Παρασκευή, 21 Απριλίου 2006

Δοξαστικό Εσπερινού Αποκαθηλώσεως «Σε τον αναβαλλόμενον»

228 α) Δοξαστικό Εσπερινού Αποκαθηλώσεως «Σε τον αναβαλλόμενον» 2006


Σὲ τὸν ἀναβαλλόμενον, τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον, καθελὼν Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ξύλου, σὺν Νικοδήμῳ, καὶ θεωρήσας νεκρὸν γυμνὸν ἄταφον, εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, ὀδυρόμενος ἔλεγεν· Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ! ὃν πρὸ μικροῦ ὁ ἥλιος ἐν Σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος, ζόφον περιεβάλλετο, καὶ ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο, καὶ διερρήγνυτο ναοῦ τὸ καταπέτασμα· ἀλλ' ἰδοὺ νῦν βλέπω σε, δι' ἐμὲ ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον· πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἱλήσω; ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω, τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα; ἢ ποῖα ᾄσματα μέλψω, τῇ σῇ ἐξόδῳ Οἰκτίρμον; Μεγαλύνω τὰ Πάθη σου, ὑμνολογῶ καὶ τὴν Ταφήν σου, σὺν τῇ Ἀναστάσει, κραυγάζων· Κύριε δόξα σοι.

Κήρυγμα Εσπερινού Αποκαθηλώσεως 2006



228 β
Εσπερινός Μ.Παρασκευής 2006

... η οποία αγγίζει ολόκληρο το θεανθρώπινο δράμα δια την σωτηρίαν του ανθρώπου, γέμιζε πολλές φορές την ψυχή μου με απορία, πως μπόρεσαν και εγράφησαν αυτά. Διότι ασφαλώς δεν ήταν μόνον ένα άλφα ή βήτα ποιητικό ταλέντο όπως το βλέπουμε στους κατά κόσμον σοφούς και ποιητάς. Ήταν κάτι πολύ βαθύτερο.
Εφαίνετο πως οι άνθρωποι αυτοί οι ποιηταί, εζούσαν αυτό το δράμα. Έζησαν αυτήν την αγωνία, ένοιωσαν παραδείγματος χάριν και όχι μόνον έτσι, αλλά ύστερα από νηστεία, από αγρυπνία, από προσευχή, και ειδικότερα όταν η προσευχή τους, ο νους, ολόκληρος ο ψυχοσωματικός άνθρωπος, προσπαθούσε να εισέλθει στην καρδιά, διότι εκεί εδράζεται η χάρις του Αγίου Θεού, εκεί και ο θρόνος Του, εκεί και η αποκάλυψις. Εκεί και η αποκάλυψις!..
Και είδαν λοιπόν, και μέχρι σήμερα εξακολουθούν τινές, να βλέπουν με τα μάτια της ψυχής, όχι με τα μάτια του σώματος, αλίμονον…
Μας είπε η προφητεία «ουδείς δύναται ειδείν το πρόσωπό μου και ζήσεται». Δεν υπάρχει άνθρωπος. Αλλά το πρόσωπον του Σωτήρος Χριστού μπορούμε όμως να το δούμε μέσα στην καρδιά. Και έτσι είδαν λοιπόν, να μεταβάλλεται αυτή σε υπερώον της Ιερουσαλήμ. Και κεί ο Κύριος, να του πλένει τα πόδια της ψυχής για να τον καθαρίζει, να τον ετοιμάζει, για να του προσφέρει σε λίγον το Σώμα Του και το Αίμα Του. Και να του λέγει «λάβετε φάγετε, τούτο εστί το Σώμα μου, και πίετε εξ αυτού, πάντες και σύ μαζί μου, τούτο εστί το Αίμα μου». Δεν είναι μόνον το υπέρ πολλών εκχυνόμενον, αλλά είναι και για σένα. Και κείνη τη στιγμή, σα να προσφέρεται αοράτως, δεν ξέρω πώς να σας το πω, δεν ξέρω, γεύεται και καταπίνει, στο βάθος της ψυχής του, το Αίμα του Κυρίου που προσφέρθηκε στο Μυστικό εκείνο Δείπνο της Μεγάλης Πέμπτης.
Και κατόπιν βλέπει τον εαυτόν του γονατιστόν, δίπλα στο Χριστό, να του λέει «γεννηθήτω το θέλημά Σου, όχι όπως θέλω εγώ, όπως θέλεις εσύ, εσύ όπως θέλεις»…
Και δεν θα έχει από το πρόσωπό του ο ιδρώτας ωσει θρόμβοι αίματος…
Και κατόπιν να ενθυμείται την άλφα ή την βήτα αμαρτία ή πτώση, τη μικρή ή τη μεγάλη, και να την βλέπει σαν προδοτικό φίλημα, στο πρόσωπον του Ιούδα, στο πρόσωπον του Κυρίου ως ο Ιούδας.
Και κατόπιν να συλλαμβάνεται, να ενδύεται, να χλευάζεται, να τίπτεται επί της κεφαλής αυτού, από τον καλαμον, να ενδύεται την χλαμύδα την κοκκίνην, τόσα άλλα, όσα συνέβησαν.
Και να ζεί αυτό το δράμα, με σπαραγμό καρδίας, μέσα στην καρδιά, μέσα στην ψυχή, όχι έξω, μ’ αυτούς τους συναισθηματισμούς, που πολλές φορές μας διακρίνουν. Όταν περιφέρεται ο Εσταυρωμένος με το σήμερον κρεμάται επί ξύλου, με την Αποκαθήλωση σε λίγο, ή με την περιφοράν του Επιταφίου. Όχι. Με ένα άλλο συναίσθημα που είναι πέρα από ψυχικό, είναι ουράνιο, είναι ακατάληπτο, παράλληλο, και η αγάλη του, διότι εκείνη τη στιγμή για λογαριασμό σου, για λογαριασμόν της ψυχής σου, στενάζει το Πνεύμα το Άγιον με «στεναγμοίς αλαλήτοις».
Και τον βλέπεις σταυρούμενον διά την σωτηρίαν και ενώ λυπάται, και ενώ πονάω, πονάω πολύ βαθιά, εν τούτοις χαίρεται διότι το θείον αυτό δράμα είναι ο θάνατος που πάτησε τον θάνατον, και χάρισε ζωή στους ανθρώπους, και η καρδιά του θριαμβευτικά φωνάζει «Χριστός Ανέστη».
Και τότε συνέρχεται και βλέπει ότι είναι είτε καθισμένος στο σκαμνάκι του είτε είναι γονατιστός και προσεύχεται και τα χέρια του είδε είναι ξερά αν τυχόν και είναι διψασμένος. Γι’ αυτό έγραψαν, γι’ αυτό έγραψαν, επειδή τα έζησαν μαζί με το Χριστό, μαζί σου την ίδια εποχή, που ο χρόνος και ο χώρος καταργείται, στο Χριστό, τα πάντα γίνονται σήμερα, γι’ αυτό και είπαμε και χθές και σήμερα, «σήμερον κρεμάται επί ξύλου».
Τα έζησαν μαζί Του, και πήραν κατόπιν το καλάμι στο χέρι τους, την πένα, τη γραφίδα, και έγραψαν αυτά, αυτούς τους υπέροχους ύμνους, τις ωδές αυτές πνευματικές, που με τόση συγκίνηση ευλάβεια και κατάνυξη μας έχουν αποδώσει μέχρι αυτή τη στιγμή και το βράδυ πιστεύω και ύστερα και αύριο και μεθαύριον, το αποδίδουν οι ιεροψάλτες μας.
Αλλά να ξέρετε όμως, εάν δεν ζήσουμε εν Πνεύματι Αγίω, μέσα από τους ίδιους στεναγμούς, τους αλαλήτους του Αγίου Πνεύματος, μέσα στην καρδιά μας, το θείον δράμα, δεν θα το ζήσουμε ποτέ, δεν θα το καταλάβουμε ποτέ. Θα μπαίνουμε μέσα, θα κάνουμε τυπικά και γρήγορα το Σταυρό μας, θα προσκυνήσουμε, μαγικά να πάρουμε κάτι απ’ τη χάρη, και αφήνουμε και να πούμε και του χρόνου και χρόνια πολλά. Αμ’ δεν είναι αυτό Μεγάλη Εβδομάδα… ούτε Θεοφάνεια, ούτε Χριστούγεννα, ούτε Μεγάλη Παρασκευή, ούτε Κυριακή της Αναστάσεως. Είναι κάτι άλλο που εύχομαι να το ζήσετε, κάτι από όλα αυτά, έστω, και για λίγα δευτερόλεπτα. Μάρτυς μου ο Κύριος. Σας το εύχομαι, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα.

