Κυριακή, 18 Ιουνίου 2006

Τά άγρια θηρία ως υποτακτικοί τών αγίων τού Θεού



227 γ
Κυριακή Αγίων Πάντων, 2006

«Έφραξαν στόματα λεόντων».

Εδώ χριστιανοί μου ο Απόστολος Παύλος, αναφέρεται στον προφήτη Δανιήλ, και είδατε τα θαύματα της πίστεως, από το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα. Αναφέρεται λοιπόν στον προφήτη Δανιήλ, που τον έριξαν οι ειδωλολάτρες στρατιώτες του βασιλέως Ναβουχοδονόσορος, σ’ έναν λάκκο με λιοντάρια. Εκείνα όμως παρόλο που ήσαν πεινασμένα και άγρια, τον καλοδέχτηκαν ως κύριόν τους, και όχι μόνον δεν τον πέιραξαν, αλλά και κουλουριάστηκαν ήσυχα γύρω του πολύ ήρεμα και ήμερα. Θα λέγαμε μάλιστα ότι του έκαμαν και ευχάριστη συντροφιά.

Τον άνθρωπον αδελφοί μου, δηλαδή τον καθαρόν, τον άγιο, τον σέβονται όλα τα άγρια θηρία, ακόμα και τα φίδια και οι οχιές. Κάνει κατ’ άκρα συγκατάβαση κάποιο δηλητηριώδες φίδι ή σκορπιός, δαγκάσει κάποιον άγιον, και χύσει το δηλητήριό του μέσα στο αίμα του αγίου, ο άγιος δεν θα βλαφτεί. Δεν θα πάθει απολύτως τίποτα. Θα σωθεί και θα δοξάσει τον Θεόν.
Αυτό συνέβη και με τον Απόστολο Παύλο, όταν διεκομίζετο ως αιχμάλωτος στη Ρώμη δια μέσου θαλάσσης. Στη διαδρομή όμως σηκώθηκε φουρτούνα και τρικυμία μεγάλη, και το πλοιαράκι βούλιαξε, και όσοι ήσαν μέσα, στρατιώτες, ναύτες και αιχμάλωτοι εσώθησαν κολυμπώντας μέχρι την πλησιέστερη ακτή, η οποία δεν ήταν άλλη από ένα νησί με το όνομα Μελίτη. Κι εκεί άναψαν φωτιά για να στεγνώσουν και ζεσταθούν. Ξαφνικά, απ’ τα ξερόκλαδα πετάγεται μια οχιά, ταχύτατα τυλίγεται στο χέρι του Αποστόλου Παύλου και τον δαγκάνει. Ο Παύλος τίναξε απλώς το χέρι του και έριξε την οχιά μέσα στη φωτιά όπου και ψήθηκε, χωρίς ο ίδιος να πάθει απολύτως τίποτα. Βέβαια και οι στρατιώτες και οι ναύτες και οι λοιποι αιχνάλωτοι όπως και ο εκατόνταρχος, περίμεναν να τον δούν να σπαράζει σε λίγο και να πέφτει νεκρός. Αλλά διαπιστώνοντας ότι παρέμενε σώος και αβλαβής, σα να μην συνέβη τίποτα, τον θεώρησαν θεόν και τον προσκύνησαν.
Αυτό σημβαίνει με όλους τους Αγίους, αλλά και με όλους τους πιστούς αγωνιζομένους χριστιανούς, που φθάνουν σε κάποια μέτρα αγιότητος, αγνότητος και καθαρότητος, και μάλιστα σε κατάσταση εκείνης της καθαρότητος των Πρωτοπλάστων Αδάμ και Ευας πρίν από την πτώση. Τότε αυτοί οι ευσεβείς χριστιανοί, αποκτούν απόλυτη κυριαρχία πάνω σε όλα τα ζώα και της ξηράς και της θαλάσσης και του αέρος. Ακόμα και στα πιο άγρια από τα ζώα αυτά, διότι αναγνωρίζουν σ’ αυτόν τον κεχαριτωμένον άνθρωπον το αρχαίο κάλλος, επαναλαμβάνω, που είχε ο Αδάμ πριν απ’ την πτώση του.
Τα ζώα αισθάνονται την κυριαρχία που χαρίζει ο Θεός στον αγνό και απαθή άνθρωπο, τον καθαρό και τον θεοσεβή, και τον άγιον και υποτάσσεται παντελώς και αμέσως, γενόμενα τα άγρια θηρία υπηρέτες του ανθρώπου, του αγίου αυτού.
Είναι δε γνωστό ότι στη θριαμβεύουσα Εκκλησία της Άνω Ιερουσαλήμ, βασιλεύει η θεϊκή μακαριότητα, η ευφροσύνη, η χαρά, η δόξα και το φως, της Τρισηλίου θεότητος, καταστάσεις υπέρλογες, ακτίνες των οποίων απλώνονται σε όλη την πλάση, ορατή και αόρατη.
Αυτό σημαίνει ότι η θεϊκή αυτή φωτοχυσία, του ακτίστου αυτού φωτός, ενεργείται ως ζωή και ως ουράνια αίσθηση στις καρδιές όλων των ανθρώπων του Θεού, των αγίων του Θεού. Αυτή όμως την κατάσταση την οσφραίνονται και την διαισθάνονται όλα τα ζώα, ακόμα και τα πιο άγρια, γι’ αυτό και υποτάσσονται αμέσως στο θέλημα των αγίων.

