Τρίτη, 3 Απριλίου 2007

Το απροσπέλαστο Μυστήριο τής προσευχής τού Ιησού Χριστού, B'



200-β
Μεγ. Τρίτη Βράδυ 2007

Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς και τι να πρωτοσυγκινηθεί, από τη σημερινή βραδιά και την εκκλησιαστική μας υμνολογία, η οποία αναφέρεται κατ’ εξοχήν στη πόρνη αυτή αμαρτωλή γυναίκα, που μετανόησε εμπράκτως.
Μας τονίζεται ότι είναι δεινόν η ραθυμία αλλά μεγάλη η μετάνοια. Και έτσι με την έμπρακτη αυτή μεγάλη μετάνοιά της, έτρεξε στον μυρεψό στον μυροπώλη δηλαδή, και είπε τις φράσεις «δός μου το μύρον, για ν’ αλείψω και γώ Αυτόν τον Κύριο και Θεό και Σωτήρα που μου εξάλειψε όλες τις αμαρτίες.»
Αυτή που ήταν βεβυθισμένη στην αμαρτία βρήκε λιμένα σωτηρίας, μαζί με τα δάκρυα τα οποία έτεινε μπροστά στα πόδια του Κυρίου.
«Ήρθες μόνον για έναν λόγο», του λέει, «σε αυτόν εδώ τον κόσμο, ήρθες για να σώσεις εμένα την αμαρτωλή και την πόρνη».
Όλα αυτά βέβαια τα έχει η εκκλησιαστική μας υμνολογία, γι’ αυτό και καταλείγει με το «μη μου παρίδεις τα δάκρυα, τη χαρά των αγγέλων».
Νύξ υπήρχε ακολασίας, ασέληνος ήταν ο έρως της αμαρτίας, εν τούτοις όμως και οίστρος ακολασίας που την κατελάμβανεν, εν τούτοις η μετάνοια όμως κάνει θαύματα.
Γι’ αυτό μας υπενθυμίζει η Εκκλησία μας την Μεγάλη αυτή Εβδομάδα, για να ξαναζήσομε το δράμα του Σωτήρος Χριστού, που ’τανε ο ερχομός προς το εκούσιον πάθος, ερχομός όμως για τη σωτηρία μας.
Όποιος από μας μετανοεί, και μετανοεί εννοώ έμπρακτα, αυτός βρίσκει και τη σωτηρία.
Το Χριστό τον είδαμε πολλές φορές να προσεύχεται, και να προσεύχεται για μας, και η προσευχή αυτή όπως λέγαμε και χτες είναι ένα πολύ λεπτό θέμα και χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή, για να μπορέσομε να το δούμε έτσι μέσα από την καρδιά, την Θεανθρώπινη καρδιά του Ιησού Χριστού.
Ήταν βέβαια διπλός στη φύση, τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός.
Οι δυο φύσεις, θεία και ανθρωπίνη, επαναλαμβάνομε ορισμένα πράγματα για να τα ξέρομε και από την πίστη μας,
ο Χριστός είχε διπλή φύση, την ανθρώπινη και τη θεία, που ήταν ενωμένες αδιαίρετα, αναλλοίωτα, άτρεπτα, αχώριστα και ασύγχητα.
Οι όροι της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου, το δίνουν επιρρηματικά και λένε : «αδιαιρέτως, αναλλοιώτως, ατρέπτως, αχωρίστως, ασυγχήτως» και τα λοιπά.
Άρα ο Χριστός όταν έκανε προσευχή και στη δημόσια δράση Του, και στις σκληρές δοκιμασίες Του, και στον κήπο της Γεθσημανή, και πάνω στο Σταυρό, ερωτούν ακόμα και οι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας, «Που τις έκαμε αυτές τις προσευχές, στον Εαυτόν Του; Που ήτο και τέλειος Θεός;»
Εάν πούμε ναι, λένε οι Πατέρες, τότε κινδυνεύομε να διασπάσομε το Θεαδρικό πρόσωπο του Κυρίου, χωρίζουμε δηλαδή το Χριστό σε δύο πρόσωπα, αυτό το κάνουν όλοι οι αιρετικοί, και το κάνουν μετά μανίας, όλοι οι θεομάχοι, οι εχθροί του Χριστού, σήμερα, ειδικά σήμερα, στην εποχή μας δηλαδή, όπου καταπολεμούν με ψεύδη και συκοφαντίες, την Θεότητα του Ιησού Χριστού, και χτυπούν και την Ανάστασή Του.