Κυριακή, 9 Απριλίου 2006

Η προσευχή στην ορθόδοξη πίστη μας και η διαφορά της από τα άλλα θρησκεύματα



225 α
Κυριακή Ε’ Νηστειών

Πρότυπον μετανοίας σε όλους τους αιώνες υπήρξεν χριστιανοί μου, η Οσία Μαρία η Αιγυπτία. Ήταν ένα φοβερό κάρβουνο ανηθικότητος κι όμως έγινε Αγία. Υπήρξε για πολλά χρόνια πόρνη κι όμως κατέστη πρότυπον οσιότητος. Ήταν άσωτη, κι έγινε σώφρων. Είναι αυτή που τιμά σήμερα η Εκκλησία μας και την τιμά με ύμνους και ωδές πνευματικές για να μας αποκαλύψει το πώς μπορεί η αληθινή μετάνοια να μεταμορφώσει έναν μεγάλο αμαρτωλό, κακούργο και φονιά, διεστραμμένο και πόρνο, σε Άγιο. Αλήθεια όμως, πώς περνούσε τις ατέλειωτες νύχτες και ημέρες για 49 ολόκληρα χρόνια; Ασφαλώς με μετάνοια αλλά και με προσευχή! Προσευχή αληθινή, προσευχή συνεχής και αδιάκοπη. Με ποια δύναμη άραγε έκανε τους σκληρούς ασκητικούς αγώνες της, που μόνον σε άντρες ταιριάζουν; Με τη βοήθεια ασφαλώς και την χάρη του Αγίου Θεού που την ενίσχυαν από τις αδιάλειπτες προσευχές της και τη ζωντανή της πίστη. Και πώς άντεξε για 5 δεκαετίες να ζει μέσα στην έρημο, τελείως μόνη και χωρίς καμιά ανθρώπινη παρηγοριά και παρουσία; Την αντοχή της την πήρε, όπως και την έπαιρνε και κάθε μέρα απ’ την χάρην του Αγίου Θεού δια μέσου όμως των αδιαλείπτων προσευχών της και την ολόθερμη αγάπη της προς Αυτόν.

Ολόκληρη η πενηντάχρονη ασκητική της ζωή υπήρξε ζωή προσευχής και μετανοίας. Η προσευχή της ήτο το μάννα του ουρανού, η πνευματική της τροφή και το ύδωρ το ζων. Η προσευχή τής έδωσε την μακροχρόνια ευδόκιμη υπομονή, την αντοχή και τη θεϊκή παρηγοριά. Η πρώτη πρώτη μετάνοιά της στο Ναό της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα γέννησε την ολοκάρδια προσευχή της προς τον Ιησούν Χριστόν, οπότε και η θερμή δυνατή προσευχή της κατέστη με τη σειρά της μητέρα, μητέρα όχι μόνον της συνεχούς μετανοίας της αλλά και όλων των άλλων αρετών, που καλλιεργήθηκαν εν Πνεύματι Αγίω μέσω της προαιρέσεως και των πολλών της ασκητικών παλαισμάτων.