Αξιοθαύμαστη είναι η περίπτωσις του αγίου μάρτυρος Ανικήτου, στη Νικομήδεια, το 288 μ.Χ. Όταν ο Ανίκητος αρνήθηκε να προσκυνήσει τα είδωλα και να προδώσει τον Χριστόν του, τον αληθινόν Θεόν, πιάστηκε, δέθηκε, μαστιγώθη και εφραγγελώθη τόσο σκληρά ώστε από τις κατακομματιασμένες του σάρκες εφαίνοντο τα κόκαλά του, το δε μαρτυρικό του αίμα έρρεε συνεχώς. Αιμόφυρτον όπως ήταν, τον πέταξαν μέσα στο στάδιο για να απολαύσουν οι αιμοχαρείς Συγκλητικοί, άρχοντες, και στρατηγοί και ο λαός, το φρικτόν θέαμα του κατασπαρασσομένου σώματος του μάρτυρος από τα πεινασμένα λιοντάρια και τις τίγρεις. Στην εμφάνιση του αγριεμένου λιονταριού, που έβαλαν τον μάρτυρα σαν θύμα, ο μάρτυρας βέβαια σαν άνθρωπος φοβήθηκε έστω και για λίγο, γι’ αυτό και αμέσως σήκωσε τα μάτια του ψηλά, και ζήτησε βοήθεια από τον Παντοδύναμο Θεόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, για να αντέξει και τούτο το μαρτύριο. Και ενώ όλοι περίμεναν να δουν να κατασπαράσσεται ο μάρτυρας απ’ το πεινασμένο λιοντάρι, είδαν έκθαμβοι τη Θεία Χάρη και την Παντοδυναμία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και αληθινού Θεού. Διότι μόλις πλησίασε το λιοντάρι και βρέθηκε μπροστά στον μάρτυρα αμέσως ηρέμησε, έγινε πιο ήρεμο και από ένα προβατάκι. Και το πλέον αξιοθαύμαστο. Το λιοντάρι συμπόνεσε τόσο πολύ τον Άγιο Ανίκητο, ώστε σήκωσε το δεξιό του μπροστινό πόδι, και άρχισε να σφουγκίζει τον ιδρώτα και το αίμα από το πρόσωπο του Αγίου. Μόλις ο μάρτυρας είδε αυτό το θαύμα, ανέπεμψε δοξολογία ευχαριστίας προς τον Θεόν, για να ακολουθήσει ευθύς αμέσως σεισμός, που κατέστρεψε όχι μόνον το στάδιο, και τα οικοδομήματα της πόλεως της Νικομηδείας, αλλά και τα πάμπολλα αγάλματα που παρίσταναν τους ψεύτικους θεούς των Ρωμαίων. Παρά ταύτα όμως, δεν συνετήστηκαν οι ειδωλολάτρες, και όταν συνήλθαν συνέχισαν τα βασανιστήρια στον Άγιο Ανίκητο και στον ανιψιό του το Φώτιο. Παρόλον που όλα τα απάνθρωπα μαρτύρια κατέληγαν σε θαύματα αποκαταστάσεως πλήρης υγείας. Τρανές θα έλεγα, τρανότατες αποδείξεις, της υπάρξεως του ενός αληθινού Θεού. Τελικά τον αποκεφάλησαν στις 12 Αυγούστου, το 288 μ.Χ.

Ένα άλλο αξιοθαύμαστο γεγονός συνέβη στο Άγιον Όρος πριν από περίπου 50 χρόνια. Εκείνη την εποχή, ασκήτευε στα φρικαλέα Καρούλια, και στην καλύβα της Γεννήσεως του Χριστού, ένας ερημίτης, γνωστός τότε για τις πολλές του αρετές, ο πατήρ Παχώμιος.
Είχα ακούσει και γω γι’ αυτόν, αλλά δεν μετέβην ποτέ στα Καρούλια γιατί φοβήθηκα μήπως σκοτωθώ. Το ασκηταριό του όμως αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα από τα ποντίκια, τους σκορπιούς και τις φαρμακερές οχιές. Όσα μέτρα και αν πήρε, οι κίνδυνοι και η καθημερινή μέριμνα για την αντιμετώπιση τους δεν τελείωνε. Και έτσι έχανε πολύ συχνά το πολυτιμότατον μέλι της ησυχίας.
Κάποιος κοινοβιάρχης μοναχός, που τον ευλαβείτο πολύ, όταν πληροφορήθηκε τις ταλαιπωρίες που είχε, του πήγε ένα γάτο. Και ο πατήρ Παχώμιος από τότε ησύχασε διότι είχε πλέον και κυνηγό και φύλακα. Αλλά όταν ο γάτος όμως δεν είχε γεύματα από τα φίδια και από τους ποντικούς, ζούσε και αυτός ασκητικότατα. Διότι μέρες ολόκληρες έτρωγε μόνον παξιμάδι βρεγμένο, ότι και ο ασκητής, τίποτε άλλο. Παρά ταύτα όμως επέζησε αρκετά χρόνια, σκελετωμένος ο γάτος. Ένα απομεσήμερο ο πατήρ Παχώμιος, απολάμβανε το γάτο που ξερόγλειφε τη γούνα του, ύστερα από την κατάλυση που έκανε με το να έχει φάει δύο ποντικούς. Η ημέρα ήταν ηλιόλουστη, και η καρδιά του πατρός Παχωμίου χτυπούσε αργά και καθαρά, μαζί με τις λέξεις «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», και ξαφνικά βλέπει έναν αετό να ορμά σα σίφουνας πάνω στο γάτο, να τον αρπάζει με τα νύχια του και να εξαφανίζεται στα βουνά.
Λαχτάρισε ο ασκητής, κι έκλαιγε σαν άνθρωπος που λυπήθηκε, γιατί έχασε την πολύτιμη εκείνη βοήθεια και προστασία που είχε από τα φαρμακερά εκείνα ζώα. Στα αυτιά του αντηχούσαν οι τσιρίδες του γάτου. Αμέσως λοιπόν μπαίνει στη σπηλιά, πηγαίνει στην εικόνα του Αγίου Παχωμίου τον οποίον είχε προστάτη για όλους τους κινδύνους που αντιμετώπιζε ορατούς και αοράτους, και διαμαρτυρήθηκε έντονα στον Άγιο Παχώμιο, λέγοντάς του : «Θα σου βάλω κανόνα Άγιέ μου, «Για δέκα μέρες δε θα σου ανάβω το καντήλι, και μάλιστα από τώρα. Φφφ. Και σβήνει το καντήλι. Έβαλε ο Άγιος ο πατήρ Παχώμιος κανόνα στον Άγιο. Συγχρόνως, έκανε και το Σταυρό του. Ξαναβγήκε στην πόρτα της σπηλιάς, για να αρχίσει το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Δεν πέρασαν πέντε λεπτά, και ξαφνικά βλέπει το γάτο άθικτο, να τρίβεται στα πόδια του και να νιαουρίζει χαδιάρικα, όπως κάνουν οι γάτες. Αμέσως σηκώθηκε, μπήκε μέσα στην καλύβα, και ξανάναψε το καντήλι του Αγίου, κάνοντάς του το Σταυρό και λέγοντάς του «Σε ευχαριστώ Άγιε και δόξα στην παντοδυναμία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και στις δικές σου δυνατές πρεσβείες» Έκαμεν τον Σταυρόν του, και ξαναβγήκε έξω, μπροστά στην είσοδο της σπηλιάς, συνεχίζοντας την ευχούλα και το κομποσχοινάκι του, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».

