Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2002

Περί οικουμενισμού και η απειλή του για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κυρ. 20.1.2002



173 β

«Αιρετικόν άνθρωπον, μετά πρώτην και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ότι ούτως και αμαρτάνει ών αυτοκατάκριτος». Από την προς Τίτον Επιστολήν του Αποστόλου Παύλου, Κεφάλαιον τρίτον, στίχος 10-11.
Στην περασμένη μας ομιλία αδελφοί μου, κάναμε λόγο για τον θρησκευτικό και διαχριστιανικό συγκριτισμό. Ο συγκριτισμός υπερτονίζει το κοινό σημείο αναφοράς της πίστεώς μας στον έναν Θεό της αγάπης, και παραβλέπει συνειδητά τις μεγάλες διαφορές που έχουμε με τις άλλες θρησκείες και τις χριστιανικές ομολογίες, και που αναφέρονται η μεν πρώτη στο Τριαδολογικό δόγμα, δηλαδή ένας Θεός αλλά Τριαδικός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, και η δευτέρα στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού ως Θεανθρώπου. Ο Ιησούς Χριστός είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, Υιός Θεού και Θεός, ομοούσιος τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι. Και Υιός ανθρώπου, της Παρθένου Μαρίας, της Θεοτόκου, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ο θεάνθρωπος Κύριος, έχει δηλαδή δύο φύσεις, την θεία και την ανθρωπίνη, στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ενωμένες μεταξύ τους, ασυγχύτως, ατρέπτως, αναλλοιώτως και αδιαιρέτως, σύμφωνα με τους όρους της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου.

Ας αφήσουμε όμως αδελφοί μου τον συγκριτισμό, και τον θρησκευτικόν και τον διαχριστιανικόν, και ας έλθουμε στον οικουμενισμό.
Ο οικουμενισμός εμφανίστηκε στις αρχές του εικοστού αιώνος, και απλώθηκε πολύ γρήγορα σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι κίνημα αιρετικόν, ή μάλλον παναιρετικόν, το οποίο και προσπάθησε να πετύχει δύο πράγματα. Το πρώτο ανάγεται στον λεγόμενον δογματικόν μινιμαλισμόν, και το δεύτερο στον εκκλησιαστικό συγκριτισμό. Γι’ αυτό και σας είπα ότι ο οικουμενισμός με τον διαχριστιανικό συγκριτισμό είναι δίδυμα αδελφάκια.
Ο δογματικός μινιμαλισμός είναι συγκέντρωσις της προσοχής μόνο σε ελάχιστες δογματικές αλήθειες, πάνω στις οποίες μπορεί να επιτευχθεί ομαδική συμφωνία πίστεως, μεταξύ όλων των θρησκειών και όλων των χριστιανικών ομολογιών. Και αυτές είναι πέντε.
Η κοινή πίστις στον ένα Θεόν, πρώτη.
Η δευτέρα ότι ο Θεός είναι δημιουργός τους σύμπαντος κόσμου και του ανθρώπου,
η τρίτη ότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως του αίματος, εθνικότητος και θρησκείας είναι αδέλφια μεταξύ τους,
η τετάρτη ότι αυτός ο ένας Θεός είναι Θεός αγάπης,
και η πέμπτη ότι όλοι τον λατρεύουμε μέσα σε ναούς διαφορετικούς ως προς την αρχιτεκτονική τους.
Επίσης ότι ο Θεός μπορεί να είναι άχρονος, αιώνιος, πάνσοφος, παντογνώστης και λοιπά.
Για τον εκκλησιαστικό ή διαχριστιανικό συγκριτισμό, ομιλήσαμε την περασμένη εβδομάδα.
Ο οικουμενισμός λοιπόν, για να μπορέσει να πετύχει τους δόλιους σκοπούς του, ίδρυσε ένα συλλογικό όργανο, που το 1948 ονομάστηκε «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών». Είναι δε «εκκλησιαστικός» οργανισμός, - το «εκκλησιαστικός» το βάζω με εισαγωγικά. – στον οποίον συμμετέχουν ως μέλη, όλες οι προτεσταντικές ομολογίες, οι προκαρχηδόνιοι, οι παλαιοκαθολικοί, οι Αγγλικανοί, και πλησίον τους, ως ισότιμα μέλη δυστυχώς και ορθόδοξοι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, επίσης από τις Αρχιεπισκοπές Αυστραλίας, Αμερικής, Καναδά και λοιπά.
Το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» συνέρχεται ανά επτά περίπου έτη. Στις συνελεύσεις αυτές, δεν συμμετέχει, - από όσα ξέρω, μπορεί και να πέφτω έξω, - η Εκκλησία της Ελλάδος με αρχιερείς, αλλά αποστέλλονται 2-3 καθηγητές από τα θεολογικά Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Εκείνος που έβαζε τα πράγματα στη θέση τους, ήταν ο αείμνηστος καθηγητής της Δογματικής, πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης. Ορθοδοξότατος στις απόψεις του. Ονόμαζε όλους τους αντιπροσώπους αιρετικούς, και τους καλούσε σε μετάνοια. Να εγκαταλείψουν δηλαδή τις αιρετικές δοξασίες τους και να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί είναι η μόνη που κράτησε ανόθευτη την αλήθεια της πίστεως, τους ιερούς κανόνες και την Ιερά Παράδοση εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια.
Οι αμαρτωλοί, οι οποιοιδήποτε αμαρτωλοί, όσο μεγάλοι και αν είναι, μπορεί να μετανοήσουν, και όχι μόνον μπορεί να μετανοήσουν, αλλά και Άγιοι ακόμα να καταστούν μέσα στο χώρο της Εκκλησίας μας, αλλά οι αιρετικοί ποτέ. Γι’ αυτό και θεωρούσαν ματαιοπονία την παρουσία Ορθοδόξων, έστω και καθηγητών Πανεπιστημίων, πολύ δε περισσότερον, Αρχιερέων, στις συνελεύσεις αυτές του «Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών».
Ο παπισμός πάλι που κόπτεται για την ένωση, αποστέλλει πολύ έξυπνα μόνο παρατηρητάς χωρίς δεσμεύσεις. Στις συνελεύσεις όμως αυτές, γίνονται εισηγήσεις, και συζητήσεις πάνω σε θέματα δογματικά, πρακτικά και ιεραποστολικά, με τελικό σκοπό την ένωση όλων των εκκλησιαστικών ομολογιών εις μίαν εκκλησίαν.
Πώς όμως; Με το να αφήσουμε τις μεγάλες διαφορές που μας χωρίζουν, και να προσέξουμε ποια είναι αυτά τα πέντε σημεία που μας ενώνουν. Να εγκαταλείψουμε δηλαδή την αλήθεια της ενανθρωπίσεως του Υιού του Θεού και Λόγου. Να παραμελήσουμε το Τριαδολογικό και Χριστολογικό δόγμα, και να κοιτάξουμε μόνον την αγάπη που μας ενώνει. Την αγάπη άνευ ορίων, όπως έλεγε δυστυχώς ένας Πατριάρχης. Την αγάπη χωρίς σύνορα. Ωραίες λέξεις! Ωραία συνθήματα, και ασφαλώς πολύ ωραία ακούγονται.
Η πίστις μας όμως, ας προσέξουμε λίγο, δεν είναι μόνον αγάπη αλλά και αλήθεια στο δόγμα. Σ’ αυτή τη θέση παρέμεινε άκαμπτος ο πατήρ Ρωμανίδης, γιατί έβλεπε στην πράξη ότι οι οικουμενιστές ήθελαν να πετάξουμε εμείς οι Ορθόδοξοι στα σκουπίδια
- πρώτον το Σύμβολον της Πίστεως,
- δεύτερον την Ιερά Παράδοση, γραπτή και προφορική,
- τρίτον τις αποφάσεις των επτά Οικουμενικών Συνόδων,
- τέταρτον την ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με τα εκατομμύρια των Αγίων μαρτύρων και ομολογητών, των οσίων και θεοφόρων Πατέρων, των μεγάλων Ιεραρχών και Οικουμενικών διδασκάλων,
- και πέμπτον να παραμερίσουμε όλες τις διαφορές που έχουμε στα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας, στην τιμητική προσκύνηση των Ιερών Εικόνων, των Αγίων λειψάνων, των Ιερών αφθάρτων σκηνωμάτων, και σε άλλα πολλά, πολλά, πολλά. Να τα σβήσουμε δηλαδή όλα με μια μονοκονδυλιά, και να κρατήσουμε μόνον την αγάπη προς τον ένα Θεό και τους ανθρώπους.
Αυτά όμως είναι αιρετικές δοξασίες και διδασκαλίες, γι’ αυτό και ο οικουμενισμός είναι όχι μόνον αίρεσις αλλά και παναίρεσις. Ασφαλώς θα τρίζουν από απέχθεια και αγωνία τα ιερά λείψανα του Μεγάλου Αθανασίου, ο οποίος για ένα γιώτα έπεσε από το θρόνο του πέντε φορές, γιατί πέντε φορές τον εξόρισαν οι εχθροί της πίστεως, οι Αρειανοί, και εκείνοι οι οποίοι τους ακολουθούσαν, βασιλείς και άρχοντες, συνολικά για 17 ολόκληρα χρόνια. Είναι αυτός που απέδειξε με τον φωτισμόν του Αγίου Θεού, ότι ο Χριστός είναι και τέλειος Θεός, Υιός Θεού, και Θεός ομοούσιος τω Πατρί. Όχι ομοιούσιος, αλλά ομοούσιος. Νάτο το γιώτα. Όχι όμοιος με Αυτόν, της αυτής ουσίας, μία φύσις, μία ουσία, μία σύνταξις, μία δύναμις, μία τιμή, μία προσκύνησις. Γι’ αυτό και η Παναγία μας δεν είναι Χριστοτόκος, αλλά Θεοτόκος και Θεομήτωρ.
Στα συνέδρια λοιπόν αυτά του οικουμενισμού, στα σεμινάρια, στους διαλόγους και στα συμπόσια, κινδυνεύει η πανάμωμος Ορθοδοξία μας να πέσει σε σατανικά δίχτυα. Και λέω σατανικά δίχτυα, διότι ο σατανάς, ο διάβολος ο αρχισατανάς, ο κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, ζηλεύοντας το μεγαλείον της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, η οποία παρέμεινε για 2000 χρόνια αγνή και άνυκτος, από τα μιάσματα πλανών, κακοδοξιών και αιρέσεων, εδημιούργησε το νέο σύστημα του οικουμενισμού. Κάτω ή πίσω από το πρόσχημα της αγάπης κρύβεται ο απατεώνας διάβολος, ο οποίος προτρέπει τους Ορθοδόξους κληρικούς παντός βαθμού, να ανοίξουν τας θύρας, και να αγκαλιάσουν όλους τους αιρετικούς, ακόμα και τους αλλοθρήσκους, και να γίνουν μια συναλειφή, να τους βάλουμε δηλαδή όλους τους αιρετικούς μέσα στους ναούς μας, και να τους κοινωνάμε από το ίδιο το Άγιο Ποτήριο. Τότε γιατί φωνάζουμε σε κάθε Λειτουργία «τας θύρας, τας θύρας»; Το φωνάζουμε για τους απίστους, για τους αλλοθρήσκους και τους αιρετικούς. «Προσέξτε», λέμε και φωνάζουμε στους θυρωρούς, δηλαδή στους επιτρόπους, να μη μπει μέσα στην Εκκλησία, μέσα στο ναό μας, κανένας αιρετικός, κανένας άπιστος. «Τας θύρας, τας θύρας…». Έξω λοιπόν οι αιρετικοί. Έξω οι αλλόθρησκοι. Έξω οι άθεοι και οι άπιστοι. Έξω ακόμη και οι βλάσφημοι.
Ναι αδελφοί μου. Το φωνάζω με δύναμη διότι άκουσα προχθές από τηλεφώνου που είχα από την Αμερική, ότι δεν ξέρω βέβαια και δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω αυτό, ότι σε Ορθόδοξο ναό, Ορθόδοξος ιερεύς, έκαμε το μυστήριο του γάμου μεταξύ μιας χριστιανής και ενός Ινδού. Αν είναι δυνατόν! Θάπρεπε να τρίζουν τα κόκαλα των εκατομμυρίων μαρτύρων και νεομαρτύρων εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Όχι, δεν θέλω να το πιστέψω ότι έγινε έτσι. Άκουσα όμως και για ένωση με μουσουλμάνο, και για τόσα άλλα πράγματα. Είναι φοβερά αυτά τα οποία ακούγονται αν είναι αληθινά, ο Θεός να μας φυλάξει.
Ο οικουμενισμός λοιπόν χριστιανοί μου πρεσβεύει, ότι η αλήθεια της πίστεως στον ένα Θεό, από το 1054 και μετά έχει κομματιαστεί σε χιλιάδες μικρά μικρά κομματάκια. Το κάθε δε μικρό κομματάκι κατέχει ένα μόνο μέρος της αλήθειας που αντιστοιχεί στην κάθε μια από τις πάμπολλες χριστιανικές αλλά αιρετικές ομολογίες. Αλλά μέρος της αλήθειας, λένε, ότι κατέχουν και όλες ανά τον κόσμον θρησκείες. Άρα, λένε οι οικουμενιστές, αν συναρμολογήσουμε και ενώσουμε όλα αυτά τα μικρά μικρά κομματάκια, θα ιδρυθεί και ολόκληρος η αλήθεια. Σα να κάνουμε δηλαδή, σα να συναρμολογούμε ένα πάζλ. Μ’ αυτό τον τρόπο προωθείται σιγά σιγά η λεγομένη ένωσις των εκκλησιών. Αυτό είναι ψέμα. Είναι πλάνη. Είναι παγίδα. Είναι καταστροφή, διότι μόνον εμείς οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, ως Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχουμε όλη, ολόκληρη την αλήθεια εξ αποκαλύψεως, καθότι είναι στύλος και εδραίωμα της αληθείας, κατά τον Απόστολο Παύλο.
Το μοναδικό και ασφαλές θησαυροφυλάκιο του Λόγου του Θεού, του Ευαγγελίου, των εικοσιεπτά βιβλίων της Καινής Διαθήκης, η μοναδική καθαροτάτη και ανόθευτη πηγή, προς την οποίαν μπορούν αν θέλουν να στραφούν όλες οι αιρετικές δοξασίες, όλες οι θρησκείες, όλα τα έθνη και οι λαοί, κάθε φυλή και γλώσσα, για να αντλήσουν το ύδωρ το ζον, το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον, που είναι ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ο Σωτήρας του κόσμου.
Αμήν αδελφοί μου,
αλλά θα συνεχίσουμε όμως και την ερχομένη Κυριακή.