Στη γενική αναφορά στη ζωή των Οσίων ασκητών της ερήμου, των ορέων και των σπηλαίων της γης, η προσευχή είναι όχι το μάννα που τρέφει την ψυχή αλλά και το οξυγόνο της. Αυτό σημαίνει ότι χωρίς προσευχή δεν υπάρχει πνευματική ζωή. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μας λέγει ότι η προσευχή είναι αναγκαιοτέρα και απ’ αυτόν τον αέρα που αναπνέουμε. «Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον» τόνισε βεβαιωτικά. Κι αφού η καταγωγή μας και η πλάσις μας είναι από τον Θεόν άρα και η αναφορά μας προς Αυτόν γίνεται αυθόρμητα. Ο καταγόμενος από την Φρυγία φιλόσοφος του πρώτου μετά Χριστού αιώνος και όχι χριστιανός, ο Επίκτητος, έλεγε τα εξής χαρακτηριστικά: «Αν ήμουν αηδόνι, θα φερόμουν όπως το αηδόνι. Αν ήμουν βάτραχος, θα έκανα ό,τι κάνουν τα βατράχια. Αν ήμουν τίγρης θα φερόμουν σαν άγριο θηρίο. Τώρα όμως είμαι άνθρωπος λογικός, γι’ αυτό και πρέπει να υμνώ τον Θεόν. Αυτό είναι το έργο μου και το πραγματοποιώ κάθε μέρα». Κι αυτά μας τα είπε κάποιος σοφός που δεν ήταν χριστιανός. Τι μας είπε; Ότι το έργον κάθε ανθρώπου ως λογικού όντος είναι να υμνεί τον Θεόν.

Και πώς θα τον υμνεί; Προσευχόμενος! Πώς αλλιώς! Μόνο με προσευχή.

Η προσευχή ίσως θα μου πείτε πως παρατηρείται σε όλες τις θρησκείες ακόμα και στις ειδωλολατρικές. Σωστό είναι αυτό. Στην ορθόδοξη όμως χριστιανική μας πίστη, η προσευχή διαφέρει και ξεχωρίζει διότι γίνεται εν Πνεύματι και αληθεία. «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν εν Πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν». Και εδώ βρίσκεται το απροσπέλαστο μεγαλείον της προσευχής που διαφέρει από τις ικεσίες και προσφορές όλων των άλλων θρησκειών. Εμείς έχουμε συνειδητή συμμετοχή στην άμεση προσωπική επικοινωνία με τον Θεόν. Ομιλούμε με Αυτόν πρόσωπο με πρόσωπο. Πρόσωπον ο Θεός; Πρόσωπο και ημείς, προσωπική και η επικοινωνία μας με τον Άγιο Τριαδικό Θεό.

Άλλο πράγμα η επικοινωνία μας με τον Θεόν πρόσωπο με πρόσωπο, και άλλο πράγμα η επικοινωνία που είναι με κάτι αφηρημένο ή και ανύπαρκτο. Η δική μας ορθόδοξη χριστιανική προσευχή είναι πραγματική και οντολογική και αυτό το απέδειξε η ιστορική εμπειρία χιλιάδων ετών μέσα από την ζωή εκατομμυρίων Αγίων και στηρίζεται στη ζώσα, ζωντανή παρουσία του Αγίου Θεού. Γιατί αν ο Θεός δεν ήταν παρών και μάλιστα πανταχού παρών, δεν θα ήταν και Θεός. Ως παρών ο Θεός είναι ζωντανός, ολόκληρος, Κύριος και Θεός που μας βλέπει, που μας ακούει, που απαντάει με το δικό Του τρόπο, ακατάληπτο τρόπο και θεϊκό στα αιτήματά μας, που συμπάσχει μαζί μας και που έχει μυριάδες τρόπους για να αποδείξει τη θεϊκή του ζώσα παρουσία μέσα μας.
Να πώς μας το βεβαιώνει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «Θεός αληθώς λαλούμε το Θεό της προσευχής δι ης και τοις αγγέλοις συναπτώμεθα». Στον καιρό της προσευχής ομιλούμε πραγματικά με το Θεό, γι’ αυτό και μοιάζουμε και συνυπάρχουμε με τους αγγέλους. Αυτή είναι η ερμηνεία του Χρυσοστόμου. Όπως οι άγγελοι έχουν άμεση επικοινωνία με τον Πανάγιο Τριαδικό Θεό υμνούντες και δοξάζοντες Αυτόν, έτσι και η δική μας επικοινωνία δια μέσου της προσευχής είναι άμεση, ζωντανή, προσωπική.

Σε όλες τις άλλες θρησκείες βασιλεύει το μαγικό στοιχείο. Ή και το τυπολατρικό. Ή ακόμα και θα δούμε μηχανοποιημένες κινήσεις και ασκήσεις, όπως είναι η γιόγκα. Ή με άναρθρες κραυγές ή και με τυποποιημένες λέξεις για να συγκεντρωθεί δήθεν η παγκόσμια ενέργεια του σύμπαντος μέσα τους.

Και ποια λοιπόν είναι η βασική διαφορά της ορθοδόξου ημών Εκκλησίας με τις άλλες θρησκείες; Μία. Η αποκάλυψη. Το επαναλαμβάνω. Η αποκάλυψη. Αυτό σημαίνει ότι το διακριτικό γνώρισμα της πίστεώς μας και της αποκαλύψεως είναι ο υπερφυσικός χαρακτήρας της. Εδώ δε γίνεται λόγος για κάποιες διαφορές μικρές ή μεγάλες, πολλές ή λίγες, αλλά για αποκάλυψη. Γιατί η ορθόδοξος πίστις, η Εκκλησία της, τα μυστήριά της, η λατρεία της, η προσευχή της, δεν είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα αλλά υπερφυσική αποκάλυψη. Αυτό σημαίνει ότι ξεπερνάει τις δυνατότητες του ανθρωπίνου μυαλού κι όλες τις ανθρώπινες δυνάμεις και εισέρχεται ολόκληρο το κοσμοσωτήριο έργον του Τριαδικού Θεού στο χώρο της Θείας Χάριτος. Κι αυτό είναι δώρο Θεού. Είναι χάρη Θεού. Και πιο απλά. Δεν ανακαλύπτει ο άνθρωπος τον Θεόν, αλλά ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπον. Την πρωτοβουλία και την αγωνία δεν την έχει ο άνθρωπος, αλλά ο Θεός που αποκαλύπτεται μπροστά του από αγάπη. Και τότε ο άνθρωπος και ειδικά ο κάθε χριστιανός αποδέχεται ελεύθερα, με ταπείνωση και με πολλή ευγνωμοσύνη την Χάρην του Θεού. Δεν ενεργεί ο κάθε χριστιανός όταν προσεύχεται ως άβουλο όργανο χωρίς θέληση και σκέψη, αλλά ενεργεί και εργάζεται ως ελεύθερη προσωπικότητα, ως ελεύθερο πρόσωπο που μπορεί να δεχθεί ή και να απορρίψει και την Θεία Χάρη και το Θείο φωτισμό και τη σωτηρία Του. Αν θέλεις δέχεσαι τη σωτηρία σου. Κι εσύ αν θέλεις τη δέχεσαι. Αν δεν θέλεις δεν την δέχεσαι! Δεν σε αναγκάζει κανένας. Ελεύθερος θα την αποδεχτείς, ελεύθερος θα μελετήσεις τη Γραφή, ελεύθερος θα προσευχηθείς, ελεύθερος θα πας στην εξομολόγηση, ελεύθερος θα προσέλθεις στο Ποτήριον της ζωής.

Στις άλλες θρησκείες έχουμε μια αγωνιώδη προσπάθεια να φτάσουν και να κατευνάσουν με ικεσίες το θείον, που το περιβάλλει αοριστία, πέπλος μυστηρίου και φόβος. Ενώ στη δική μας πίστη, ο Θεός ο αληθινός έρχεται στον άνθρωπο όλος ταπείνωση, πραότητα και αγάπη αφού έγινε άνθρωπος – Θεάνθρωπος, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, κι από τότε αποδεικνύοντας στην πράξη την αγάπη Του μέχρι σήμερα, μας τρέφει με το Σώμα και το Αίμα Του. Μας διδάσκει και μας φωτίζει με το λόγο Του και μας κοινωνεί πνευματικά όποτε εμείς το θέλουμε μέσω της προσευχής.

Στις ιερές αυτές στιγμές της πνευματικής μας επικοινωνίας μέσω της αδιαλείπτου προσευχής, ο άπειρος και απρόσιτος Θεός γίνεται προσιτός και μας αποκαλύπτεται ως στοργικός πατέρας πάντοτε παρών. Είναι ή δεν είναι αυτό μια πραγματική απόδειξις αγάπης, η προσέγγισις και η ένωσίς μας με το Θεόν-Πατέρα όποτε το θελήσουμε! Το πλάσμα Του! Ο άνθρωπος! Συ κι εγώ ο αμαρτωλός άνθρωπος, ο βρωμιάρης, ο αποστάτης, ο ανάξιος. Να επικοινωνεί με τόση οικειότητα με τον Πλάστη του; Δεν είναι αυτό φοβερόν και συγχρόνως γεμάτο από αγάπη; Ο άξιος λοιπόν πάσης καταδίκης και τιμωρίας άνθρωπος έχει όλη την άνεση να επικοινωνεί με τη ζώσα παρουσία του Θεού και να λαμβάνει και να απολαμβάνει άπειρες εύνοιες και δωρεές που ο νους μας δεν μπορεί να χωρέσει. Ποιος θα τολμούσε ένα τέτοιο πλησίασμα αν δεν υπήρχε η αγάπη του Θεού και Πατρός; Κι αυτό, γιατί σε μένα; Γιατί σε σένα; Γιατί και σε σένα; Γιατί και στον άλλον; Γιατί και σε κείνον που είναι απ’ έξω; Αφού όλοι μας ήμεθα αμαρτωλοί; Δεν υπάρχει γιατί. Είναι απλό και απλούστατο. Είμεθα παιδιά Του. Δικά Του παιδιά. Πλασμένα από τα χέρια Του, από τον ίδιον. Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν δική Του. Κι αυτό τα λέει όλα. «Και ενεφύσησεν ο Θεός και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσα». Έτσι λοιπόν, έρχεται η πνοή του Θεού εξ’ ουρανού στα δύο ωάρια, τα ενώνει και πλάθει τον καινούριο άνθρωπον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν.
Και αυτή τη στιγμή…τώρα που μιλάμε…τώρα που βρίσκεστε μέσα στην Εκκλησία… ο Θεός είναι μπροστά μας και μέσα μας και θα είναι πάντοτε, στους αιώνας των αιώνων ως πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Και είναι ο Θεός και τώρα παρών. Και τώρα και στο σπίτι και στο δρόμο και στη δουλειά. Παντού και πάντοτε παρών…και μπροστά μας και μέσα μας, αφού ως παντογνώστης ετάζει καρδίες και νεφρούς, γι’ αυτό και μπορούμε να επικοινωνούμε μαζί Του όποτε το θελήσουμε μέσω της προσευχής.