Οι συναξαριστές και τα γεροντικά χριστιανοί μου, μας διηγούνται πολλά για τον Άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη. Με το να φυλάξει ο Άγιος καθαρό και αμόλυντο το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν, αξιώθηκε από τον Θεόν να υπηρετείται, όχι να υπηρετεί, να υπηρετείται από άγρια ζώα της ερήμου. Τελευταία είχε ένα λεοντάρι, που έκανε πλήρη υπακοή, στον Άγιο Γεράσιμο, και διατάχθηκε να φυλάγει το γαϊδουράκι, να το συνοδεύει, αντί να πηγαίνει ο Άγιος, το γαϊδούρι, πιάνοντάς το από το καπίστρι, να το πηγαίνει στον Ιορδάνη ποταμό, δεν ξέρω με ποιο τρόπο, φορτώνονταν τα νερά, και κατόπιν να γυρίζει πίσω στη σκήτη.
Κάποτε που το λιοντάρι άφησε αφύλακτο το γαϊδουράκι, το βρήκαν κάποιοι καμηλιέρηδες και το έκλεψαν. Ο Άγιος νομίζοντας ότι το γαϊδουράκι το έφαγε το λιοντάρι, όχι μόνον το επέπληξε, αλλά για κανόνα του είπε «Τώρα θα γίνεις εσύ ο γάιδαρος, και συ θα γίνεις ο νεροκουβαλητής». Τα νερά τα έβαζε σε δερμάτινα σακιά, κατέβαινε στον Ιορδάνη ποταμό, τα γέμιζε, και τα φόρτωνε δεξιά και αριστερά, και δρόμο λοιπόν, μπροστά ο Άγιος, πίσω το λιοντάρι για τη σκήτη.
Κάποτε περνώντας οι κλέφτες, κάτι κλέφτες καμηλιέρηδες, μαζί με το κλεμμένο γαϊδουράκι από ένα μονοπάτι, τους είδε το λιοντάρι, αναγνώρισε το γαϊδουράκι, και βγάζοντας τρομερούς βρυχηθμούς έτρεψε σε φυγή τους κλέφτες. Πλησίασε τότε το λιοντάρι πολύ ήρεμα, δάγκασε το καπίστρι και οδήγησε το γάϊδαρο και τις καμήλες στον Άγιο Γεράσιμο.
Τότε ο Άγιος είπε στο λιοντάρι. «Σε αδίκησα καλέ μου σύντροφε. Φύγε τώρα είσαι πλέον ελεύθερος». Έφυγε το λιοντάρι αλλά συχνά πυκνά, σε τακτά δηλαδή διαστήματα, επέστρεφε και επισκεπτόταν τον Άγιο.
Κάποτε δεν τον βρήκε τον όσιο…. Και άρχισε να βρυχάται λυπηρά. Τότε ένας υποτακτικός του Αγίου οδήγησε το λιοντάρι στον τάφο του Αγίου Γερασίμου. Τότε το λιοντάρι ξάπλωσε κάτω, πάνω στον τάφο του Αγίου και άρχισε να κτυπά το κεφάλι του, τόσο δυνατά και μάλιστα με τόσο πόνο, για την αγάπη που είχε προς τον Άγιο, μέχρι που ξεψύχησε.

Να πούμε κι άλλο ένα. Στον Άγιο Μακάριο συνέβη το εξής καταπληκτικό γεγονός.
Κάποτε μια ύαινα, που θεωρείται το πιο αιμοβόρο και άγριο θηρίο της ερήμου και των δασών, άνοιξε με βία το παραπόρτι της αυλής της σκήτης του Αγίου και μεγάλου Μακαρίου, τον οποίο βρήκε γονατιστό να εκπέμπει προσευχόμενος δοξολογίες προς τον Θεόν. Η ύαινα όμως κρατούσε στο στόμα της το μικρό της που γεννήθηκε τυφλό. Προχώρησε, και το άφησε μπροστά στον προσευχόμενο Άγιο.
Τότε ο μέγας Μακάριος, πήρε στα χέρια του τη νεογέννητη τυφλή ύαινα, και με το σάλιο του άλειψε τα τυφλά της μάτια. Τα σταύρωσε κάνοντας συγχρόνως και προσευχή, και ω του θαύματος τα μάτια άνοιξαν. Η μάνα ύαινα αφού θήλασε το μικρό της, έφυγε με τον ίδιο τρόπο που ήρθε.
Την άλλη μέρα επανήλθε όμως όμως η ύαινα, κρατώντας με το στόμα μια προβιά προβάτου. Και την άφησε μπροστά στα πόδια του Αγίου εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης ακουμπώντας το κεφάλι της πολλές φορές μέχρι το χώμα. Προσκυνούσε δηλαδή τον Άγιο.

Τώρα αυτά τι σας λένε; Όλα αυτά τι σας λένε;

Έχουμε και τον Άγιο Κόπρη. Γιορτάζει στις 24 Σεπτεμβρίου, ο οποίος υποχρέωσε μια αγριώτατη αρκούδα να του κουβαλάει τα ξύλα από το δάσος, τα οποία τα φόρτωνε στην πλάτη της αρκούδας, δεξιά και αριστερά.

Έχουμε και άλλα παραδείγματα αγίων που τα άγρια ζώα, ως άκακα προβατάκια, τους υπηρετούσαν με απόλυτη υπακοή και σεβασμό προς την αγιότητά τους. Δεν υπηρετούσαν οι άνθρωποι τα ζώα όπως κάνουμε σήμερα που τάχουμε στα σαλόνια, τους σκύλους και τις γάτες και δεν ξέρω τι άλλο. Και να κρεμόμαστε κυριολεκτικώς από αυτά, ούτως ώστε όταν πεθάνουν να μας πιάσει και μας η λύπη και χάσαμε δεκάχρονο παιδί. Αλλά όλα τα άγρια θηρία, ακόμα και τα πιο δηλητηριώδη φίδια, και σκορπιοί υποτάσσονται πλήρως στους απαθείς και θεωμένους ανθρώπους του Θεού.
Το ίδιο δεν συνέβη και στον πατέρα Ιάκωβο τον Τσαλίκη, όταν προσευχόμενος στη σπηλιά του όσιου Δαυΐδ τον περικύκλωσαν χιλιάδες χιλιάδως σκορπιοί και του είπε «μέχρι εδώ και όχι παρακάτω». Και έκαμαν έναν κύκλο, και όταν είπε «φεύγω τώρα, ανοίξτε δρόμο», άνοιξαν δρόμο οι σκορπιοί, και πέρασε ο Άγιος ανέπαφος.

Τι σας λέγει αυτό; Ότι τα άγρια θηρία υποτάσσονται στους απαθείς και θεωμένους ανθρώπους του Θεού, χωρίς καμιά εκπαίδευση και χωρίς καμιά προετοιμασία. Ημερεύουν αυτομάτως και στον απλόν λόγον των αγίων του Θεού, κάνουν απόλυτη υπακοή. Αν ημερεύσουν και τα δικά μας πάθη, πρώτα δε με τα δικά μου και ύστερα τα δικά σας, για να μην νομισθή ότι εξαιρώ εγώ τον εαυτό μου, τότε και βασιλεύσει μέσα μας το θέλημα του Θεού, με την απόλυτη υπακοή μας, στο Ευαγγέλιο και στο Λόγο Του, και ιδιαιτέρως στα σωστικά μυστήρια και στη Θεία Λατρεία, θα κατοικήσει μέσα στις καρδιές μας, η Αγία Τριάς, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, στήνοντας λυτρωτικό το πανυγήρι της Αναστάσεως και της Σωτηρίας μας,

Αμήν.

