Κυριακή, 22 Απριλίου 2007

Μαρτυρίες καί αποδείξεις τής αναστάσεως τού Χριστού



201-β
22.4.2007 Κυρ. Μυροφόρων

«Τι ζητείτε τον Ζώντα μετά των νεκρών; Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε. Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν».
Χριστιανοί μου, με τα λόγια αυτά ο άγγελος δείχνοντας στις μυροφόρες γυναίκες το άδειο μνήμα, το κενόν μνημείον, όπου ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας μαζί με τον Νικόδημον, τοποθέτησαν το Σώμα του Ιησού Χριστού.
Ο αποκεκυλισμένος λίθος, το κενόν μνημείον, τα εντάφια σπάργανα που βρέθηκαν άθικτα, και η παρουσία των αγγέλων είναι οι πρώτες αποδείξεις της Αναστάσεως του Χριστού.
Είναι οι πολλές ακόμα εμφανίσεις του Κυρίου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Έτσι πρώτα οι μυροφόρες γυναίκες και στη συνέχεια οι μαθητές του Κυρίου, αξιώθηκαν να Τον ιδούν μετά την Ανάστασή Του.
Να Τον προσκυνήσουν, όπως η Παναγία μητέρα Του, μαζί με την Μαρία την Μαγδαληνή, καθ’ οδόν πορευόμενοι προς τους μαθητάς.
Να Τον ψηλαφήσουν, όπως ο Απόστολος Θωμάς.
Να διδάσκονται, μέχρι και της Αναλήψεώς Του.
Να λαμβάνουν από τον ίδιον το Άγιον Πνεύμα εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον,
Να λαμβάνουν Χάρη και φωτισμό.
Να παίρνουν την εντολήν, «μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», και να συντρώγουν μαζί Του.
Βέβαια έχουμε και εμφανίσεις μεμονωμένες, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως ήταν προς Εμμαούς, προς τον Αδελφόθεο Ιάκωβο, προς τον Απόστολο Πέτρο κατά μόνας, επάνω πεντακοσίων αδελφών όπως μας το διασώζει ο Απόστολος Παύλος, και να είναι ασφαλώς παρόντες και στην Ανάληψή Του.
Γι’ αυτό και ομολογούν με το στόμα του Ευαγγελιστού Ιωάννου, «Αυτόν που εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών και ακηκόαμεν και εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφισαν, Αυτόν και μαρτυρούμε και απαγγέλομεν υμίν την ζωήν την αιώνιον».
Με αυτές τις ατράνταχτες αποδείξεις και τις ζωντανές μαρτυρίες, ξεχύθηκαν οι Απόστολοι σε ολόκληρον τον κόσμον και νίκησαν, αυτοί που ήσαν απλοί ψαράδες και αγράμματοι, σοφούς και επιστήμονες, βασιλείς και αυτοκράτορες και τους τυράννους αυτής της γής.
Χύνοντας με πολλή αγάπη αλλά και ζωντανή πίστη και αυτό ακόμα το αίμα τους κηρύσσοντας Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον και Αναστάντα εκ νεκρών τον αληθινόν Θεόν ημών.
Το κενόν μνημείον ήταν και είναι, η απόδειξις της σωτηρίου Αναστάσεως του Χριστού, και αυτό εξακολουθεί να θαυματουργεί μέχρι και σήμερα.
Αυτό το κενόν μνημείον, μαζικά ο λαός των Ιουδαίων στα Ιεροσόλυμα, δεν το αμφισβήτησε, αλλά το πίστεψε, το άκουσε, το είδε, και το πίστεψε στο πρώτο κήρυγμα μετανοίας του Αποστόλου Πέτρου.
Τι πίστεψε; Την Ανάσταση του Χριστού! Ότι Αυτόν που σταύρωσαν, ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο Χριστός, ο Υιός του Θεού και Θεός, αληθινός, εκ Θεού αληθινού ο αναστάς εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς.
Γι’ αυτό, σ’ αυτό το πρώτο κήρυγμα μετανοίας του Αποστόλου Πέτρου, την ημέρα της Πεντηκοστής, πίστεψαν, μετανόησαν και βαπτίστηκαν πέντε χιλιάδες Ιουδαίοι.
Αυτό λοιπόν το κενόν μνημείον, μαζί με τον Τίμιον Σταυρόν, και ό,τι άλλο Ιερό υπήρχε θάφτηκε κάτω από τα ερείπια της ριζικής καταστροφής των Ιεροσολύμων, από τον στρατηγό Τίτο, το εβδομήντα με εβδομήντα δύο μετά Χριστόν.
Αυτό το κενόν μνημείον επαναλαμβάνω, το κατέστησε φανερό και το απεκάλυψε με τις ανασκαφές η Αγία Ελένη, η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του μετέπειτα Αγίου, στο τέλος του τρίτου αιώνος, χτίζοντας το γνωστό σεπτό ιερό της Αναστάσεως του Κυρίου.
Το κενόν μνημείον είναι ο Τάφος του Κυρίου, και ο γνήσιος μάρτυρας της Αναστάσεώς του, από όπου πηγάζει όχι μόνον το Άγιον Φώς, αλλά και πλήθος θαυμάτων μέχρι σήμερα.
Από τότε μέχρι και των ημερών μας, έχουν καταξιωθεί πολλοί να δουν τον αναστάντα Χριστόν, με πρώτους μετά την Πεντηκοστή, τον Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιάκονο Στέφανο, εν συνεχεία τον Απόστολο Παύλο στο δρόμο προς την Δαμασκό, τον μεγάλο αυτόν διώκτη των χριστιανών, και ακολουθούν χρονικά, πολλοί από τους Αγίους της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, μέχρι και των ημερών μας.
Το αποδεικνύουν η ζωή τους, τα έργα τους και οι ομολογίες τους.
Πέρα όμως από τους μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού που αναφέραμε είναι και υπάρχουν και ψευδομάρτυρες.
Είναι αυτοί που πρόσφεραν ικανά αργύρια στους στρατιώτες, για να πουν και να διαδώσουν ότι οι μαθηταί του Χριστού, ήλθαν δήθεν την νύκτα και έκλεψαν το Σώμα Του, την ώρα που αυτοί εκοιμόντο.
Είναι αυτοί που αργότερα αναθεμάτιζαν εαυτούς λέγοντες «μήτε φαγείν μήτε πίειν έως ου αποκτείνωσι τον Παύλο».
Ήσαν δηλαδή περίπου σαράντα Ιουδαίοι που συνωμότησαν εναντίον του Παύλου, και ορκίστηκαν στο Συνέδριο των Αρχιερέων και πρεσβυτέρων ότι δεν θα φάνε, και δεν θα πιούν μέχρι να που να σκοτώσουν τον Παύλο.
Αυτό το γεγονός αναφέρεται στο εικοστό τρίτο κεφάλαιο των Πράξεων των Αποστόλων, - διαβάστε το.
Είναι αυτοί που εδώ και είκοσι αιώνες αρνούνται την Ανάσταση του Χριστού, σπέρνοντες με πολλή τέχνη αμφιβολίες στις ανώριμες ψυχές των Χριστιανών.
Είναι αυτοί που με αργύρια ικανά, από το Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, μέσω των χιλιαστών, χτυπούν το κοσμοσωτήριον έργον του Χριστού, την Ανάστασή Του, την Δευτέρα Παρουσία ως Δικαίου Κριτού, - προσέξτε το αυτό, δεν Τον δέχονται ως Δίκαιον Κριτήν – , που κτυπούν την Εκκλησία Του, τα μυστήρια, την Ιερά Παράδοση, τους αγίους, τα θαύματα και τόσα άλλα.
Είναι αυτοί που εκμεταλλευόμενοι την άγνοια, την πολλή άγνοια των Χριστιανών, σε θέματα πίστεως και προσφέροντες αργύρια ικανά, διά της σημερινής υψηλής τεχνολογίας, των μέσων μαζικής ενημερώσεως, μεταβάλλουν το σκοτάδι σε φώς και το φώς σε σκοτάδι, το ψεύδος σε αλήθεια, και την αλήθεια σε ψέμα τρανταχτό.
Δεν είναι μόνον η άγνοια, είναι και το κοσμικό φρόνημα που άρχισε να επικρατεί στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά το 1960.
Είναι ακόμα η πληθωρική κατανάλωσις των αγαθών και η διάδοσις πολλών υλιστικών φρονημάτων και ιδεών, είναι ακόμα και το χειρότερο, η αδιαφορία μας.
Και δεν πρόσθεσα ούτε τον αόρατο πόλεμο του διαβόλου, ούτε την διεφθαρμένη ανθρώπινη φύση μας με τα τόσα πάθη που κρύβει μέσα της, ούτε και τον κόσμο της κακίας που μας περιβάλλει.
Χριστιανοί μου, πέρασαν δυό χιλιάδες χρόνια ή μάλλον χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα -πόσο, τόσα-, που ο Θεάνθρωπος Κύριος αναστήθηκε εκ νεκρών.
Και παρόλο που η εκκλησία Του πολεμήθηκε σκληρά με διωγμούς, εξορίες, φυλακίσεις και βασανιστήρια πολλά, Εκείνος εξακολουθεί να θριαμβεύει, ως αναστάς εκ νεκρών Χριστός ο αληθινός Θεός ημών.
Και μάρτυρες δεν είναι μόνον οι μυροφόρες γυναίκες, και οι Απόστολοι και οι υπόλοιποι εκ των μαθητών Του, αλλά και όλοι οι Άγιοι της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, και όπως προείπαμε, αλλά ιδιαιτέρως οι μεγαλομάρτυρες, οι ιερομάρτυρες, οι οσιομάρτυρες, οι παιδομάρτυρες και οι νεομάρτυρες. Και γενικά όλα τα εκατομμύρια των μαρτύρων που με το αίμα τους ενωμένο με το αναμάρτητο το άλικο και το πανάσπιλο Θεανθρώπινο Αίμα του Ιησού Χριστού, θεμελίωσαν τα θεμέλια της Εκκλησίας.

Για παράδειγμα αναφέρομε μόνον έναν νεομάρτυρα.
Δεν θα σας πω ποιος είναι αλλά να ψάξετε να τον βρείτε.
Ένας χριστιανός νέος στην ηλικία, στα χρόνια της Τούρκικης σκλαβιάς, και της φοβερής εκείνης τυραννίας, επιέζετο να γίνει μωαμεθανός.
Οι πιέσεις και οι απειλές ήσαν πολλές.
Ο νέος φάνηκε στην αρχή να υποχωρεί προς χαράν των Τούρκων, και λύπην βέβαια των Ελλήνων, αλλά ζήτησε μια χάρη.
Να κάμει την ομολογία του, την ημέρα του Πάσχα.
Τότε που οι σκλαβωμένοι Έλληνες θα γιόρταζαν την Ανάσταση του Χριστού.
Και μάλιστα ζήτησε ν’ ανέβη στο κεντρικό μιναρέ του τζαμιού της πόλεως, και από κει ψηλά να φωνάξει δυνατά αυτό που διαλαλεί και ο κάθε χότζας : «Ένας είναι ο Αλλάχ και ένας είναι ο προφήτης αυτού, ο Μωάμεθ». Αυτή την ομολογία θάκανε.
Οι χριστιανοί όταν το πληροφορήθηκαν γέμισαν από λύπη για την βεβήλωση της μεγάλης αυτής γιορτής της χριστιανοσύνης του Πάσχα, και μάλιστα με μια τόσο δημόσια άρνηση του Χριστού, γι’ αυτό και κλείστηκαν ερμητικά στα σπίτια τους και κανένας δεν κυκλοφορούσε έξω.
Όλοι όμως οι Τουρκαλάδες, άντρες γυναίκες και παιδιά, μαζεύτηκαν στην πλατεία μπροστά στο τζαμί για να θριαμβολογήσουν.
Ο νέος οδηγήθηκε εκεί στο τζαμί και από μέσα μόνος του, διότι δεν μπορεί ν’ ανέβουν δύο δύο, ένας μονάχα, ανέβηκε πάνω στο μιναρέ.
Και από κει ψηλά άνοιξε το στόμα του και με όλη τη δύναμη της ψυχής του και των πνευμόνων του, άρχισε να ψάλλει θριαμβευτικά τον θρίαμβο της πίστεώς μας.
«Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος».
Όπως καταλαβαίνετε επικράτησε κάτω πανδαιμόνιο.
Αφρίζοντας από τη λύσσα τους και από την κακία τους και από το θυμό τους, οι Τουρκαλάδες, έστειλαν δυό χειροδύναμους να τον αρπάξουν και να τον κατεβάσουν κάτω.
Αλλά ώσπου να φτάσουν ψηλά, και να τον πιάσουν για να τον κατεβάσουν, εκείνος συνέχιζε να ψάλλει συνεχώς το «Χριστός Ανέστη» και πάλι και πάλι και πάλι.
Βέβαια όταν τον κατέβασαν κάτω, ακολούθησαν βασανιστήρια και θάνατος μαρτυρικός, αλλά η πίστις προς τον αναστάντα Χριστόν θριάμβευσε για μια ακόμη φορά.

Εύγε χριστιανοί μου.
Όχι σ’ αυτόν μονάχα, αλλά σ’ όποιον από μας, μέσα σε δημόσια χώρο, αντί για καλημέρα, λέει στις ημέρες μας «Χριστός Ανέστη».
Εύγε του. Γιατί και αυτός γίνεται ένας μικρός μάρτυρας σε αυτήν την αλλοπρόσαλλη και βρώμικη εποχή που ζούμε.
Στην παιδική μου ηλικία ενθυμούμαι ότι το «Χριστός Ανέστη» για σαράντα μέρες οι μεγάλοι το έλεγαν μεταξύ τους για «καλημέρα», «καλησπέρα» και «καληνύχτα».
Ενώ στην εποχή μας, μάλλον εδώ και χρόνια, ξεχάστηκε, όπως και τόσα άλλα ιερά και όσια της πίστεώς μας, της φυλής μας, της πατρίδος μας…
Μάρτυρες λοιπόν της Αναστάσεως οι μυροφόρες.
Μάρτυρες και οι Απόστολοι.
Μάρτυρες και τα εκατομμύρια των Αγίων.
Μάρτυρες και οι μυριάδες, των ευσεβών και ευλαβών Ορθοδόξων κληρικών παντός βαθμού, όπως και των απλών πιστών χριστιανών.
Μάρτυρες και όλοι εμείς, που πιστεύομε στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού και στην Ανάστασή Του εκ νεκρών.
Και είθε αυτή η έμπρακτη μαρτυρία μας και ομολογία μας, να μας αξιώσει να ζήσωμε το αιώνιον Πάσχα
τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.