ταπεινά, με περισσότερη πίστη, κουράγιο και αγάπη. Προσευχομένη αισθάνεται τον Κύριο δίπλα της, και το δωμάτιό της να γεμίζει από αγγέλους. Κλαίει, στενάζει η Αγία Μάρθα και λέγει προς τον Κύριο:
«Κύριε εγώ είμαι αμαρτωλή, μεγάλη αμαρτωλή, δεν είμαι άξια να έχω τέτοια ειρήνη και χαρά. Γιατί Χριστέ μου, άφησες τα ενενήντα εννιά άγια πρόβατά Σου, και ήρθες να ασχοληθείς με μένα το απολωλός; Και με κρατάς με τόση στοργή στην αγκαλιά Σου; Δεν είμαι Κύριε άξια, δεν είμαι άξια, δεν είμαι άξια».
Και ανελύετο σε λυγμούς ευγνωμοσύνης και θείας ευφροσύνης.

Έφυγε από τον κόσμο αυτόν στις πέντε (5) Απριλίου του χίλια ενιακόσια είκοσι επτά (1927). Το σύνθημα της ζωής της ήταν ένα και μόνον, «Μην κρίνεις ποτέ κανέναν, ιδιαιτέρως τον άνδρα σου ή τη γυναίκα σου, ή τα πεθερικά σου, τους οικείους, τους γείτονας, και ειδικότερα αυτούς που σε αδικούν. Μην κρατάς ποτέ κακία σε κανέναν, γιατί ποτέ δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις αν εκείνον που εσύ κατακρίνεις, αυτόν ο Θεός τον δέχεται με αγάπη, του χαρίζει μετάνοια, τον παίρνει στην αγκαλιά Του, και τον βάζει στην Βασιλεία των Ουρανών. Ποιος είσαι εσύ, που κρίνεις τον έτερον, τον αδελφόν σου;» -

Από το «Ρωσικό συναξάρι», μετάφρασις ο Νικοπόλεως Μελέτιος.

Είθε όλοι μας, άνδρες και γυναίκες να μιμηθούμε την Αγία Μάρθα,

Αμήν