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2006

Ο Κύριος ως προσευχόμενος



225 β
16/4/2006 Κυριακή Βαϊων πρωί

Σαν χθες χριστιανοί μου, ο Κύριος ανέστησε τον Λάζαρον, που ήταν ήδη νεκρός από τετραημέρου. Ο Κύριος όμως πριν καλέσει την ψυχή του Λαζάρου από τα σκοτάδια του Άδου, με την κραυγήν «Λάζαρε δεύρο έξω», σήκωσε τους οφθαλμούς στον Ουράνιο Πατέρα και προσευχήθηκε. Αλλά και όταν περιόδευε τις πόλεις και τα χωριά για να κηρύξει το Ευαγγέλιον της σωτηρίας μέσα από τη μετάνοια, αναχωρούσε συχνά πυκνά, κατ’ ιδίαν και μόνος εις την έρημον και εκεί προσηύχετο. Αλλά και σε πολλά από τα θαύματά Του και πριν από την οριστικήν θεραπεία των ασθενών, προσηύχετο και πάλι όπως μας το περιγράφουν οι Ευαγγελιστές. Αλλά και σαν σήμερα που εισήλθε θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα, όπου σύσσωμος ο λαός Τον υποδέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων κράζοντες το «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ωσαννά, ωσαννά εν τοις υψίστοις», Εκείνος πριν εισέλθει εις την πόλη, στάθηκε προ των πυλών της, αναστέναξε και προσευχόμενος είπε τα εξής προφητικά «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτένουσα τους προφήτας», συ που φονεύεις, που σκοτώνεις τους προφήτας, «και λιθοβολούσα τους απεσταλμένους αυτής», και λιθοβολείς εκείνους που ο Θεός σου έχει στείλει, «ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου», όσες φορές θέλησα να περιμαζέψω και σώσω τα παιδιά σου όπως η κλώσσα συγκεντρώνει και φυλάγει τα μικρά της πουλάκια κάτω από τις φτερούγες της, και «ουκ ηθελήσατε»…δεν το θελήσατε. «Ιδού, αφίεται ο οίκος υμών έρημος», ιδού προς τιμωρίαν για την κακία σας αφήνεται έρημος και απροστάτευτος η πόλη σας μαζί με το ναόν της σε ολοκληρωτική καταστροφή. «Λέγω γαρ υμίν ου μη με ίδετε επ’ άρτι, έως αν είπητε ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Και να που σαν σήμερα, εισέρχεται στην πόλη των Ιεροσολύμων καθισμένος πάνω σε ένα γαϊδουράκι ενώ χιλιάδες από τα πλήθη του λαού, άντρες, γυναίκες και παιδιά υπεδέχτηκαν τον νικητή του θανάτου, τον Μεσσία και τον Χριστόν κράζοντες το «Ωσαννά, ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος».

Αν ο Σωτήρας του κόσμου χριστιανοί μου, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός προσεύχεται και πριν από τα αμέτρητα θαύματά Του, προσηύχετο πάντοτε όταν ανέστηνε νεκρούς και όταν πολλαπλασίαζε τους πέντε άρτους εν τη ερήμω, κι όταν θεράπευε λεπρούς, χωλούς, τυφλούς, κυλούς, παραλύτους και λοιπά και ιάτο πάντας. Αλλά και όταν απεκάλυπτε όμως την θεότητα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος με την ανυπέρβλητη θεϊκή Του διδασκαλία. Τα θαύματά Του, τη σταυρική Του θυσία στο Γολγοθά, την Ανάστασή Του εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, την Ανάληψή Του στους ουρανούς και την ίδρυση της Εκκλησίας Του την ημέρα της Πεντηκοστής.

Ναι χριστιανοί μου, στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας μας, εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια, ο Χριστός ήτο και είναι πάντοτε προσευχόμενος, αφού το Πνεύμα το Άγιον υπερτυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις. Προσεύχεται ο Κύριος και πριν από το πάθος Του, όπως μας το διασώζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στη λεγομένη «αρχιερατική προσευχή». «Και ο Ιησούς ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν».
Προσεύχεται ο Κύριος και στον κήπο της Γεθσημανή πριν Τον συλλάβει ο όχλος με το προδοτικόν φίλημα του Ιούδα. Και γενόμενος εν αγωνία προσηύχετο με τόση ένταση ώστε ο ιδρώτας που έρρεε από το Θείο πρόσωπό Του ήτο ωσεί θρόμβοι αίματος. Και το φοβερότερον εξ όλων. Ο Κύριος προσεύχεται και πάνω από το Σταυρό «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

Εσύ το κάνεις; Εσύ; Όταν σε βρίζουν, όταν σε χλευάζουν, όταν σε κοροϊδεύουν, όταν σε ατιμάζουν, φωνάζεις «Πάτερ, άφες αυτόν, δεν ξέρει τι κάνει;». Και έτσι λοιπόν, συγχωρούσε από κει ψηλά, όχι μόνο τους σταυρωτάς Του αρχιερείς, γραμματείς και Φαρισαίους, τους Ρωμαίους στρατιώτας και τον παρασυρόμενον όχλον αλλά και ολόκληρον τον κόσμον μέχρι της συντελείας των αιώνων. Αρκεί να υπάρχει πίστις, βάπτισμα και μετάνοια αληθινή.

Προσεύχεται και μετά την Ανάστασή Του ειρηνεύοντας τους μαθητάς Του με το «ειρήνη υμίν», αποδεικνύοντας ταυτοχρόνως και την εκ νεκρών Του ανάστασιν. Και πάλι προσεύχεται όταν μας προσφέρει δωρεάν και κατά χάριν το μυστήριο της μετανοίας λέγοντας τα ιδρυτικά λόγια στους μαθητάς Του και δια των μαθητών σε όλους εμάς τους ιερείς: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον. Αν τίνων αφείτε τας αμαρτίας αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατείτε κεκράτεινται». Ιδού ο Κύριος προσεύχεται και ενώπιον των δυο μαθητών εκ των εβδομήκοντα αποστόλων, του Κλεόπα και του άλλου μαθητού που επορεύοντο προς Εμμαούς, όταν στο τραπέζι πήρε τον άρτον, τον ευλόγησε και κλάσας επιδίδου αυτοίς.