Για προσέξτε όμως…όχι με τυπικές λέξεις που τις λέμε παπαγαλίζοντας, ούτε αφηρημένα, ούτε μηχανικά, ούτε πετώντας ο νους εδώ κι εκεί. Αλλά με λέξεις που να αγγίζουν την ψυχή μας. Που να την συγκλονίζουν, που να της δημιουργούν τον πνευματικό σεισμό της Θείας ανακαινίσεως. Λέξεις που να μας κατανύσσουν και να μεταμορφώνουν όχι μόνο την ψυχή, τον νου και την καρδιά μας αλλά και ολόκληρη τη ζωή μας. Ο Θεός είναι μπροστά μας και μέσα μας. Ολόκληρος ο Θεός, ζωντανός, παντοδύναμος, φιλάνθρωπος, παντελεήμων και γεμάτος από άπειρη αγάπη και ευσπλαχνία. Το αισθάνθηκες ότι είναι μέσα σου και μπροστά σου;

Ο πνευματικότερος τρόπος κοινωνίας μετά του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και Θεού ημών μέσω της προσευχής είναι η νοερά καρδιακή προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και μάλιστα όταν ο νους μας αρπάζει την ευχή και με όλη τη δύναμη και την αγάπη του την σπρώχνει στην καρδιά.

Προσευχή λοιπόν, προσευχή. Προσευχή.
Έχεις θλίψεις, στεναχώριες, βάσανα; Προσευχή.
Πονάς; Υποφέρεις; Προσευχή.
Έχεις προβλήματα; Προσευχή.
Είσαι χαρούμενος και ευτυχισμένος; Και πάλι προσευχή και μάλιστα δοξολογίες.
Και μη ξεχνάς αυτή τη βεβαίωση που μας δίδει η Αγία Γραφή. Το ότι «προσευξώμεθα καθ’ ό δει ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό το Πνεύμα το Άγιον υπερτυχάνει υπερ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις».

Αλλά η ώρα πέρασε επομένως θα συνεχίσουμε με την ανάλυση αυτού του στίχου για να δούμε το τι μεγάλα πραγματοποιούνται δια Πνεύματος Αγίου μέσω της προσευχής στην καρδιά μας και στη ζωή μας, θα συνεχίσουμε άλλη φορά.

Χριστιανοί μου, ο Θεός Πατέρας, άμα και Τριαδικός Θεός είναι πάντοτε παρών ολόκληρος μπροστά μας και μέσα μας. Γι’ αυτό…προσευχή, προσευχή…

Κυριακή, 2 Απριλίου 2006

Ο π. Αρσένιος ο ασκητής καί οί καταπληκτικοί αγώνες του



222-γ
Κυρ. Δ' Νηστειών, 2006

Σήμερα η Εκκλησία μας χριστιανοί μου, τιμά έναν μεγάλον άγιο, τον όσιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, συγγραφέα του μεγάλου ασκητικού βιβλίου που λέγεται Κλίμαξ. Γι’ αυτό και συνήθως καλείται ο Άγιος, Ιωάννης της Κλίμακος. Για τη ζωή και το έργο, όσο και για το περιεχόμενον του βιβλίου, έχουμε κάνει πολλές φορές λόγο στα τόσα χρόνια που πέρασαν που είμαστε εδώ.
Γι’ αυτό θα τολμήσουμε να μιλήσουμε με λίγα λόγια για έναν σύγχρονο ασκητή, όμοιον με αυτούς τους ασκητάς που περιγράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, στην Κλίμακά του. Πριν απ’ τον πόλεμο του 1940, πήγε στην σκήτη των Καυσοκαλυβίων, και μάλιστα στην καλύβα των Αρχαγγέλων, να γίνει μοναχός ένας νέος, που παίρνοντας το σχήμα του, ονομάστηκε Αρσένιος.
Εκεί έμαθε ξυλογλυπτική οικιακών συσκευών, γουδιά, κουτάλες, πιάτα, κουτάλια και άλλα πράγματα,.. όταν όμως ήλθε η Κατοχή του ’41 με ’44, όλοι πείνασαν και ιδιαιτέρως οι σκήτες και τα ερημητήρια. Οι ασκητές αναγκάστηκαν να τρώνε τότε βελανίδια, αγριοκάστανα, και φλούδες από δένδρα. Πολλοί δε από τους ασκητάς, πέθαναν απ’ την πείνα.
Έτσι ο Αρσένιος αναγκάστηκε να πάει στο μοναστήρι, της Σιμωνόπετρας όπου και παρέμεινε ως μοναχός.
Ύστερα από αρκετά χρόνια, η Ιερά Μονή, τον έβαλε παραλήπτη της ξυλείας στον αρσανά. Εκεί η μοναδική αρετή που καλλιεργούσε, ήταν να ανάβει τα καντήλια, να κάνει πενιχρώς τις ακολουθίες του, το κομποσχοινάκι του, και κυρίως να ψαρεύει. Τις Κυριακές όμως και όπως βέβαια και στις μεγάλες γιορτές, ανέβαινε στο μοναστήρι και παρακολουθούσε τις ακολουθίες. Έτσι πέρασαν δώδεκα ολόκληρα χρόνια.
Ένα ανοιξιάτικο απόγεμα, ψάρευε με το μικρό του βαρκάκι που δεν ήταν μεγαλύτερο από τρία μέτρα, ξαφνικά σηκώθηκε μπουρίνι φοβερό που πήρε τα κουπιά και ακυβέρνητο τα κύματα το έσπρωξαν μέχρι τους Σποράδες νήσους, και μέχρι την Αλόννησο. Φαγητό δεν είχε ούτε και νερό. Και απ’ τη φουρτούνα έκανε συνεχώς εμετούς. Για να μην πάθει όμως αφυδάτωση, έπινε θαλασσινό νερό, και πάλι νέους εμετούς. Εξαντλήθηκε τελείως και ξαπλώνοντας στην ακυβέρνητη βαρκούλα του, περίμενε πλέον τον θάνατό του, αλλά δεν έπαψε να φωνάζει να φωνάζει και να επικαλείται αφενός μεν την Παναγία λέγοντας «Συγχώρεσέ με», και αφετέρου τον Άγιο Νικόλαο. «Άγιε Νικόλαε», φώναζε, «πλήρωσέ με, που σου άναβα δώδεκα χρόνια το καντήλι σου. Γλύτωσέ με και γω αν γυρίσω ζωντανός, στο Άγιον Όρος θα γίνω ασκητής».
Τον άκουσε η Παναγία, τον άκουσε και ο Άγιος Νικόλαος, και τη δεύτερη μέρα άλλαξαν τα ρεύματα και έσυραν το βαρκάκι απ’ την Αλόνησο κοντά στην Κύμη.
Με όσες δυνάμεις του απέμειναν, συνέχισε να κραυγάζει για βοήθεια προς την Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο, με πάντα την ίδια υπόσχεση ότι άμα γυρίσει ζωντανός θα γίνει ασκητής.
Την τρίτη μέρα ένα ουράνιο αόρατο χέρι, ξανάπιασε τη γωνία της βάρκας, τη μύτη της, και την οδήγησε στον αρσανά της μονής. Νόμισε πως ονειρευόταν. Έτριβε τα μάτια του και τελικά συνήλθε. Σηκώθηκε και τρικλίζοντας, πάτησε στη στεριά και σύρθηκε για να πιεί νερό. Νερό κουβάδες ήπιε. Και αφού συνήλθε, πήγε στο κελάκι του αρσανά, και άναψε το καντηλάκι του Αγίου, και έπεσε στα γόνατα κλαίγοντας και έλεγε «Άγιε Νικόλαε σε ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά που μ’ έσωσες αλλά εγώ το τάμα μου θα το εκπληρώσω».
Στη συνέχεια έφαγε και αφού συνήλθε ανέβηκε στο μοναστήρι. Εκεί όλοι οι μοναχοί έστησαν πανηγύρι χαράς γιατί τον πίστευαν πνιγμένο, πεθαμένο. Άλλωστε τον είχαν ψάξει. Αλλά οι έρευνες ήσαν αδύνατες λόγω της μεγάλης θαλασσοταραχής που υπήρχε.
Ο πατήρ Αρσένιος τους διηγήθηκε με λεπτομέρειες την περιπέτειά του, την ιερή του υπόσχεση και το τάμα και την θαυματουργική του διάσωση. Δόξασαν όλοι την Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο που τον προστάτευσαν και τον έσωσαν αλλά δεν πίστευσαν ποτέ ότι θα μπορούσε ο καλοθρεμμένος αυτός πατήρ Αρσένιος και χοντρούλης να κάνει και να πραγματοποιήσει το τάμα του.
Ο Αρσένιος όμως, ζήτησε αμέσως να εξομολογηθεί, για να δει κυρίως με ποιο τρόπο θα τακτοποιήσει το τάμα του.
Εκείνες τις ημέρες εφιλοξενείτο στο μοναστήρι ως διαβαστής αναγνώστης ο πατήρ Αθανάσιος ο κατά σάρκα αδελφός του οσίου γέροντος Ιωσήφ του Σπηλιώτου και ησυχαστού, του γέροντος του γέροντός μου, άρα και παππού μου. Άκουσε λοιπόν την ιστορία του πατρός Αρσενίου ο πατήρ Αθανάσιος και του συμβούλευσε να εξομολογηθεί στον παπα Χαράλαμπο πού ’ταν τότε γέροντας στο Μπουραζέρι με μεγάλη συνοδεία.
Τον επισκέφτηκε ο πατήρ Αρσένιος, και μετά την εξομολόγησή του, αλλοιώθηκε πολύ η ψυχή του από τη Θεία Χάρη. Σ’ αυτό συνετέλεσε ασφαλώς κατά πολύ η αγάπη, η ταπείνωσις, και η διάκρισις του πατρός Χαραλάμπους. Γι’ αυτό και οι ασκητικές συμβουλές του, η άσκηση και νοερά προσευχή, είχαν άμεση ευεργετική επίδραση στην καρδιά του πατρός Αρσενίου. Πήρε λοιπόν κανόνα ασκητικό με νηστεία αγρυπνία εγκράτεια και προσευχή, - το ακούσαμε και στο Ευαγγέλιον, «τούτο το γένος ουκ εκπορεύεται, όχι μόνον των δαιμόνων, αλλά και των παθών και κάθε δυσκολίας της ζωής ή μη με προσευχή και νηστεία». – Σα σφουγγάρι λοιπόν τα ρούφηξε όλα ο πατήρ Αρσένιος και το έκανε πράξη και βίωμα ζωής.
Άρχισε να ελαττώνει το φαγητό του σιγά σιγά, να αυξάνει τις μετάνοιες και τις αγρυπνίες και ενώ ήταν ευτραφής και γεμάτος όπως είπαμε, έγινε σα ρέγκα. Τόσο πολύ αδυνάτισε.
Στα ασκητικά του παλαίσματα πρόσθεσε και την αδιάλειπτη νοερά προσευχή και έφθασε σε τέτοιο σημείο Θείας Χάριτος, που έλαμπε ολόκληρος.
Τελικά πήγε στον ηγούμενο, τον πατέρα Αιμιλιανό, και του είπε για το τάμα που είχε κάνει να γίνει ασκητής.
Ο ηγούμενος συγκινήθηκε, και του είπε:
- Μα ευλογημένε μου, εβδομήντα χρονών είσαι, τώρα θα γίνεις ασκητής; Και τώρα ..;
- Μάλιστα, τώρα άγιε ηγούμενε, και μάλιστα θα πάω στο Καλαμίτσι.
Καλαμίτσι είναι μια τοποθεσία 45 λεπτά μακρύτερα από την Μονή, προς τον κατήφορο κοντά στη θάλασσα και υπήρχε ένα σπιτάκι της Μονής το οποίον τακτοποίησαν οι πατέρες, και εκεί εγκαταστάθηκε ο πατήρ Αρσένιος.
Την πρώτη φορά που ανέβηκε στο μοναστήρι, μετά από αρκετόν καιρό ο πατήρ Αρσένιος, μετά δηλαδή από την εκεί ασκητική του εγκατάσταση, την απόσταση των σαρανταπέντε λεπτών, την έκανε σε τέσσερεις ώρες. Δεν μπορούσε πλέον να σύρει τα πόδια του από τη μεγάλη και σκληρή άσκηση. Ποια ήταν; Ακούστε.
Με ειδική ευλογία από τον ηγούμενο έκανε μια πνευματική συμφωνία. Ότι δεν θα ξαπλώσει πλέον σε κρεβάτι. Αλλά και δε θα καθήσει ποτέ ούτε στο σκαμνάκι ούτε σε καρέκλα ούτε σε πέτρα. Όρθιος θα κοιμάται, όρθιος θα τρώγει, όρθιος θα προσεύχεται, όρθιος θα μελετά την Αγία Γραφή, την Φιλοκαλία και τους Πατέρες. Τα πάντα όρθιος. Για να ξεκουράζεται δε, έκανε χιλιάδες μετάνοιες, όλη τη νύχτα. Και για μην πέφτει κάτω από την κούραση, έβαλε δύο κρίκους στο ταβάνι, ένα δεξιά και ένα αριστερά, έδεσε ένα τεράστιο μεγάλο σκοινί πού έκανε έτσι μια κοιλιά, έβαζε τα χέρια του πάνω, στο σκοινί, και όρθιος εκεί, ξεκουραζόταν λίγο ή λίγο τον έπαιρνε ο ύπνος. Τώρα τι ύπνος ήταν αυτός, μόνον ο Θεός το γνωρίζει. Έτσι από τις απειράριθμες ώρες ορθοστασίας, έσπασαν οι φλέβες στα πόδια του και άρχισαν οι αμέτρητες αιμορραγίες. Και επιπλέον είχαν πρηστεί τόσο πολύ, που έμοιαζαν με πόδια ελεφάντων.
Όλη του όμως η ζωή μέρα και νύχτα ήταν το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Πότε φωναχτά, πότε πολύ δυνατά. Πότε σιγανά, πότε με το νου, αλλά πολύ συχνά με την καρδιά του.
"Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Και να η θεωρία! Και να η ξένη έλλαμψις! Και να το φως το αληθινόν. Έτσι καλλιέργησε και τη νοερά προσευχή. Και οι θεϊκές αλλοιώσεις, διαδέχονταν η μία την άλλη.
Έφθασε να κοιμάται όρθιος πάνω στο σκοινί μόνον μια ώρα το εικοσιτετράωρο. Το φαγάκι που του προμήθευε το μοναστήρι της Σιμωνόπετρας, ήταν μόνο παξιμάδι και ελιές. Έτρωγε, ένδεκα ελιές το πρωί, με ένα μικρό παξιμαδάκι τόσο δα, και ένδεκα ελιές το βράδυ με άλλο τόσο παξιμαδάκι βουτηγμένο στο νερό.
Ούτε τα Χριστούγεννα, ούτε τα Θεοφάνεια, ούτε το Πάσχα, ούτε στις δεκαπέντε Αυγούστου, ούτε στο πανηγύρι της μονής έτρωγε κάτι περισσότερο. Μόνον έντεκα ελιές. Ούτε ένα φρούτο, ούτε μια ρόγα από ένα σταφύλι, ούτε ένα φύλλο από μαρούλι, ούτε μια πατάτα έστω ωμή ή ένα κρεμμύδι, ή ένα λουκουμάκι, άνθρωπος ήταν, ούτε έναν καφέ. Ούτε ένα κουκί ξηρό. Μόνον ένδεκα ελιές το πρωί και το βράδυ, με λίγο παξιμάδι. Και όλα αυτά στις ημέρες μας. Στην δεκαετία 1970 – 1980.
Έτσι ύστερα από οκτώ χρόνια, σκληρής τέτοιου είδους ασκήσεων κλονίστηκε η υγεία του, και με σοβαρό γλαύκωμα στα μάτια, σχεδόν είχε τυφλωθεί. Έτσι αναγκάστηκαν οι πατέρες, και τον πήραν στο μοναστήρι, παρά τις αντιρρήσεις του. Εκεί όμως εγκαταβίωσε με την ίδια ασκητική ζωή, με τις ίδιες μετάνοιες, με την ίδια ορθοστασία, με την ίδια νηστεία με τις έντεκα ελιές, και το πρωί και το βράδυ.
Τουλάχιστον όμως στο μοναστήρι, κατ’ εντολή του ηγουμένου κοινωνούσε κάθε μέρα ενώ στο ασκητήριό του μια φορά την εβδομάδα, όταν κατέβαινε ο εφημέριος της μονής.
Από την ασιτία είχε γίνει πλέον πετσί και κόκαλο, και απ’ την ορθοστασία εκτός από τις μεγάλες αιμορροούσες πληγές του, είχε πάθει διπλό σπάσιμο της κοίλης.
Κάποτε οι πατέρες της μονής, είχαν διαπιστώσει ότι έκανε βαθιές μετάνοιες επί εννέα ώρες συνεχώς. Και ακουγόταν ο κρότος της μετανοίας απ’ το κεφάλι που κτυπούσε το πάτωμα. Από τις χιλιάδες αυτές μετάνοιες, και με το κτύπημα που έδινε στο κεφάλι του, κυριολεκτικώς το είχε τσακίσει. Μια μεγάλη πληγή και ένας όγκος είχε σχηματιστεί εδώ τεράστιος, σαν καρκίνωμα.
Και τον ρωτούσαν οι μοναχοί:
- Μα γιατί πατέρ Αρσένιε κτυπάς τόσο δυνατά το κεφάλι στο πάτωμα, δεν φτάνουν οι μετάνοιες; Έχεις γίνει χάλια, δεν βλέπεις;
Ο πατέρας απάντησε:
- Είμαι τόσο αμαρτωλός, - για να δούμε αν το λέμε και μείς αυτό - που οι αμαρτίες μου με πνίγουν, και δεν προλαβαίνει η προσευχή μου να βγει απ’ το λαρύγγι μου. Δεν μπορεί να ξεπεράσει το ταβάνι και να τις ακούσει ο Χριστός μας. Τουλάχιστον ας ακούει τα κτυπήματα από το κεφάλι μου και ας με λυπηθεί και ας με σώσει.
Τι να πουνε οι μοναχοί μπροστά στην τόση αυταπάρνηση και στην τόση του ταπείνωση;
Αγράμματος ο πατήρ Αρσένιος. Αλλά θεοφόρος. Κεχαριτωμένος. Σοφός, διακριτικός. Άκρα σιωπηλός και ασκητικότατος. Με ηγνισμένον σώμα, κεκαθαρμένον στόμα, και πεφωτισμένον νουν, όπως θα μας έλεγε ο σημερινός εορταζόμενος Άγιος Ιωάννης ο Σιανΐτης στην Κλίμακά του. Και ποιος γνωρίζει τα υπερβατικά βιώματά του, και τις θεωρίες του στην προσευχή; Μόνον ο Θεός.
Και φθάνουμε στις 12 Μαρτίου 1980, όπου ο πατήρ Αρσένιος για πρώτη φορά δεν κοινώνησε. Ήδη είχε αδιαθετήσει και είχε υποστεί το πρώτο εγκεφαλικό επεισόδιο.
Την επομένη, 13 Μαρτίου, ακολουθεί δεύτερο επεισόδιο, γίνεται αμέσως ευχέλαιο και κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων με πλήρη νηφαλιότητα. Και όταν το βραδάκι άρχισε να κτυπά το τάλαντο, άρχιζε η Μεγάλη Εβδομάδα, ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, πέταξε η ψυχούλα του, που ασφαλώς θα την παρέλαβε ο Άγιος Νικόλαος, στα παλάτια της Βασιλείας των Ουρανών. Στη δόξα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, που τόσο πολύ ηγάπησε.
Τώρα χαίρεται και θα χαίρεται εις τους αιώνας των αιώνων, τη χαρά του Παραδείσου, μαζί με την Υπεραγία Θεοτόκο, τον Άγιο Νικόλαο και όλους τους εν ασκήσει διαλάμψαντας οσίους πατέρας και αγίους.

Χριστιανοί μου,
ο Αρσένιος, ο πατήρ Αρσένιος, από τις εικοσιτέσσερις ώρες, τις εικοσιτρείς τις διέθετε στην προσευχή! Μάλιστα στην προσευχή! Προσευχή με μετάνοιες, προσευχή με νηστεία – ασιτία, προσευχή μέσα στους σκληρούς χρόνους, προσευχή με την επί δέκα χρόνια οδυνηρή ορθοστασία. Γι’ αυτό και έλαβε τόσα ουράνια χαρίσματα. Και ήκουσε παρά του Κυρίου, «ά ρήματα ά οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε και απ’ την καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη». Δηλαδή τα ακατάληπτα μυστήρια του Θεού και απόρρητα, που δεν μπορεί ανθρώπινο μάτι να δει, ούτε και ανθρώπινο αυτί να ακούσει, ούτε και ανθρώπινος νους να τα καταλάβει, σ’ αυτόν ήτο θεωρία και ζωή.

Εμείς όλοι εδώ που βρισκόμαστε τώρα, και γω μαζί σας, δεν εξαιρώ καθόλου τον εαυτό μου, πόση προσευχή κάνουμε; Πόσα λεπτά της ημέρας και της ώρας διαθέτουμε για να κάνουμε προσευχή εξ όλης καρδίας και ψυχής και διανοίας; Πόσα λεπτά;
Ο Θεός πλούσιος εν ελέει, μας προσφέρει πολλά χαρίσματα δωρεάν, και μάλιστα μέσα από τα Πανάγια σωστικά Μυστήρια, όταν σ’ αυτά προσερχόμεθα εν μετανοία, μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης. Αλλά τα ουράνια χαρίσματα δίδονται με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή. Το λέει και το τροπάριο: «νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ουράνια χαρίσματα λαβών». Εμείς όμως ούτε ζωντανή πίστη έχουμε, ούτε αγάπη ενεργουμένη έχουμε, ούτε τις εντολές τηρούμε, ούτε και προσευχή κάνουμε, ούτε δάκρυα μετανοίας έχουμε, τουλάχιστον, τουλάχιστον, ας ομολογούμε ότι είμεθα αμαρτωλοί. Μήπως κάποιος πιστεύει ότι δεν είναι αμαρτωλός;
Πες ήμαρτον στο πετραχήλι του πνευματικού, αλλά πεσ’ το! Να το πεις και να το πιστεύεις, και να φωνάξεις σαν τον Άσωτο «Ήμαρτον εις τον Ουρανόν και ενώπιόν Σου, ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου Κύριε. Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Και τότε θα σωθείς. Ναι είμαι βέβαιος, χίλια τα εκατό θα σωθείς! Θα βρεις Παράδεισον και κληρονομιά της Βασιλείας των Ουρανών, γιατί σ’ αυτόν ανήκει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, στο Σωτήρα μας Ιησούν Χριστόν, τον Θεόν πάντων ημών,

Αμήν.