Ο Χριστός όμως πάντοτε προσηύχετο, κατ’ ιδίαν, σε έρημον τόπον, και ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή, και στον κήπο της Γεθσημανή, όπου ο ιδρώτας Του έτρεχε ωσεί θρόμβοι αίματος, και επειδή ήτο τελείως αδύνατο να προσεύχεται στον Εαυτόν Του, αφού ήτο και τέλειος Θεός, άρα οι προσευχές του, ήσαν αντί για μένα και για σένα, πού είμεθα αμαρτωλοί.
Δηλαδή για όλους τους αμαρτωλούς, όλων των αιώνων, μέχρι και του τελευταίου ανθρώπου της Δευτέρας Παρουσίας.
Για να το καταλάβετε καλά να πάρουμε πτωχό παράδειγμα, όπως φέραμε εχθές, την αγωνία της μάνας, θα φέρομε σήμερα για παράδειγμα το κομποσχοίνι.
Η ευχή για το κομποσχοίνι γίνεται πάντοτε σε πρώτο πρόσωπο, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», δεν τα’ αλλάζομε αυτό.
Με την πάροδο του χρόνου, και όταν η ευχούλα αυτή αποκτήσει από τη χάρη του Θεού, νοερά πνευματική ενέργεια και λατρεία, τότε το «ελέησόν με» μεταγγίζεται στο σύντροφό μας, στους γονείς μας, στα αδέλφια μας, στους συγγενείς μας, στους φίλους μας, στους πνευματικούς μας πατέρες, και σε κάθε ορθόδοξο κληρικό παντός βαθμού, μεταγγίζεται ακόμα και στους εχθρούς μας, και σε κάθε ορθόδοξο χριστιανό απανταχού της γης, αλλά και πέρα από τους ορθοδόξους, σε όλους τους κατοίκους όλου του κόσμου, όλης της γης.
Εμείς είμεθα μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας του Χριστού, της οποίας κεφαλή όμως είναι ο Χριστός. Όταν ένα μέλος αυτού του σώματος υποφέρει, μας λέγει η Αγία Γραφή, τότε συμπάσχουν όλα τα μέλη, όλα τα μέλη υποφέρουν.
Και μάλιστα σας είχα αναφέρει τον πονοκέφαλο, απ’ τον οποίο έχω πικρά πείρα, συμπάσχει όλος ο άνθρωπος.
Όταν όμως ευφραίνεται ένα μέλος λέει, συνευφραίνονται όλα τα μέλη. Έτσι λοιπόν, συνεφράνθημεν και μεις, μαζί με την αρίστη απόδοση των ιεροψαλτών, όλων αυτών των ύμνων.
Έτσι γίνεται και με την προσευχή του Χριστού, αποκτά παγκόσμια ευεργεσία, προς όλους τους αμαρτωλούς, ορθοδόξους και μη, γιατί όλοι είμεθα αμαρτωλοί, - δεν εξαιρείται κανένας απ’ την αμαρτία.
Άρα το έλεος που ζητώ εγώ, για τον εαυτόν μου, λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», επεκτείνεται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, σε όλους τους ανθρώπους.
Αρχίζοντας βέβαια από τους πλησίον, και επεκτείνεται σιγά σιγά προς τα έξω.
Αλλά είπαμε όταν η προσευχή αυτή, η ευχή, είναι χαρισματική, και όχι να είμαστε αφηρημένοι, και χαζεύομε εδώ και κει, όχι έτσι,…
Ο Χριστός ήταν αναμάρτητος στην ανθρώπινη φύση Του, ως άνθρωπος, αλλά ήταν και τέλειος Θεός, άρα η προσευχή Του, Αυτουνού η προσευχή, που δεν ήταν αμαρτωλός, δεν μπορεί να προσηύχετο προς τον Θεόν Πατέρα, αλλά οικειοποιείτο όπως μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, οικειοποιείτο την αμαρτωλή φύση τη δική μας.
Την ανθρώπινη φύση δηλαδή την αμαρτωλή όλης της ανθρωπότητος, όλη αυτή η αμαρτία, όλου αυτού του κόσμου μπήκε πάνω Του.
Έτσι οι προσευχές του Χριστού, και οι κραυγές Του πάνω στο Σταυρό, «Ηλί, Ηλί…», έτσι, ή «Ελωί, Ελωί, λαμά σαβαχθανί,…», και οι άλλες, είναι δικές μας προσευχές, και δικές μας κραυγές, όλων των αμαρτωλών, μηδέ εξαιρουμένου, για να ελεηθούμε από τον ίδιο, που έγινε άνθρωπος Θεάνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, που έπαθε δηλαδή για μας, και αναστήθηκε εκ νεκρών.
Δεν αναστήθηκε μόνο για να σφραγίσει, ολόκληρο το κοσμοσωτήριο έργον Του, αλλά για να σφραγίσει τα στόματα, όλων αυτών που Τον καταπολεμούν.
Το επαναλαμβάνω πιο απλά, για να το κλείσομε αυτό το θέμα,
Η δική μας προσευχή και παράκλησις, με το κομποσχοίνι «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», ως αμαρτωλοί, γιατί εμείς ζητούμε το έλεός Του, αυτό το έλεος επεκτείνεται ευεργετικά και προς όλους τους ανθρώπους, που είναι όντως εν αμαρτία, όπως είμεθα και μείς.
Όταν λοιπόν λές εσύ «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», λές και συ «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», ευεργετείς ο ένας ον άλλον, ευεργετείτε και μένα, και γώ ευεργετώ εσάς, και όλοι μαζί ευεργετούμε όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς και όλη την ανθρωπότητα.
Αντιθέτως η προσευχή του Ιησού Χριστού, συγκεντρώνει όλη την αμαρτία όλης της ανθρωπότητος, όλων των αιώνων πάνω και μέσα στην αναμάρτητη ανθρώπινη φύση Του που την οικειοποιείται υπερφυώς κατά τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, και με τρόπον ακατάληπτον, και την κάνει ικεσία προς τον Θεόν Πατέρα.
Άρα και το «γενόμενος αγωνία» και την αγωνία του κάθε αμαρτωλού, είναι και δική μας αγωνία για το πώς θα μπορέσομε να σωθούμε.
Εκείνος ήλθε βέβαια προς το εκούσιον πάθος, και θυσιάστηκε για τη σωτηρία μας, εγώ και σεις όμως, και γώ, δεν εξαιρώ τον εαυτό μου, και σεις, τι αγώνα κάνομε για την προσωπική μας σωτηρία;
Και σε τι πνευματικές θυσίες, υποβαλόμεθα για να ευαρεστήσομε το Θεό;
Ποιες προσευχές και ποιες θυσίες κάνουμε, για τον ανώνυμο ή τον επώνυμο πλησίον μας, το Γιώργο, το Παύλο, την Μαρία, την Κατίνα, έτσι, και για τον συγκεκριμένο εχθρό μας που μας συκοφαντεί, που μας διαβάλλει, που μας πειράζει, που δεν ξέρω τι άλλο μας κάνει, τι κάνομε εμείς, πόσες θυσίες υποβάλομε γι’ αυτόν, πόσο μακροθυμούμε, πόσο συγχωρούμε, και πόση προσωπική μετάνοια έχουμε;
Η αγωνία λοιπόν του Χριστού, η αγωνία του Χριστού για τη δική μας σωτηρία, αφού και σταυρώθηκε, έτσι, είναι και δική μας αγωνία και για την προσωπική μας σωτηρία, και για τη σωτηρία των άλλων.
Ο Χριστός προσηύχετο εν αγωνία, και οι μαθηταί του ακόμα και οι πιο αγαπημένοι Του τρείς, Πέτρος, Ιωάννης και Ιάκωβος, όπως και οι άλλοι βέβαια οι υπόλοιποι οκτώ, τόχαν ρίξει στον ύπνο.
Αλλά και για μας όλον το πρότυπον προσευχής είναι ο Κύριος, και παρόλον που είναι πρότυπο προσευχής, εμείς ραθυμούμε, μας πνίγουν και οι μέριμνες, μας πνίγει και η καλοπέραση της ζωής, και δεν διαθέτουμε λίγο χρόνο, από κει καθιστοί που είστε ή όρθιοι, πέντε λεφτά. Πολλά είναι τα πέντε λεφτά;
Δεν μπορούμε πέντε λεφτά να πούμε το «Και δός ημίν Δέσποτα προς ύπνον απιούσιν», αργά αργά και καθαρά, πόσο θα κρατήσει;
Πέντε λεπτά με το ρολόι δεν μπορούμε να πούμε αργά και καθαρά «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», έλα μωρέ, τεμπελιάζομε…
Και ύστερα τι περιμένομε δηλαδή;
Αν δεν έχουμε σαν τη μετάνοια της αμαρτωλής, δεν θα βρούμε σωτηρία, της πόρνης μάλλον.
Μας πολεμούν οι εχθροί της Εκκλησίας, και μείς κοιμούμεθα, και δεν αγωνιούμε για την σωτηρία των παιδιών μας, και μείς οι μεγαλύτεροι ακόμα και των εγγονών μας.
Δεν κάνομε προσευχή.
Μας πολεμούν τη Θεότητα του Χριστού, και την Ανάστασή Του, με όλα τα μέσα και ειδικότερα τώρα με τα τελευταία τεχνητά.
Πολεμούν την Παναγία Μητέρα Του, τους Αγίους, τα θαύματα, τους ιερούς θεσμούς, τις ιερές μας παραδόσεις, τα δόγματά μας, την πίστη μας, την ιστορία μας, τη γλώσσα μας… Πού είναι η αγωνία του Χριστού, να γίνει και δική μας αγωνία;
Μόνον τα προσωπικά μας προβλήματα και τα ατομικά μας συμφέροντα, μας ενδιαφέρουν, τίποτα περισσότερο.
Η Αγία όμως Κασσιανή, η υμνογράφος του σημερινού περιφήμου δοξαστικού, και το άλλο που έλεγε «Ότι αμαρτωλός προσέφερε το μύρο», τα θυσίασε όλα για την αγάπη του Χριστού, και τα πλούτη της, και τις τιμές, και την ομορφιά και τα νιάτα, και τα έδωσε για την αγάπη του Χριστού.
Και την αγάπη αυτή την είδε και στην άπειρη μακροθυμία και ευσπλαχνία που έδειξε ο Πανάγιος Θεός, προς μια αμαρτωλή γυναίκα, μια πόρνη, η οποία δεν έκανε τίποτε άλλο, πήρε και αγόρασε μύρο, είπαμε προηγουμένως και άλειψε τα πόδια του Χριστού, και τα σπούγκιζε με τα μαλλιά της, την ώρα που ο Ιούδας, πήγαινε και πρόδιδε τον Κύριόν Του.
Αφού λοιπόν, εκείνη έδειξε προηγουμένως, είπαμε τη δική της μετάνοια.
Τι άλλο θέλομε για να κάνομε την αγωνία του Χριστού δική μας αγωνία, και την δική Του προσευχή, δική μας;
Αφού έτσι και αλλιώς, έτσι και αλλιώς είμεθα αμαρτωλοί, από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο, από τότε που γεννιέται το παιδί, μέχρι που βγαίνει η ψυχή μας, αμαρτωλοί είμεθα.
Εάν δεν φωνάζουμε με έλεος, πως θα σωθούμε, ποιος μας σώζει; Άβυσσος είναι τα κρίματα, ανεξιχνίαστη λέει, η ωδή του Κυρίου για τη σωτηρία μας.
Τουλάχιστον, αν δεν μπορούμε τίποτα άλλο, ας λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», είμαι αμαρτωλός, δεν ξέρω τι άλλη προσευχή να σου κάνω, είμαι αμαρτωλός, είμαι αμαρτωλός, ελέησέ με.
Ο Θεάνθρωπος Κύριος και Σωτήρας του κόσμου, προσεύχεται θαυματουργεί, αγωνιά, και σταυρώνεται για ολόκληρη την αμαρτωλή ανθρωπότητα, για τη σωτηρία της, για να γεμίσει τον Παράδεισο.
Εμείς; Εγώ, εσείς, όλοι μας, τι κάνομε; Κάτι κάνομε όμως. Κάτι προσπαθούμε, ε, να και γεμίσαμε και σήμερα τους ναούς, ε, δεν φαντάζομαι μόνον για να ακούσουμε το δοξαστικό της Αγίας Κασσιανής, και μη την μπερδεύομε με την αμαρτωλή γυναίκα, διότι εδώ και είκοσι χρόνια ασχολούμεθα συνεχώς με την ανάλυση αυτών των τροπαρίων και του δοξαστικού, με τη ζωή της Αγίας Κασσιανής και με τα μυθιστορήματα που έγραψαν γι’ αυτήν, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Λοιπόν, ε, αυτό το κάτι το λίγο που κάνομε, και ένα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και ένα «Πάτερ ημών» αργά και καθαρά να πούμε, εύχομαι εγώ από το βάθος της καρδιάς μου, να γίνει δένδρο, του οποίου η κορφή, να ανοίξει την θύρα του Παραδείσου, αυτό το εύχομαι, όπως την άνοιξε στον ληστή εκ δεξιών, όπως την άνοιξε και στην αμαρτωλή πόρνη γυναίκα, όπως ποιητικά μας την απέδωσε η Αγία Κασσιανή και με τόση ιεροπρέπεια και κατάνυξη οι ιεροψάλτες μας.
Όπως την άνοιξε σε όλους τους αμαρτωλούς που με μετάνοια ζήτησαν το έλεος του Αγίου Θεού.
Έτσι να την ανοίξει ο Θεός και σ’ όλους μας.
Είναι όμως, είναι όμως ήδη ανοιχτή και μας περιμένει, περιμένει και σένα, περιμένει και σένα, και σένα, και σένα και μένα.
Μας περιμένει η πόρτα του Παραδείσου.
Δεν έχομε παρά να τη ζητάμε για να περάσομε μέσα απ’ αυτήν.

Αμήν.