Από τότε μέχρι και σήμερον, εξακολουθεί ο Κύριος και Θεός ημών, ο Ιησούς Χριστός, ο Θεάνθρωπος Κύριος, να προσεύχεται δια μέσου του μυστηρίου της Ιεροσύνης προσφέροντας μαζί με τη σωτηρίαν και μυριάδες ευλογίες. Αυτόν και ημείς πρέπει να μιμούμεθα. Να προσευχόμεθα! Να προσευχόμεθα. Να προσευχόμεθα. Προσευχόμεθα κι μείς όλοι σήμερον που συναντηθήκαμε στους ιερούς ναούς της ορθοδόξου ημών πίστεως για να γιορτάσουμε την μεγάλη γιορτή των Βαΐων.

Αλλά μια σωστή προσευχή που γίνεται στο όνομα του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού πραγματοποιείται πάντοτε με την συνδρομήν και τη Χάριν του Αγίου Πνεύματος αφού «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω». Ούτε «Χριστέ μου» δεν μπορείς να πεις. Ούτε το σταυρό σου δεν μπορείς να κάνεις χωρίς την δύναμιν και την χάριν του Αγίου Πνεύματος που βασιλεύει μέσα σου. Όσο τυπική και αν είναι η προσευχή μας στο ναό, τις Κυριακές, την Μεγάλη Εβδομάδα που μας έρχεται και τις γιορτές, γίνεται από μια αίσθηση της Θείας Χάριτος που υπάρχει μέσα μας από το Άγιον Βάπτισμα και το Χρίσμα. Από τη σφραγίδα δηλαδή του Αγίου Πνεύματος «σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου, αμήν» και μας έχριε ο ιερεύς ολόκληρον το σώμα. Και εισερχόμεθα στους ναούς για να προσευχηθούμε όχι μόνο στη Θεία Λειτουργία αλλά και στις βαπτίσεις των παιδιών μας ή των άλλων οικείων και των συγγενών. Προσερχόμεθα να προσευχηθούμε και στους γάμους, που δεν είναι κοσμικόν γεγονός αλλά μέγα μυστήριον. Τούτο δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησία. Και στα μνημόσυνα και στις κηδείες και στο ευχέλαιο και τον αγιασμό και σε κάθε άλλη ιερή ακολουθία. Πάντοτε πρέπει να προσευχόμεθα. Δε στεκόμαστε μέσα στους ιερούς ναούς σαν παγοκολώνες. Ούτε μπαίνουμε σ’ αυτούς τούβλα και βγαίνουμε ντουβάρια. Να παρακαλούμε τον Θεόν, εισερχόμενοι μέσα στον ναόν και ανάβοντας το κεράκι μας και κάνοντας το σταυρό μας, να μας ταρακουνήσει λιγάκι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος που συστενάζει μαζί μας με στεναγμούς αλαλήτους για τα χάλια μας, την αμαρτωλότητά μας και ειδικά για τη χλιαρότητα και την αδιαφορία που μας διακρίνει όλους μας κι εμένα μαζί. Εισερχόμεθα μέσα στους ναούς ή κλεινόμαστε στο δωμάτιό μας, το ταμείον, όπως το ονομάζει ο Κύριος για να κάνουμε και μια ιδιαίτερη προσευχή πιστεύοντας στο λόγο του Θεού που είπε: «αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε την θύραν του Θείου ελέους και ανοιγήσεται υμίν».
Ο Κύριος όμως που είναι ζων, παρών και μπροστά μας και μέσα μας έβαλε μια σειρά προτεραιότητες που δεν πρέπει να την ξεχνάμε. Και πρώτα πρώτα μας είπε θα ζητάμε τη δόξα της Βασιλείας των Ουρανών και τη δικαιοσύνην Αυτού και ύστερα θα ακολουθούν τα διάφορα πονεμένα αιτήματα της ζωής μας και τα οποία όμως είναι ήδη γνωστά στο Θεό. Τα ξέρει ο Θεός. “Οίδε γαρ ο Πατήρ υμών ο Ουράνιος” όσα χρήζετε, όσα έχετε ανάγκη. Απάντων τούτων …από όλα όσα έχετε ανάγκη. «Και πάντα ταύτα προστεθήσεται υμίν». Θα ικανοποιήσει τα ζητήματά μας πριν τα ζητήσουμε.

Θα ζητούμε λοιπόν έτσι, κατά πρώτον την Δόξαν της Βασιλείας του Θεού και τις αρετές εκείνες που θα μας καταστήσουν κληρονόμους της Βασιλείας κι ύστερα θα ακολουθήσει η ικανοποίησις των αιτημάτων μας αφού μπει κι ένας άλλος όρος προτεραιότητος που τον ζητάμε έτσι κι αλλιώς στο «Πάτερ ημών». Το είπαμε και όλοι μαζί προηγουμένως. «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου, ελθέτω η Βασιλεία Σου, γεννηθήτω τω θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γης», γεννηθήτω τω θέλημά Σου. Μόνο με αυτή τη βασική προϋπόθεση το «γεννηθήτω τω θέλημά Σου» ικανοποιείται η παράκλησις όσο πόνο κι αν έχει αυτή αλλά σύμφωνα με το θέλημά Του.

Τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ θα ζήσουμε, όσοι βρεθούμε στους ναούς, τη μεγάλη και αγωνιώδη Θεανθρώπινη κραυγή από το στόμα του Κυρίου στον κήπο της Γεθσημανή. Και «γενόμενος εν αγωνία είπε: Πάτερ παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτον». Όχι, είπε γεμάτος αγωνία στο φοβερό μαρτύριο των παθών και του σταυρικού θανάτου. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς. Φωνάζουμε όχι στο πικρό ποτήρι των θλίψεων, των βασάνων και των στενοχωριών. Όχι, στις σκληρές δοκιμασίες από τις αποτυχίες και τις κακομοιριές και τον κατήφορο των παιδιών μας από οικονομικές καταστροφές ή από πρόωρους θανάτους, από διαζύγια, από βαριές ασθένειες καρκίνου και άλλες αναπηρίες και τόσα άλλα και τόσα άλλα που δεν μετριούνται. Πάντοτε λέμε όχι. Ο Κύριος όμως αμέσως μετά από το «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτον» συμπλήρωσε «όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις εσύ. Γεννηθήτω τω θέλημά Σου». Αυτό σημαίνει υπόδειγμα ζωής και στα διάφορα αιτήματά μας όση οδύνη και πόνο αν κρύβουν αυτά. Γι’ αυτό και στην προσευχή μας μέσα στους ναούς μας αλλά και στο σπίτι μας και στην ύπαιθρο και παντού και πάντοτε «ουκ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως Συ, Πάτερ, γεννηθήτω το θέλημά Σου». Και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Αν ο Θεός δεν απαντάει σ’ αυτό που ζητάμε και άλλες φορές αν η απάντησίς Του είναι τελείως, είτε εντελώς αντίθετη απ’αυτό που ζητάμε ή και αρνητική, αυτό σημαίνει: ή εμείς δεν ξέρουμε τι ζητάμε («ουκ οίδατε τι αιτείστε») ή αυτό δεν είναι το θέλημά Του ή αυτό δεν είναι για το συμφέρον μας. Καμιά φορά πάλι ο Θεός με τις αρνητικές Του απαντήσεις, άλλοτε δοκιμάζει την πίστη μας και άλλοτε δοκιμάζει την υπομονή μας. Γι’ αυτό και μας δίδει αγιογραφικά μια σύσταση μέσα από τον Απόστολο Παύλο «τη προσευχή προσκαρτερείτε». Να μάθετε δηλαδή να περιμένετε και να κάμνετε πολλή υπομονή δοξάζοντες συνεχώς το Πανάγιον Όνομά Του. Και κάτι τελευταίο που είναι κι αυτό πολύ πολύ σημαντικό. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος τονίζει προειδοποιητικά και επιγραμματικά ότι «αιτείτε και ου λαμβάνετε; Διότι κακώς αιτείσθε». Αν αυτό που ζητάτε, μας λέγει, είναι για απολαύσεις και ηδονές τότε πειράζετε τον Θεόν και δεν θα το πάρετε ποτέ διότι είναι για την καταστροφή σας.

Χριστιανοί μου, ο Χριστός με το Θείο δράμα που αρχίζει σήμερα το βράδυ και ολοκληρώνεται με τη σταυρική Του θυσία, την ταφή και την Ανάστασή Του, νίκησε τον θάνατον, θανάτω θάνατον πατήσας, τον διάβολο, την αμαρτία και την κακία του κόσμου.

Έτσι κι εμείς όλοι σήμερον κρατώντες ύστερα από λίγο τα βαΐα των φοινίκων, σ’ αυτήν τη νίκη καλούμεθα. Και θα νικήσουμε. Και θα νικήσουμε προσευχόμενοι εν παντί καιρώ και τόπω και εν Χριστώ Ιησού. Με βάπτισμα και χρίσμα. Με Θεία Κοινωνία και μετάνοια. Με πίστη και αγάπη. Με συντριβή και ταπείνωση. Διότι, εις αυτόν τούτον τον Κύριον ανήκει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, δόξα και κράτος, τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2006

Η πτωχεία τού Ιησού Χριστού



227 β
Κυρ. Αγ. Πατέρων, 2006

Τις ημέρες του 1980 χριστιανοί μου, ο πατήρ Βησσαρίων της Μονής Αγάθωνος, βρέθηκε για λόγους ποιμαντικούς στο χωριό Κάτω Τιθωρέα της Φθιώτιδος, και εφιλοξενήθηκε στο σπίτι της οικογένειας Ευαγγέλου και Ζωής Κωνσταντίνου. Το δεύτερο βράδυ της φιλοξενίας, σηκώνεται η κυρία Ζωή γύρω στις δύο με τρείς τα μεσάνυχτα για κάποια ανάγκη. Βγαίνοντας στο διάδρομο παρατήρησε ότι από το δωμάτιο όπου αναπαυόταν ο πατήρ Βησσαρίων έβγαινε φώς. Το σπίτι ήταν παλιάς κατασκευής, με πόρτες ασφαλώς στα υπνοδωμάτια, στις οποίες όμως, υπήρχαν μικρά παράθυρα που τα κάλυπταν ομορφοκεντημένα κουρτινάκια. Αυτό λοιπόν το κουρτινάκι ήτανε λίγο τραβηγμένο, και έτσι η νοικοκυρά του σπιτιού είδε από αυτό να εξέρχεται κάποιο παράδοξο φώς. Πλησίασε ασυναίσθητα και μηχανικά κοίταξε μέσα, και μαρμάρωσε από την κατάπληξή της. Είδε τον παπά-Βησσαρίωνα να είναι γονατιστός και σε στάση προσευχής, αλλά στον αέρα, περισσότερο από ένα μέτρο από το έδαφος και λουσμένο μέσα στο φως. Όταν συνήλθε από την έκπληξη και τον θαυμασμό της, πήγε αμέσως και ξύπνησε τον άνδρα της σκεπτομένη, ότι όταν θα του εδιηγείτο τι είδε, δεν θα την πίστευε και θα την έλεγε ονειροπαρμένη. Ξύπνησε λοιπόν τον άνδρα της, ξαφνιασμένος εκείνος τινάχτηκε πάνω, αλλά ψιθυριστά του είπε να σηκωθεί. «Σήκω και ακολούθησέ με, και μη μιλάς καθόλου». Σηκώθηκε ο κυρ Ευάγγελος και πήγε μαζί με τη Ζωή μπροστά στο παραθυράκι. Και ωωω Δόξα στη μακροθυμία και στο όνομά Σου Κύριε, αντίκρυσε και αυτός την ίδια αξιοθαύμαστη εικόνα. Τον παπά Βησσαρίωνα λουσμένο μέσα σ’ ένα ολόλαμπρο ωραιότατο και πάλλευκο φως, να προσεύχεται γονατιστός αλλά στον αέρα. Όταν από την κατάπληξη και τον θαυμασμό, συνήλθε ο κυρ Βαγγέλης, σταυροκοπήθηκε πολλές φορές, πολλές φορές, και είπε στη γυναίκα του ψιθυριστά «Γυναίκα δεν θα το πούμε σε κανέναν, μέχρι που να πεθάνει ο παππούλης». Αλλά όμως πριν κοιμηθεί το είπε στην ανιψιά, και έτσι η ανιψιά αυτό το μεγαλοπρεπέστατο θαύμα, μου το διηγήθηκε αυτή την εβδομάδα που μας πέρασε, αλλά ανιψιά αυτής της οικογένειας, του Ευαγγέλου και Ζωής Κωνσταντίνου.

Αυτά είναι χριστιανοί μου τα μεγαλεία της πίστεώς μας, της Εκκλησίας μας, της Ορθοδοξίας μας, και των Αγίων της. Οι εχθροί της πίστεως όσο και να μας πολεμούν με τα πάμπολλα ηλεκτρονικά μέσα που διαθέτουν, με τα ραδιόφωνα, την τηλεόραση και τις ιστοσελίδες του Internet, και με την δημοσιογραφία στις εφημερίδες, στα περιοδικά, στα βιβλία, με την προπαγάνδα, τη συκοφαντία, την παραχάραξη της Ιστορίας, τις αισχρές διαφημίσεις, πάντοτε όμως, όλοι αυτοί οι εχθροί της πίστεως προς κέντρα θα λακτίζουν, θα χτυπούν και θα κλωτσάνε πάνω στα καρφιά, όπως κάποτε ο Σαύλος, ο μετέπειτα μέγας Απόστολος των Εθνών Παύλος. «Σαούλ Σαούλ τι με διώκεις; Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν.» «Τις ει Κύριε;» Εγώ είμαι ο Ιησούς, ον εσύ διώκεις. Εγώ είμαι ο Ιησούς, ο Χριστός, ο Μεσσίας, ο Σωτήρας του κόσμου, εγώ είμαι η αλήθεια και το φως, εγώ είμαι η ζωή και η Ανάστασις. Εγώ είμαι το ύδωρ το ζόν, το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον. Εγώ είμαι ο Άρτος της Ζωής, ο εκ του ουρανού καταβάς. Εγώ είμαι Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού», και αυτήν την μαρτυρίαν κατέθεσαν οι σημερινοί εορταζόμενοι 318 θεοφόροι Πατέρες, της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου εν Νικαία, που συνήλθε το 325. Ναι είναι ο Θεός Λόγος που έγινε άνθρωπος, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Είναι ο Θεάνθρωπος και Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, το φως το αληθινόν, το φως του κόσμου.

Χριστιανοί μου, τι ήταν ο παπά-Βησσαρίων; Ένας απλός ιερομόναχος της Ιεράς Μονής Αγάθωνος. Ταπεινός, σοφότατος, ακτήμων, θεοσεβής, απλούς, πράος, παντελεήμων, με ζέουσα την πίστη και ενεργουμένη την αγάπη. Με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και εγκράτεια, γι’ αυτό και έλαβε ουράνια χαρίσματα. Και το κυριότερο. Ήταν μιμητής Χριστού, όπως στην πτωχεία, διότι ήταν ακτήμων, όπως στην ταπείνωση διότι ελογίζετο όπως ομολογούσε ο ίδιος, ο πρώτος των αμαρτωλών, όπως και στις άλλες αρετές που προαναφέραμε.

Ο Κύριος χριστιανοί μου, και ο Δημιουργός του Σύμπαντος κόσμου, ορατού και αοράτου, υλικού και πνευματικού, άδειασε τους ουρανούς, και από το ύψος της θεϊκής Του δόξης, κατέβηκε στη γή και έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Χριστού, χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός, ο θεάνθρωπος Κύριος. Επαναλαμβάνω, εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Πού; Σ’ ένα στάβλο, σ’ ένα χωρίο της Βηθλεέμ. Φτωχότατος και αδύναμος ως βρέφος, μέσα σε μια σπηλιά. Ευτυχώς που ήλθαν οι τρείς μάγοι – σοφοί. Με σμύρνα, χρυσόν και λίβανον, πολύτιμα για τότε δώρα, και αντιμετώπισαν έτσι τις πρώτες βασικές τους ανάγκες, διότι αμέσως ακολούθησε η προσφυγιά στην Αίγυπτο, για να γλυτώσει από την θηριώδη μανία και τη σφαγή των νηπίων από τον Ηρώδη.
Μετά την επιστροφή τους, εγκαταστάθηκαν στη Ναζαρέτ, γι’ αυτό και έλαβε το όνομα Ναζωραίος. Παρέμεινε κοντά στον προστάτη του και μνήστορα Ιωσήφ που ήταν μαραγκός, και έτσι έμαθε να κατασκευάζει διάφορα οικιακά σκεύη, όλα βέβαια από ξύλο, κουτάλες, γουδιά, σκάφες, κούνιες για τα μωρά, σκαμνιά, σουφράδες, τραπεζάκια, και γιατί όχι, και νεκρόκασσες. Και όλα αυτά μέχρι της ηλικίας των τριάντα ετών. Έτσι από δώδεκα ετών, έως και το τριακοστόν έτος της ηλικίας του, εξασκούσε στη Ναζαρέτ το επάγγελμα του ξυλουργού, του μαραγκού και του επιπλοποιού πιθανόν. Αλλά γιατί μέχρι τα τριάντα; Διότι σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, για να χριστεί κάποιος προφήτης, και διδάσκαλος, και για να λάβει διά της φυλής των Λευΐ, το αξίωμα του πρεσβυτέρου και του ιερέως, έπρεπε να είχε συμπληρώσει το τριακοστόν έτος της ηλικίας του.
Το ίδιο συνέβη και με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, που προηγήθηκε του Χριστού κατά έξι μήνες. Μόλις δηλαδή έγινε τριάντα ετών, βαπτίζοντας τους Ιουδαίους το βάπτισμα μετανοίας και κηρύσσοντας προφητικά τον λόγον του Θεού, και τον ερχομόν του Μεσσία, δίπλα στον Ιορδάνη ποταμό.
Άρα ο Κύριος τήρησε και εδώ, μέχρι κεραίας, μέχρι ιώτα, τον Μωσαϊκό Νόμο, για να μην κατηγορηθεί από τους Ιουδαίους και την άρχουσα τάξη, ως παραβάτης του Νόμου.
Κανένα μυστήριο λοιπόν δεν υπάρχει για την χρονική περίοδο από δώδεκα έως τριάντα ετών. Μυστήρια και τερατώδη μυθεύματα βλέπουν μόνον οι εχθροί της πίστεως. Οι άθεοι, οι υλισταί, οι βλάσφημοι και όσοι πολεμούν την Εκκλησία του Χριστού.
Είπαμε ότι ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, έζησε πτωχός και ακτήμων, εργαζόμενος ως μαραγκός. Και όταν άρχισε να περιοδεύει, δεν είχε δική Του περιουσία, δεν είχε δικό Του σπίτι, δεν είχε δικά Του κτήματα. Ήταν πέρα για πέρα ακτήμων, αφού δεν είχε και μέρος που να κοιμηθεί. Τα πουλιά και τα ζώα είχαν. Οι αλώπεκες φωλεούς έχουσιν, και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις. Ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλήν κλείνει. Το ομολογούσε άλλωστε και ο ίδιος. Το φαγητό του ήταν λίγο και λιτό. Και αυτό δεν ήταν δικό Του. Στα τρία χρόνια που κήρυξε με την ανυπέρβλητη θεϊκή Του διδασκαλία και τα πολλαπλά Του θαύματα όπου ιάτο τους πάντες, τις απαραίτητες ανάγκες για τρόφιμα και συντήρηση τις εφρόντιζαν οι αφοσιωμένες μαθήτριές Του, οι γνωστές μυροφόρες από των υπαρχόντων αυτών. Ήταν τόσο ακτήμων που δεν είχε ούτε μια πεντάρα για να πληρώσει τον προβλεπόμενο φόρο που ανήκε σ’ Αυτόν. Και για να μην σκανδαλιστούν οι Ιουδαίοι, είπε στον Πέτρο να ψαρέψει, και το πρώτο ψάρι που θα πιάσει, να του ανοίξει το στόμα του και εκεί μέσα θα βρει ένα στατήρα, δηλαδή ένα τετράδραχμο, «εκείνον λαβείν, δώσ’ αυτοίς αντί εμού και σού». Πάρτο αυτό το τετράδραχμο και δώστο, σ’ αυτούς, αντί για μένα και για σένα.

Τις μεγάλες Του περιοδείες, τις έκανε πάντοτε πεζός κάτω από τις υψηλές θερμοκρασίες που ως γνωστόν έχει εκείνος ο τόπος. Και στο φρέαρ του Ιακώβ στη Σαμάρεια, κατέφθασε καταϊδρωμένος, κεκωπιακός εκ της οδοιπορίας του, όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
Στις λίμνες και τις θάλασσες, τις διαπερνούσε με ξένες βάρκες και καΐκια, και την θριαμβευτική Του είσοδο στα Ιεροσόλυμα, την Κυριακή των Βαΐων, την έκανε πάνω σ’ ένα μικρό πουλάρι, που του ζήτησαν οι μαθητές Του δανεικό. Τον Μυστικό Δείπνο τον παρέδωσε σε ξένο σπίτι, που το παραχώρησε γνωστή οικογένεια με όλα τα απαραίτητα τρόφιμα.
Ολόγυμνος παρέδωσε το πνεύμα Του πάνω στο Σταυρό, και ετάφη σαν ξένος μέσα σε ξένο τάφο. Γι’ αυτό το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, ψάλλομε το κατανυκτικότατο εκείνο τροπάριο που λέγει και ξαναλέγει «δόσ’ μοι τούτον τον ξένον».

Μέσα σ’ αυτήν την φτώχεια και την ακτημοσύνη, έζησαν οι άγιοι της Εκκλησίας μας και ιδιαιτέρως οι ερημίτες, οι αναχωρητές και οι στυλίτες. Αλλά και οι μεγάλοι Πατέρες και οι Ιεράρχες της Εκκλησίας μας, την ίδια φτώχεια και εγκατάλειψη και διωγμούς, και εξορίες είχαν, αλλά πολλοί απ’ αυτούς και μαρτύρια ακόμη εγνώρισαν.
Να πάμε κατά πρώτον στους δώδεκα Αποστόλους και όλως ιδιαιτέρως στους Πρωτοκορυφαίους Πέτρον και Παύλον, αλλά και στον Πρωτόκλητο Ανδρέα και τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην. Και ομοίως ακολούθησαν την ίδια γραμμή και τάξη και οι υπόλοιποι των Αποστόλων.
Ακολουθούν οι Αποστολικοί Πατέρες, Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και ο Πολύκαρπος Σμύρνης, και στη συνέχεια να πούμε κάποια μεγάλα ονόματα, ο Μέγας Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, ο Άγιος Νικόλαος, ο Άγιος Νείλος ο Μυροβλήτης, ο Άγιος Σπυρίδων, ο Άγιος Νεκτάριος και ο Άγιος Νικόλαος ο παπα-Πλανάς, από τους σημερινούς των ημερών μας, και χιλιάδες χιλιάδων ακόμα Αγίων Ιεραρχών και Οσίων Πατέρων ημών.
Χωρίς να μετρήσουμε τα εκατομμύρια των μαρτύρων, οσιομαρτύρων, νεομαρτύρων και ομολογητών. Μπορούμε όμως να συγκαταριθμήσουμε και τους νεοτέρους οσίους πατέρας, τους οποίους η Εκκλησία μας ακόμα δεν αγιοποίησε, και που μας είναι ήδη πολύ γνωστοί. Όπως ο πατήρ Ιάκωβος ο Τσαλίκης, ο πατήρ Φιλόθεος ο Ζερβάκος, ο πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής, ο πατήρ Πορφύριος ο Μπαϊρακτάρης, ο πατήρ Γεώργιος ο Καρσλίδης, ο πατήρ Γερβάσιος Παρασκευόπουλος, ο πατήρ Παΐσιος ο ασκητής της Παναγούδας, και άλλοι πάρα πολλοί κεκοιμημένοι οσιακώς, όπως και τελευταία ο παπά Βησσαρίων που μας έδωσε το σημείον της κεχαριτωμένης αφθαρσίας αλλά και άλλοι που σήμερα είναι ζώντες.
Και δεν αναφέρομαι καθόλου στην χορεία των Αγιορειτών Πατέρων όπου όντως με την ασκητική τους ζωή, την πτωχεία και την ακτημοσύνη άφησαν πάμπολλα σημεία οσιακής πολιτείας και βιωτής. Αλλά και μείς όλοι, οι σημερινοί Ορθόδοξοι πιστοί χριστιανοί, οι θεοσεβώς πορευόμενοι και όχι οι χλιαροί και οι νερόβραστοι, που έχουμε οικογένεια, που έχουμε παιδιά και εγγόνια, διάφορες εργασίες και πολλές οικονομικές δυσκολίες, που έχουμε βάσανα, πόνους, αρρώστιες, θλίψεις, στεναχώριες και πολλά άλλα, πρέπει και οφείλουμε, να μιμούμεθα τον Θεάνθρωπον και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον Σωτήρα μας και Λυτρωτήν, τον Λυτρωτήν από πάσης κακίας, πονηρίας και μοχθηρίας των δαιμόνων. Να μιμούμεθα τους αγίους μάρτυρες και οσίους, τους Πατέρας της Εκκλησίας μας και όλους που αγίασαν μέσα στον κόσμο, αγωνιζόμενοι θεοφιλώς και μέχρι θυσίας, εναντίον του κόσμου της κακίας, των προσωπικών τους παθών και αδυναμιών, και εναντίον των δαιμονικών επιθέσεων, με μετάνοια και πίστη, με υπομονή και αγάπη, με αδιάλειπτη προσευχή και μελέτη των γραφών, τηρούντες τις Ευαγγελικές εντολές, και καλλιεργούντες τις αντίστοιχες θειότατες αρετές, με την κατά δύναμιν νηστεία, με την κατά δύναμιν αγρυπνία, εγκράτεια και προσευχή, και με τη σωστή συμμετοχή στα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Έτσι σώζεται ο χριστιανός, και έτσι κατά δύναμιν μιμείται τους Αγίους, και τον Σωτήραν Χριστόν εις τον οποίον ανήκει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις, τώρα και πάντοτε, και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν