Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2005

Πως καθιερώθηκε η κοινή γιορτή και ωφέλιμα διδάγματα



191-α

Σήμερα, η εκκλησία μας αδελφοί μου τιμά τους 3 μεγάλους φωστήρες και θεολόγους της τρισηλίου Θεότητος, τους 3 Ιεράρχας, Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγον και Ιωάννην το Χρυσόστομον. Οι 3 Ιεράρχες όπως είναι γνωστό σε όλους μας γιορτάζουν ο καθένας χωριστά. Ο μεν Μέγα Βασίλειος την 1ην Ιανουαρίου, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος την 25ην Ιανουαρίου και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την 13ην Νοεμβρίου.

Απ’τον 5ον αιώνα μέχρι και τον 10ον υπήρχε-ξεκίνησε μια διαφωνία η οποία πήρε αργότερα διαστάσεις...για το ποιός είναι από τους 3 Ιεράρχας ο πιο μεγάλος άγιος. Η πνευματική διαφωνία δεν ήταν μόνον-δεν απλώθηκε μόνο έτσι στον απλό λαό του Θεού αλλά και μεταξύ των λογίων και σοφών διδασκάλων, εναρέτων αντρών. Αποτέλεσμα αυτής της διαφωνίας ήταν να διαιρεθούν οι χριστιανοί μεταξύ τους και ανάλογα με το ποιον υποστήριζαν ότι ήταν ο πιο μεγάλος άγιος από τους άλλους δυο, έπαιρναν και την ανάλογη προσωνυμία. Έτσι, εκείνοι που υποστήριζαν τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, τους ονόμαζαν Ιωαννίτες, όσοι υποστήριζαν το Μέγαν Βασίλειο τους ονόμαζαν Βασιλίτες και όσοι υποστήριζαν τον Άγιο Γρήγόριο το Θεολόγον, τους ονόμαζαν Γρηγορίτες. Πολύ γρήγορα ξέχασαν τον Απόστολο Παύλο που αυστηρά προειδοποιούσε, - όπως και εξακολουθεί να προειδοποιεί - ότι η χριστιανική πίστις δεν κομματιάζεται και δεν διαιρείται ανάλογα με τους Αγίους που τιμάμε ούτε ανάλογα με τους πνευματικούς που έχουμε, αλλά πιστεύουμε και ομολογούμε Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένο τον αναστάντα εκ νεκρών ως Θεάνθρωπον και Κύριον και Σωτήρα του κόσμου, ως Υιόν και Λόγον του Θεού, δηλαδή εις τον Έναν εν Τριάδι Θεόν: στον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα.

Οι Άγιοι, όλοι οι Άγιοι, είναι πρεσβευτές προς τον Σωτήρα Χριστόν, οι δε ιερείς και όλοι οι πνευματικοί εξομολόγοι, μαζί με τους επισκόπους και τους Γεροντάδες, είναι απλοί οικονόμοι των Αγίων μυστηρίων της Θείας Χάριτος. Είναι διαχειρισταί και οικονόμοι αυτών των μυστηρίων. Γι’αυτό και ρωτά ο Απόστολος Παύλος: «Μεμέρισται ο Χριστός;», «Όχι», «Κακώς λοιπόν λέγετε ότι εγώ είμι του Παύλου, εγώ δε Απολλώ, εγώ δε Κηφά, εγώ δε Τιμοθέου, εγώ δε Χριστού..». Είναι σα να λέμε σήμερα:
-«εγώ ξέρετε είμαι του Γέροντος Εφραίμ»
και λέει ο άλλος
-«εγώ είμαι του πατρός Πορφυρίου»
και λέει ο τρίτος
-«εγώ είμαι του πατρός Ιακώβου»,
λέει ο τέταρτος
-«εγώ είμαι του πατρός Αμφιλοχίου»,
ο πέμπτος θα πει ότι είναι του πατρός Πέτρου και ούτω καθεξής και δεν τελειώνουμε ποτέ. Λέμε όμως και κάτι άλλα...
-«έλα ντε που ο δικός μου ο πνευματικός είναι και προορατικός!»,
λέει ο άλλος...
-«ναι, βεβαίως, αλλά ο δικός μου όμως έχει 10 μοναστήρια, χτίζει άλλα 2 και είναι και προφήτης».
-«Έχετε δίκιο», επεμβαίνει κάποιος τρίτος, και λέει «ναι, αλλά ο δικός μας όμως έχει 10.000 πνευματικοπαίδια, εξομολογεί κάθε μέρα 12 ώρες, κάνει κηρύγματα, αγρυπνίες, χτίζει ναούς...κάνει και θαύματα».
Ο άλλος λέει..
-«τι είναι αυτά..., ο δικός μας βγάζει δαιμόνια»...
Και δεν τελειώνουν, και δεν τελειώνουμε γιατί.........
τώρα να ρωτήσω εγώ, ο τρισάθλιος και ταλαίπωρος παπά-Στέφανος «εμείς οι ιερείς και επίσκοποι και Γεροντάδες σταυρωθήκαμε για σας ή ο Χριστός;».

Ποιό είναι το κέρδος μας αν λέμε ότι είμεθα παιδιά του Αβραάμ και δεν τηρούμε τις ευαγγελικές εντολές, δε συμμετέχουμε στα μυστήρια όπως πρέπει, δεν είμαστε σωστοί και θεοφόροι χριστιανοί...τι το όφελος δηλαδή που λέμε ότι είμαστε του τάδε και εξομολογούμεθα στον τάδε… άμα δεν κάνεις και τίποτα..μεγαλώνει και πιο πολύ η ευθύνη σου! Κανένα όφελος λοιπόν δεν έχουμε αν δεν είμεθα πρώτα παιδιά του Θεού και ύστερα παιδιά του πατρός Βαρσανοφίου ή του πατρός Ονησιφόρου. Ο Χριστός σταυρώθηκε για τη σωτηρία μας και για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και Αυτός θα μας κρίνει κατά τα έργα μας και κατά την ΟΛΗ διαγωγή μας σε ολόκληρη τη ζωή μας. Θα κρίνει και σκέψεις και διαθέσεις και επιθυμίες και κινήσεις...και τι δεν θα κρίνει. Και δεν θα μας κρίνουν οι Άγιοι ούτε οι Γεροντάδες, ούτε οι πνευματικοί. Ο Χριστός θα μας κρίνει.

Η διαφωνία όμως τότε και η διαίρεσις των χριστιανών δε δημιουργήθηκε για ζώντες κεχαριτωμένους επισκόπους, ιερείς, πνευματικούς και τα λοιπά, αλλά για ήδη αναγνωρισμένους Αγίους, Ιεράρχες και μεγάλους πατέρες της Εκκλησίας μας. Τέλος σ’αυτή τη διαμάχη και την έριδα έδωσε ο μητροπολίτης Ευχαΐτων, ο Ιωάννης ο Μαυρόπους. Αυτός είδε, αδελφοί μου, τους 3 Ιεράρχας σε όραμα, μαζί και τους τρεις, μπροστά στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, οι οποίοι και οι 3 μαζί με μια φωνή και με ένα στόμα, του είπαν τα εξής (και τα οποία βέβαια διασώζονται μέχρι σήμερα)...τι είπαν οι Ιεράρχες..ακούστε:
«Εμείς όπως βλέπεις είμεθα ένα και το αυτό μπροστά στο Θεό και εις το υπερουράνιο θυσιαστήριό Του. Εδώ τίποτα δε μας χωρίζει και ούτε ο ένας είναι μεγαλύτερος από τον άλλο. Απολαμβάνουμε την ίδια δόξα και την ίδια τιμή από τον Πανάγιον Τριαδικόν Θεόν. Στη γη όμως σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και σε κάποιες ιδιαίτερες περιστάσεις της ζωής μας, μας φώτισε και τους τρεις το Άγιον Πνεύμα, το ίδιο Άγιον Πνεύμα, και γράψαμε συγγράμματα. Ο καθένας όμως έγραψε τα συγγράμματά του με ιδιαίτερο τρόπο και ανάλογα με την προσωπικότητα και το χαρακτήρα που είχε. Συγγράμματα και διδασκαλίες που βοηθούν όλους τους χριστιανούς αλλά και τους ειδωλολάτρες να βρουν τον δρόμον της σωτηρίας. Οι βαθιές Θείες αλήθειες της πίστεώς μας για την Θεότητα και Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, για την Θεότητα του Αγίου Πνεύματος, για την οποίαν μίλησε και στερέωσε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και για την Τριαδικότητα του Ενός Θεού σε τρία πρόσωπα-υποστάσεις: τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, μας έγιναν γνωστές υπερφυώς...-υπερφυσικά δηλαδή- από τη Θεία αποκάλυψη και από την πανσοφία του Αγίου Θεού. Αυτές τις αλήθειες τις κηρύξαμε, τις διδάξαμε και τις γράψαμε ο καθένας μας με διαφορετικό τρόπο στα συγγράμματά μας. Ανάμεσά μας δεν υπάρχει πρώτος και δεύτερος. Όπου πορεύεται ο ένας, συμπορεύονται και οι δύο άλλοι μαζί. Γι’αυτό, δώστε εντολή στους φιλονικούντες και διαφωνούντες, να σταματήσουν τις έριδες και να πάψουν να διαιρούνται μεταξύ τους. Όρισε μια ημέρα που από κοινού να γιορτάζεται η μνήμη μας, συντάσσοντας ειδική ιερή ακολουθία και ενεργώντας τα πρέποντα για την εισαγωγή αυτής της γιορτής στην Εκκλησία. Ακόμα είναι χρέος σου να παραδώσεις στις μελλοντικές γενιές ότι εμείς οι τρεις, όπως και όλοι οι Άγιοι και οι θριαμβευτές στη Βασιλεία των Ουρανών, είμαστε ένα για τον Θεόν. Και όσοι θα τιμούν τη μνήμη μας, θα συμπράττουμε κι εμείς για τη σωτηρία τους, γιατί έχουμε κι εμείς παρρησία ενώπιον του Αγίου Τριαδικού Θεού».

Αυτά είπαν οι 3 Ιεράρχες με ένα στόμα και με μια φωνή σε θεϊκό αποκαλυπτικό όραμα στον επίσκοπο Ευχαΐτων Ιωάννην το 1081μ.Χ. Αυτός λοιπον, κατόπιν, ανέλαβε να συμφιλιώσει τις διάφορες διηρεμένες ομάδες χριστιανών, συνέστησε τη γιορτή να εορτάζεται και να τιμάται στις 30 Ιανουαρίου και συνέγραψε κοινή ακολουθία αντάξια των τριών μεγάλων αυτών Πατέρων της εκκλησίας μας, όπως την ακούσατε εις τον όρθρον και εις τους αίνους. Η γιορτή των τριών Ιεραρχών, αποτελεί για την εκκλησία μας, για την ορθόδοξη πίστη μας, το ορατό σημείο της ενότητος των μεγάλων διδασκάλων και πατέρων που πρώτα εβίωσαν το Ευαγγέλιο με τη ζωή τους, και καθαριζόμενοι από τα πάθη, εφωτίσθη ο νους και ελαμπρύνθη το κατ’εικόνα. Έτσι, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, αγίασαν, ετελειώθησαν, εθεώθησαν. Θεωμένοι πλέον, χαριτωμένοι και ευλογημένοι, δίδαξαν με το αγιασμένο παράδειγμά τους, με την αγιασμένη τους ζωή, ολόκληρο το Ευαγγέλιο. Το επαναλαμβάνω. Είναι θέσεις και απόψεις άλλων μετέπειτα μεγάλων πατέρων της εκκλησίας ότι εφήρμοσαν ΟΛΟΚΛΗΡΟ το Ευαγγέλιο με τη ζωή τους οι τρείς Ιεράρχες, όχι το μισό.Ολόκληρο! Στις αρχές του 14ου αιώνος ανηγέρθει ο πρώτος ναός των τριών Ιεραρχών κοντά στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλως παραπλεύρεως της Ιεράς Μονής της Παναχράντου.

Αλήθεια χριστιανοί μου, είπαμε όσα είπαμε για το πώς καθιερώθει η εορτή, για το αποκαλυπτικό όραμα, αλλά τι μας διδάσκουν όμως οι τρείς Ιεράρχες που γιορτάζουμε σήμερα; και τους οποίους η εκκλησία μας καθιέρωσε ως προστάτες των γραμμάτων, των σχολείων, των καθηγητών, των μαθητών και τα λοιπά; Μας διδάσκουν και μας συμβουλεύουν να αποτινάξουμε από μέσα μας κατά πρώτον λόγον τον ύπνο της ραθυμίας και να μην είμεθα διηρεμένοι πότε στον έναν και πότε στον άλλο. Γιατί εμείς είμαστε άνθρωποι. Αλλά να είμεθα ενωμένοι στο ένα σώμα του Ιησού Χριστού που είναι κεφαλή της εκκλησίας. Μας συμβουλεύουν ακόμα να ζηλεύουμε τους πνευματικούς αγώνες όλων των Αγίων και Μαρτύρων και Νεομαρτύρων και Οσιομαρτύρων και Παρθενομαρτύρων, αντρών και γυναικών και οσίων και Ιεραρχών και μεγάλων και αναχωρητών και ερημιτών και δικαίων και προφητών.
Να μιμηθούμε τη συνεχή τους καθημερινή ασκητική προσπάθεια.
Αμήν.

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2005

Η επίκλησις του ονόματος του Ι.Χριστού στην αποτύφλωσι και το φως του Θεού



190-δ
Κυριακή ΙΔ Λουκά 23.1.2005

«Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», φώναξε ο τυφλός της Ιεριχούς.
Ο κόσμος που συνόδευε και ακολουθούσε τον Χριστόν, του είπαν να σωπάσει, να μη φωνάζει. Αλλά αυτός εκραύγαζε ακόμα πιο πολύ και ακόμα πιο δυνατά «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Και ο φιλάνθρωπος Κύριος που αγαπά και αρέσκεται πολύ στο να ακούει το όνομά Του, και μάλιστα όταν Τον επικαλούνται με όλη τους, με όλη τους την καρδιά, στάθηκε και είπε να φέρουν μπροστά Του αυτόν που τον φώναζε ως «Υιόν Δαβίδ».
Όταν πλησίασε τον ρώτησε, «Τι θέλεις να σου κάμω;»
Η απάντησις του τυφλού: «Κύριε ίνα αναβλέψω».
Και ο Θεάνθρωπος Κύριος με ένα Του λόγο, λέγοντάς του δηλαδή «Ανάβλεψον», έκαμε το θαύμα. Έδωσε στον τυφλό το φως του, και πρόσθεσε «Η πίστις σου σέσωκέ σε».
Και ο τυφλός που είδε παραχρήμα, δηλαδή αμέσως, δόξασε τον Θεόν και ακολούθησε μαζί με το πλήθος του λαού τον Χριστό.
Αυτήν την σωτήρια κραυγή, την συναντάμε πολλές φορές στην Αγία Γραφή. Τη φώναξε μάλιστα και μια ειδωλολάτρισσα, η Χαναναία, και πρόσθεσε στο «ελέησόν με» ότι «η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». «Εμένα να ελεήσεις Ιησού, Υιέ Δαβίδ, εμένα, γιατί το παιδί μου είναι δαιμονισμένο. Εγώ είμαι η αιτία για το μεγάλο κακό που συνέβη στο παιδί μου. Εγώ φταίω για το δαιμόνιο που μπήκε μέσα του και δαιμονίστηκε. Αν ελεήσεις εμένα, θα ελεηθεί και το παιδί μου. Εάν με λυπηθείς και θεραπεύσεις τον πόνο μου, θα θεραπευθεί και το παιδί μου». Μας λένε και μας συστήνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ότι θα πρέπει πολύ να μας προβληματίσουν τα λόγια αυτά της Χαναναίας, της ειδωλολάτρισσας αυτής μάνας, της οποίας η πίστις ήτο πολύ μεγάλη.
Και ερωτώ: Μήπως από τα πολλά κακά που συμβαίνουν στα παιδιά μας, όπως αναποδιές, κακοτυχίες, δυστυχήματα, δαιμονοκρατίες και χίλιες δυο άλλες γρουσουζιές, μήπως αυτές και όλα αυτά οφείλονται στις δικές μας αμαρτίες; Μήπως οφείλονται στις αμαρτίες των γονέων, οι οποίοι ξεστομίζουν κάθε μέρα κατάρες, διαβολοστέλνουν, αναθεματίζουν, ή βρίζουν τα θεία καθημερινώς, - χώρια οι εκτρώσεις που γίνονται η μία πίσω από την άλλη.
Εμείς φταίμε για όλα. Εμείς αμαρτάνομε χωρίς ντροπή. Εμείς είμεθα μακριά από τον Θεόν, την Εκκλησία Του και τα Άγια σωστικά μυστήριά Της. Εμείς δεν προσευχόμεθα όπως πρέπει. Και αν καμιά φορά κάνομε καμιά προσευχή, την κάνομε χωρίς καρδιά και χωρίς αγάπη.
«Ιησού Υιέ Δαβίδ» φώναξε ο τυφλός και μόλις άνοιξαν τα μάτια του, ποιόν είδε μπροστά του; Τον Χριστόν είδε! Το φώς είδε! Την αλήθεια είδε! Τον Θεόν είδε! Είδε τον Σωτήρα του, που είναι το φώς το αληθινόν, το φως του κόσμου. Άρα βγαίνει το συμπέρασμα ότι πρέπει και μείς να φωνάζουμε και να επικαλούμεθα το Πανάγιον όνομά Του, πολύ συχνά, γιατί και μείς είμεθα ψυχικά τυφλοί από τις πολλές μας καθημερινές αμαρτίες. Ας το φωνάζουμε λοιπόν, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», για να μας ελεήσει. Ας το φωνάζουμε για να μας αποτυφλώσει από την τύφλα της ψυχής μας. Ας Τον φωνάζουμε για να σκορπίσει και να διαλύσει τα σκοτάδια από τον σκοτισμένο μας νου. Ας Τον φωνάζουμε για να μας ελευθερώσει από την τυραννία των παθών μας αδελφοί μου.
Και όταν ανοίξουν τα μάτια της ψυχής μας, τότε θα δούμε και μείς, το φως το αληθινόν. Και τότε θα δοξολογήσουμε και μαζί με την Εκκλησία θα βροντοφωνήσουμε βεβαιωτικά και θριαμβευτικά : «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον».
Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε και την διαβεβαίωση του Ευαγγελικού λόγου, ότι «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ή μη εν Πνεύματι Αγίω». Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός μας φωτίζει και μας σπρώχνει για να λέμε αυτό το αίτημα με την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Και ανάλογα με την προαίρεση που έχουμε, ανάλογα με την διάθεση που έχουμε, τη μικρή ή τη μεγάλη, λέμε ή δε λέμε προσευχή, κάνουμε ή δεν κάνουμε προσευχή. Άμα υποκύψουμε σε ένα πάθος με πλήρη την πνευματικήν μας συγκατάθεση, με ολοκληρωμένη την συγκατάθεση την ψυχοσωματική μας, τότε δεν μπορούμε να κάνουμε προσευχή. Δεν βγαίνει η προσευχή από μέσα μας, διότι το πάθος σκοτίζει το νου, και εμποδίζει να βγάλει την προσευχή της καρδιάς.
Βγαίνει η προσευχή, αλλά την λένε μόνον τα χείλη μας, είναι ξερή και άγονη. Είναι άκαρπη σαν την άκαρπη συκιά του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό και ζητάμε πρώτα απ’ όλα, να αποκτήσομε τη συναίσθηση της αμαρτωλότητός μας και το βάρος των πτώσεών μας στην αδικία, στην κακία, στην πονηρία, στην κατάκριση, στην ατιμία, στο ψέμα και σε πλήθος άλλων αμαρτημάτων και κακιών. Η συναίσθησις αυτή θα φέρει την αληθινή μετάνοια αφού με την αμαρτία λυπήσαμε το Πνεύμα το Άγιο.
Στην αληθινή μετάνοια ενεργοποιείται η πίστις προς την παντοδυναμία και την αγαθότητα του Αγίου Θεού, και τότε η ψυχή μας ψάχνει να βρει τον Σωτήρα της Ιησού Χριστό, για να Τον φωνάξει παρακλητικά «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Και όχι μόνον μια φορά, πολλές φορές, αμέτρητες, με δυνατή την πίστη, με συντριβή, και δάκρυα βγαλμένα απ’ την καρδιά.
Επειδή όμως χριστιανοί μου είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί, και πρώτος εγώ, και μάλιστα περισσότερο απ’ όλους σας είμαι αμαρτωλός, έρχεται ο διάβολος, ο αιώνιος αυτός εχθρός της ψυχής μας και μας πολεμάει με τους λογισμούς, στο να μη φωνάζουμε το όνομα του Ιησού Χριστού, στο να μη λέμε την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», για να προκαλέσει απόγνωση και απελπισία.
Τι μας ψιθυρίζει; - θα σας πω. Μας λέγει λοιπόν μέσα στο νου: «Γιατί λες την ευχή αφού δε βλέπεις από πουθενά ωφέλεια; Γιατί κοπιάζεις τόσο άδικα; Μάταια κουράζεσαι καυμένε! Γεύθηκες; Έχεις γεύσεις πνευματικές; Δεν έχεις! Θεϊκή ευωδία στην όσφρησή σου; Δεν έχεις! Όραση Θεού; Δεν έχεις! Καρπούς στα παιδιά σου και στην οικογένειά σου; Δε βλέπεις! Χαμένος λοιπόν κόπος και καιρός. Άλλωστε αυτός ο τρόπος δεν είναι για σένα που ζεις στο κόσμο και έχεις τόσες μέριμνες τόσες σκοτούρες! Μάταια λοιπόν κοπιάζεις!» Αυτά και άλλα παρόμοια μας ψιθυρίζει ο διάβολος, σπέρνοντας μέσα στην ψυχή μας τα ζιζάνια της αμφιβολίας.
Μόνον η δική μας εμμονή στα πάθη εμποδίζει την προσευχή! Παρά ταύτα όμως, παρόλο που εμείς επιμένουμε στα πάθη και στην αμαρτία, ο Θεός και βλέπει και ακούει. Και επειδή «δεν θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν», θα του δώσει του χριστιανού πολλές πολλές ευκαιρίες για να σωθεί. Μόνον να μην πάψει ως ο τυφλός της Ιεριχούς, να φωνάζει και να επικαλείται το όνομά Του. «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», ή καλύτερα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». «Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς», φώναξαν οι απόστολοι όταν είδαν τον κίνδυνον από το ύψος των κυμάτων της τρικυμισμένης εκείνης λίμνης και εγείροντας τον Κύριο εσώθησαν. Γιατί ο Κύριος εγειρόμενος είπε προς την θάλασσα και τα αγριεμένα κύματα «Σιώπα, πεφίμωσον» και εγένετο γαλήνη μεγάλη.
«Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» φώναξε παρακλητικά ο Τελώνης, κτυπώντας το στήθος του με τα χέρια του για να βρεθεί ευθύς αμέσως δικαιωμένος στη Βασιλεία του Θεού.
«Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», φώναξε με πίστη και μετάνοια, και ο ληστής πάνω στο σταυρό, για να μπει πρώτος στον Παράδεισο. Ποιος; Ένας ληστής, ένας φονιάς, ένας κακούργος, ένας μεγάλος μεγάλος αμαρτωλός.
Είπαμε αδελφοί μου ότι ο τυφλός της Ιεριχούς, μόλις άνοιξαν τα μάτια του το πρώτο πράγμα που αντίκρισε μπροστά του ήταν το θεϊκό πρόσωπο του Κυρίου. Είδε το Σωτήρα του, είδε το Φώς του κόσμου. Το ίδιο συμβαίνει και στα δικά μας μάτια, στα μάτια της ψυχής μας που είναι τυφλά απ’ την αμαρτία. Όταν αυτά ανοίγουν από τη Θεία Χάρη, αποτυφλώνεται ο άνθρωπος στη σωματική του όραση, χωρίς όμως αυτή να τη χάσει, και βλέπει. Τι βλέπει; Δεν ξέρετε. Βλέπει όμως και ορά την παρουσίαν του Αγίου Θεού, που είναι Φώς, Φώς και μόνον Φώς. Φώς ο Θεός, Φώς ο Πατήρ, Φώς ο Υιός, Φως το Πανάγιον Πνεύμα, όλος ο Θεός Φώς. Φώς. Πλημμύρα Θεού Φωτός, μέσα και έξω απ’ τον άνθρωπο. Όλος ο προσευχόμενος χριστιανός γίνεται ένα με το φως, μέσα από το φως βλέπει το Φως του Θεού. Μέσα απ’ αυτό το Θείον Φώς βλέπει ακτίστως το έκτακτο κάλλος, την απροσπέλαστη δηλαδή ομορφιά του Θείου Προσώπου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, «ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς».
Και η ομορφιά αυτή όπως το τονίζει ο δικός μου ο γέροντας, δεν συγκρίνεται λέγει βεβαιωτικά ούτε με μύριους Παραδείσους, από το αμήχανον αυτό κάλλος και από την Θεϊκή άπειρη δόξα του θείου προσώπου του Ιησού Χριστού τρέφονται άγγελοι και αρχάγγελοι, Χερουβείμ και Σεραφείμ και όλες οι υπερουράνιες αόρατες Ασώματες Δυνάμεις. Τρέφονται ακόμα και όλοι οι Άγιοι που θριαμβεύουν σήμερα στην Βασιλεία των Ουρανών. Τρέφονται ακόμα και όσες ψυχές έχουν φύγει ορθοδόξως και προγεύονται τη Βασιλεία του Αγίου Θεού. Απ’ αυτήν θα τρέφονται ακορέστως στους αιώνας των αιώνων και όσοι από μας αξιωθούν και σωθούν.
Η ευχή μου είναι να σωθείτε όλοι σας, μηδενός εξαιρουμένου, άνδρες και γυναίκες, νέοι γέροι και παιδιά, όλοι σας εύχομαι να σωθείτε εν μετανοία. Το επαναλαμβάνω. Όλοι σας εύχομαι να σωθείτε εν μετανοία. Να εύχεστε όμως και σεις όλοι, και να προσεύχεστε γι’ αυτό, για να σωθούμε και ημείς οι λειτουργοί του Υψίστου, οι ποιμένες των λογικών προβάτων, που σήμερα όλως αναξίως καταξιωθήκαμε να παρασταθούμε μπροστά στο επίγειο θυσιαστήριο του Αγίου Θεού, ο πατήρ Καλλίνικος, ο πατήρ Παναγιώτης και εγώ ο ανάξιος.
Σας παρακαλώ πολύ να προσεύχεστε για να σωθούμε και μείς μαζί σας,

Αμήν

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2005

Το μέγιστο κακό της αχαριστίας.



190-γ
Κυριακή ΙΒ Λουκά 16.1.2005

«Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα που»;
Χριστιανοί μου το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα το ακούσατε.
Εύκολη η παραβολή στην κατανόησή της. Για όσους δεν την πρόλαβαν στην ανάγνωσή της, μας λέγει ότι ο Κύριος θαυματουργικά εκαθάρισε δέκα λεπρούς. Από τους δέκα μόνον ένας εγύρισε για να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του. Να πει δηλαδή ένα ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ Κύριε που με έκανες καλά. Και αυτό βέβαια του είπε με όλη του την καρδιά, έβγαλε δηλαδή δυνατή κραυγή από μέσα του, και αυτός ήταν Σαμαρείτης. Ο δε Κύριος βλέποντας την αχαριστία των άλλων εννέα λέγει με παράπονο: «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα που; Οι άλλοι εννέα που είναι; Που είναι οι άλλοι εννέα;» Ο Θεός τους ευεργέτησε και αυτοί εξαφανίσθησαν! Η αχαριστία λοιπόν σε όλο της το μεγαλείο.
Ο Κύριος όμως σε αυτό το παράπονο χριστιανοί μου, το απευθύνει και σε όλους εμάς, τους νεοέλληνες Ορθοδόξους χριστιανούς. Όχι βέβαια σε όλους, αλλά στους περισσοτέρους τουλάχιστον από μας. Διότι και μείς στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας, όταν μας βασανίζουν οι πειρασμοί, οι μεγάλες ελλείψεις, οι βαριές αρρώστιες και μας καταταλαιπωρούν, δεκάδες προβλήματα, οικογενειακά, και δράματα πολλές φορές, και οικονομικά και ηθικά, και ναυάγια μέσα στο σπίτι και στα ανδρόγυνα και χίλια δυο άλλα βάσανα, αμέσως τρέχουμε στις εκκλησίες και προσευχόμεθα τότε, με όλη μας την καρδιά, και κάνομε τάματα και ανάβομε λαμπάδες και καντήλια και θυμιατά, και ζητούμε την βοήθειαν των ιερέων, τους παρακαλούμε να διαβάσουν τα ονόματα των εχόντων την ανάγκην, να κάνομε παρακλήσεις αγιασμούς και ευχέλαια, και όλα αυτά για να ελκύσουν το έλεος του Θεού και λυθεί ο πειρασμός. Και μόλις ο Θεός δώσει λύση στο πρόβλημά μας, και κάμει το θαύμα του μέσα στη μεγάλη ανακούφιση που αισθανόμαστε παθαίνομε αμνησία. Ξεχνάμε τον Θεό και τους Αγίους και τις μεγάλες υποσχέσεις που δώσαμε.
Κακά τα ψέματα, φαίνεται πως άλλος πολύ και άλλος λιγότερο είμεθα αχάριστοι, και πρώτος βέβαια εγώ. Η αχαριστία αδελφοί μου είναι μια από τις πιο φοβερές αρρώστιες στον άνθρωπο, είναι η λέπρα της ψυχής. Σε παγκόσμια κλίμακα ο κόσμος δεν υποφέρει τόσο πολύ από τις διάφορες μορφές του καρκίνου, που προκαλεί βέβαια η διάχυτος ραδιενέργεια, μολύνοντας την ατμόσφαιρα και το περιβάλλον της γης, της θαλάσσης και των ποταμών, με τις ανεπανόρθωτες ζημιές που γίνονται στη γη και στη σπορά και σ’ όλα τα τρόφιμα που παράγονται, όσο υποφέρει από τη λέπρα της ψυχής που λέγεται αχαριστία. Αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αχαριστία. Αχαριστία! Αχαριστία! – να το πω τρείς φορές. Αχαριστία σχεδόν από όλους μας προς τον Θεόν, τον φιλόστοργο Πατέρα, τον Δημιουργόν μας και τον Πλάστη μας. Αχαριστία προς τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό που πέθανε πάνω στο Σταυρό, για να μας σώσει από τον αιώνιο θάνατο της Κολάσεως, από το διάβολο και την αμαρτία. Αχαριστία ακόμα και προς την Παναγία μας, την οποίαν την ξεχνάμε, όταν εκείνη ικανοποιεί τα αιτήματά μας. Αχαριστία και προς τους Αγίους και προς τους αγγέλους. Και γιατί σ’ αυτούς; Γιατί μας προστατεύουν από τόσους και τόσους κινδύνους της κάθε ημέρας, και όμως δεν είμεθα ευγνώμονες στην προσευχή μας όταν την κάνομε κάθε βράδυ.
Είμεθα όμως αχάριστοι και προς τους ανθρώπους, τους συνανθρώπους μας, που μας ευεργετούν με πολλούς τρόπους στις διάφορες ανάγκες μας. Μόλις πετύχουμε αυτό που θέλουμε αμέσως τους ξεχνάμε, τους αποφεύγουμε, άμα τους δούμε στο δρόμο αλλάζουμε δρόμο εμείς, για να μη βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο και κάνουμε πως δεν τους γνωρίζουμε.
Χάσαμε την πίστη μας γι’ αυτό και ξεπέσαμε σε μύρια κακά μεταξύ των οποίων την πρώτη θέση κατέχει η αχαριστία. Έτσι είμεθα διαρκώς ανικανοποίητοι και τίποτα δεν μας ευχαριστεί. Είμεθα αχάριστοι και εγωισταί, αχάριστοι και σκληρόκαρδοι, γι’ αυτό τι λέμε; - «Φταίνε πάντοτε οι άλλοι. Οι άλλοι πάντοτε κάνουν τα λάθη και όχι εμείς, οι άλλοι μας αδικούν, οι άλλοι μας κατατρέχουν, οι άλλοι μας καταπιέζουν και οι άλλοι μόνον θέλουν το κακό μας. Μόνον οι άλλοι έχουν υποχρεώσεις απέναντί μας και όχι εμείς απέναντι αυτών. Πάντοτε οι άλλοι δε μας καταλαβαίνουν, και πάντοτε οι άλλοι δεν αναγνωρίζουν τις θυσίες μας». Μερικές φορές είναι αλήθεια ότι δεν τις αναγνωρίζουν και τα παιδιά μας. Αλλά εκείνο που είναι κακό είναι ότι συνεχώς γκρινιάζουμε, συνεχώς παραπονούμεθα, συνεχώς μεμψιμοιρούμε και συνεχώς κατακρίνουμε. Και το βαρύτερο! Γογγύζουμε κατά του Θεού και κατά των ανθρώπων.
Παγκόσμιο λοιπόν αυτό το φαινόμενο της ψυχικής λέπρας που λέγεται αχαριστία, με όλα τα κακά εκ γονάτοις που αναφέραμε. Αδειάζουν οι καρδιές των ανθρώπων από την αχαριστία και τα πάθη. Στεγνές και άδειες οι καρδιές μας από αγάπη, -δεν έχουμε αγάπη, μη λέμε ότι έχουμε αγάπη, δεν έχουμε,- ούτε ευγνωμοσύνη, ούτε καλοσύνη, ούτε συγγνώμη – δε λέμε συγγνώμη καμιά φορά. Λέμε «συγγνώμη, συγχώρεσέ με», λέμε στον άνδρα μας, στη γυναίκα μας, στα παιδιά μας, στους γονείς μας, στον συνάνθρωπό μας, στον συνάδελφό μας, στον υπάλληλό μας, λέμε «συγγνώμη»; Ούτε υπομονή έχουμε, ούτε αληθινή μετάνοια, και προπαντός δεν έχουμε και φιλότιμο.
Η Αγία Γραφή χριστιανοί μου μας λέγει το εξής αξιοπρόσεκτο: «Αχαρίστου γαρ ελπίς ως τέχνη χειμέριος», είναι αυτό από τη σοφία Σειράχ. Δηλαδή η ελπίδα του αχαρίστου ανθρώπου, μοιάζει με χειμερινή πάχνη, που λειώνει στις πρώτες αχτίνες του ηλίου. Έτσι και η αχαριστία, ναρκώνει και νεκρώνει την ψυχή, όπως η πάχνη νεκρώνει και την άψυχη κτίση. Και αυτό συμβαίνει από την υπερηφάνειά μας. Και επειδή έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, θεωρούμε, και τον Θεό υποχρεωμένο να μας εξυπηρετεί σε όλες τις ανάγκες μας, και μάλιστα στις ανάγκες των αδυναμιών μας. Μη μας φαίνεται παράξενο, κάνετε μια αυτοκριτική, -πρώτος εγώ- και θα δείτε ότι οι Πατέρες που μας τα λένε αυτά, που τα βγάλαν μέσα απ’ τα βιώματά τους, έχουν πολύ πολύ δίκιο.

Κάποτε ένας παπάς κάποιου χωριού, είδε ένα χωρικό, πού ’χε μια μπροστά στο σπίτι του, ένα τεράστιο κομμάτι γης, και το σκάλιζε.
«Καλημέρα μπάρμπα Γιώργο» του λέει, «Ωραία μέρα σήμερα για το τσάπισμα που κάνεις».
«Ναι, ναι» μουρμούρισε κείνος δίχως να σηκώσει το κεφάλι και να ανταποδώσει την «Καλημέρα» του ιερέως, «ναι ωραία μέρα αλλά άσχημη για τις πατάτες, διότι η πατάτα θέλει δροσιά».
Μετά τρείς ημέρες ξαναπερνά ο παππούλης απ’ το ίδιο μέρος, συναντά πάλι τον μπάρμπα-Γιώργο, πάλι εκεί κάτι να φτιάχνει στη γη του. «Α, να» του λέει «που σήμερα ο καιρός είναι δροσερός και κατάλληλος για τις πατάτες. Ε, μπάρμπα-Γιώργο, τι λές;»
«Ναι αλλά είναι άσχημος όμως για το σιτάρι» απάντησε θυμωμένα ο μπάρμπα-Γιώργης.
Δεν περνάνε λίγες μέρες, και να λοιπόν που άρχισε η βροχούλα.
«Να» λέει «που έβρεξε τώρα και για το σιταράκι σου» λέει «να ανθίσει, να μεγαλώσει».
«Ναι,ναι,ναι, αλλά μου καταστρέφει το βαμβάκι».
Ε, τι να πεις τώρα για αυτόν τον άνθρωπο!
Έτσι είμαστε όλοι μας! Έτσι είμαστε όλοι μας!....

«Όποιος» λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «δεν ευχαριστεί το Θεό στα λίγα και στα μικρά, αυτός είναι αχάριστος και στα πολλά και στα μεγάλα. Και η αχαριστία τον κάμει και ψεύτη, και άδικο, και σκληρό και πονηρό.
«Το κλειδί του Παραδείσου το κρατάς με σιγουριά στα χέρια σου», λέγει ένας άγιος, «εφόσον να εξακολουθείς να επιμένεις να κάμεις τις καλοσύνες σου, και να ευεργετείς αυτόν που διαρκώς είναι αχάριστος απέναντί σου».
Δύσκολα τα πράγματα, αλλά αληθινά. Μόνο με τη βοήθεια και τη χάρη του Θεού, μπορεί ο χριστιανός, να συμπληρώσει αγάπη στην ευεργεσία που έκαμε, όταν συγχωρεί την αχαριστία του ευεργετηθέντος.
«Άνευ εμού δύνασθε ποιείν ουδέν». Θα ζητούμε τη βοήθεια του Θεού και στις περιπτώσεις αυτές, και ο Θεός θα μας βοηθεί για να μπολιάσει και να μεταβάλλει την αχαριστία σε ευγνωμοσύνη, αλλά και τη δική μας την καρδιά να γίνει ακόμα πιο μεγάλη, για να μπορεί να συγχωρεί τους αγνώμονες.
Εμείς όλοι μας, βρισκόμαστε μέσα σ’ αυτό τον Ιερό Ναό, και προσευχηθήκαμε, για να κοινωνήσουμε και να πάρουμε των Αχράντων Μυστηρίων, Σώμα και Αίμα Χριστού, να λατρεύσομε τον Θεόν, να εκφράσομε την αγάπη μας και την ευγνωμοσύνη μας. Παρά ταύτα όμως είμαστε αμαρτωλοί, και πρώτος είμαι εγώ. Αμέτρητες φορές, άπειρες φορές αμάρτησα ενώπιόν Του. Αυτός όμως δεν με απαρνήθηκε ο Κύριος, μου χάρισε οικογένεια και παιδιά, και παιδιά των παιδιών μου. Καταδέχτηκε ακόμα να με κάμει και οικονόμον των μυστηρίων του. «Ουχί υμείς με εξελέξασθε, αλλά εγώ εξελεξάμην υμάς». «Δεν με εξέλεξες εσύ, εγώ σε εξέλεξα», με βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος. Και κάθε φορά που αμαρτάνω και δείχνω με την αμαρτία μου, αχάριστος απέναντί Του, εκείνος με ξεκουράζει με την Ιερά Εξομολόγηση, κάτω από το πετραχήλι του δικού μου πνευματικού και γέροντος. Εγώ αμαρτάνω και εκείνος με αγάπη και με στοργή πολλή που συγχωρεί τις πτώσεις και τις αμαρτίες. Και όχι μόνον αυτό αλλά και κάθε φορά που λειτουργώ, μου μεταγγίζει αιώνια ζωή γιατί με τρέφει με το Τίμιον Σώμα Του και το Πανάγιον Αίμα Του όπως έγινε μόλις προ ολίγου.
Πώς λοιπόν να μην αναφωνήσω
«Δόξα σοι ο Θεός,
Δόξα σοι ο Θεός,
Δόξα στη μακροθυμία σου Κύριε,
Δόξα στη φιλανθρωπία σου,
Θεέ και Σωτήρα μου,
Θεέ μου και Σωτήρα μου,
Σε ευχαριστώ,
Σε ευχαριστώ».
Ευχαριστώ και σας πουμε ανέχεσθε,

Αμήν.

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2005

Η πνευματική θεραπεία επιτυγχάνεται διά της καθάρσεως εκ των παθών



190-β
Κυριακή Μετά τα Φώτα 9.1.2005

«Εγένετο Ιωάννης ο Πρόδρομος εν ερήμω».
«Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα».
«Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η Βασιλεία των Ουρανών».
Τα τρία αυτά Ευαγγελικά χωρία και αποσπάσματα χριστιανοί μου, έχουν άμεση σχέση μεταξύ τους. Διότι όχι μόνον συνδέονται το ένα με το άλλο αλλά και αλληλοπεριχωρούνται.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος εκήρυξε βάπτισμα μετανοίας. Και τα δύο όμως, και το βάπτισμα και η μετάνοια είχαν εισαγωγικό χαρακτήρα, και όχι μυσταγωγικό, ή λατρευτικό ή ευχαριστηριακό ή καλύτερα να πούμε μυστηριακό, όπως το κήρυξε ο Θεός και το σφράγισε με τη Θυσία Του πάνω στον Τίμιο Σταυρό.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής δεν εγένετο μόνον Πρόδρομος στην έλευση του Χριστού, αλλά και Πρόδρομος της αγιασμένης ερημικής ζωής εν Χριστώ Ιησού.
Και την αρχή μετά τον Τίμιο Πρόδρομο την κάμει ο ίδιος ο Κύριος, με το να παραμείνει στο Σαραντάρειον όρος για σαράντα μέρες και νύχτες, με απόλυτη νηστεία χωρίς ψωμί και χωρίς σταγόνα νερό. Και από δω αρχίζει τρόπον τινά ο ασκητικός χαρακτήρας της Εκκλησίας του Χριστού, της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Και ασκητικός χαρακτήρας σημαίνει πνευματικό αγώνα με νηστεία, σωματική κατά δύναμη, διότι οι περισσότεροι από μας τουλάχιστον στις ημέρες μας έχουμε πολλών ειδών ασθένειες. Με αγρυπνία, στις αισθήσεις, αυτό μπορούμε να το κάνουμε, με εγκράτεια στις επιθυμίες, και αυτό είναι δυνατόν, με συνεχή προσευχή, ώσπου αυτή να καταστεί αυθόρμητη νοερά ενέργεια, και αυτό είναι δυνατόν, με προσοχή στους λογισμούς και στις σκέψεις, και αυτό με τη χάρη του Θεού είναι δυνατόν, με την ακριβή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, με την αντίστοιχη καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών, και με την σωστή μας συμμετοχή στα Πανάγια σωστικά μυστήρια,
Πρώτον, στην μεν Θεία Ευχαριστία, μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, και
Δεύτερον στην Ιερά Εξομολόγηση με αληθινή μετάνοια, με συντριβή, με δάκρυα.
Αυτά συνιστούν τον ασκητικό χαρακτήρα της πίστεώς μας, που στην εφαρμογή τους, στην πιστή τους εφαρμογή, μας οδηγούν και ολοκληρώνουν, την κάθαρση από τα πάθη μας. Δηλαδή η κάθαρσις τελικά είναι ο κοινός σκοπός όλων μας, όλων των ανθρώπων, και ιδιαιτέρως των χριστιανών. Και για μας τους κληρικούς παντός βαθμού, επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους, και για τους μοναχούς, κοινοβιάτας, ησυχαστάς, ερημίτας και λοιπά, και για μας που ζούμε μέσα στον κόσμο, είτε έχουμε οικογένεια είτε όχι. Ανεξάρτητα από το ποια είναι η εργασία μας, από το ποια είναι η μόρφωσίς μας, και από το ποια είναι η κοινωνική μας θέσις. Ως Ορθόδοξοι χριστιανοί, ένας θα είναι ο στόχος μας, η κάθαρσις από τα πάθη μας. Και όταν αυτό επιτυγχάνεται με τη βοήθεια του Θεού, τότε άρχεται, -σιγά σιγά βέβαια αυτό-, και με τον καιρό και με τα χρόνια που περνάνε, ο θείος φωτισμός, για να καταλήξει ο αγωνιζόμενος πιστός χριστιανός που ζει στον κόσμο, μαζί με την οικογένειά του, με τις τόσες στεναχώριες και τους πειρασμούς και τα προβλήματα που έχει, στη θέωση.

Χριστιανοί μου,
Κάθαρσις από τα πάθη σημαίνει θεραπεία, γιατρειά, σημαίνει φωτισμός αλλά και αγιασμός και τελείωσις και θέωσις. Ο Θεός αγαπάει όχι μόνο τους Αγίους ή τους δικαίους, αλλά και όλους τους αμαρτωλούς, αγαπάει και τους κολασμένους, αγαπάει και αυτόν τον διάβολο, και θέλει να τους θεραπεύσει και να τους σώσει όλους. Αλλά οι περισσότεροι δεν θέλουν να θεραπευτούν, όπως δε θέλει και ο διάβολος. Αν ο διάβολος ήθελε θεραπεία, ήθελε σωτηρία, και έλεγε «ήμαρτον», από διάβολος θα εγίνετο άγγελος.
Ο Θεός μας αγαπάει όλους, και θέλοντας να μας σώσει ζητάει την ελεύθερη συγκατάθεσή μας. Μας σέβεται ο Θεός, μας τιμά και μας αγαπά, έστω και αν εμείς Τον βρίζουμε και Τον Σταυρώνουμε. Εκείνος όμως δεν μας εκβιάζει, απλώς μας προτρέπει, μας παρακαλεί και μας λέγει «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν», «όστις θέλει», όποιος θέλει. Ο Θεός δεν σώζει κανέναν με το ζόρι διότι δεν παραβιάζει επαναλαμβάνω το αυτεξούσιον, την θέλησή μας. Θεραπεύει και σώζει αυτούς που θέλουν να σωθούν, και που κάνουν τον πνευματικόν τους αγώνα, ακολουθώντας την αγωγή που δίδει η Εκκλησία.
Φυσιολογικά κάθε άνθρωπος που αρρωσταίνει, και έχει και τα λογικά του, έχει τα μυαλά του στη θέση του, ασφαλώς, μόνος του αναζητά τον καλύτερο γιατρό για να θεραπευθεί, να βρει την υγειά του, να σωθεί. Κατ’ αναλογίαν λοιπόν, το ίδιο πράγμα συμβαίνει και με τον κάθε αγωνιζόμενο χριστιανό. Χωρίς καταναγκασμούς, χωρίς καταπιέσεις, χωρίς βία και εντελώς ελεύθερα, πρέπει από μόνος του ο χριστιανός να προσέλθει στην εκκλησία και στα μυστήριά της και κει να βρει τον κατάλληλο φωτισμένο ιερέα και πνευματικό, και κάνοντάς του υπακοή στις οδηγίες της Ορθοδόξου Παραδόσεως, να βρει την θεραπεία του, την ψυχοσωματική του ισορροπία, να απαλλαγεί από τις ενοχές και τα βάρη των αμαρτιών του και να σωθεί.
Και όταν ο χριστιανός θεραπευτεί από τα πάθη του, γίνεται χρήσιμος και ωφέλιμος, πρώτα βέβαια για τον εαυτόν του, κατόπιν για την οικογένειάν του, και ύστερα σε κάθε χώρο ολοκλήρου της κοινωνίας.
Στις πρώτες χριστιανικές ομάδων ανθρώπων, ο κάθε χριστιανός ήτο μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, και όχι σαν τους σημερινούς, όπως είμεθα εμείς παπάδες και σεις χριστιανοί νερόβραστοι, όλοι μας είμαστε νερόβραστοι, έχουμε τα χάλια μας.
Καθαρισμένος λοιπόν ο τότε χριστιανός από τα πάθη και ιδιοτέλειες, εδέχετο πλήρη τον φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος, και επορεύετο ή μάλλον, εβίωνε εν θεοπτίαις τον Θεόν μέσα στην καρδιά του. Τι θα πει αυτό; Έβλεπε τον Θεόν μέσα του! Αυτό θα πει «βίωνε εν θεοπτίαις τον Θεόν». Έβλεπε τον Θεόν μέσα του. Έβλεπε το Πανάγιον Πνεύμα, και το έβλεπε δια των ακτίστων αυτού ενεργειών το οποίον Πανάγιον Πνεύμα μέσα του φώναζε, μέσα του έκραζε, μέσα του διαλαλούσε, μέσα του θριαμβολογούσε «Αββά ο Πατήρ». Γι’ αυτό με πολύ ευκολία ο τότε χριστιανός εγένετο ομολογητής και μάρτυρας.
Ως θεόπτης όμως εγίνετο και άξιος θεραπευτής στον πλησίον, χειραγωγός στην καταπολέμηση των παθών και στην κατάκτηση των αρετών. Εξασκούσε ιεραποστολή ο τότε χριστιανός. Ιεραποστολή σωτηρίας, χωρίς να είναι ο ειδικός, είτε ως απόστολος, είτε ως επίσκοπος, είτε ως πρεσβύτερος, είτε ως μοναχός, ήταν ένας απλός χριστιανός με το άλφα ή το βήτα επάγγελμα, και με το θεομένο παράδειγμά του εξασκούσε ιεραποστολή, και ψάρευε ψυχές ανθρώπων προς σωτηρίαν. Επομένως ήταν ωφέλιμος, όχι μόνο για την οικογένειά του αλλά και για ολόκληρη την τοπική κοινωνία που ζούσε.
Ιδού λοιπόν χριστιανοί μου που μας οδηγεί η αληθινή μετάνοια. Μας οδηγεί στο φως που φωτίζει και χαρίζει ζωή και στην έρημο, με τους οσίους αναχωρητάς, ερημίτας και μοναχούς, και μέσα στον κόσμο, οδηγώντας τους αγωνιζομένους πιστούς και θεοσεβείς χριστιανούς στην κάθαρση των παθών. Και από την κάθαρση στον φωτισμό και από τον φωτισμό στον αγιασμό.
Σήμερα; Δεν μπορούμε να ωφελήσουμε τα παιδιά μας, δεν μπορούμε να τα καθαρίσουμε από τα πάθη, δεν μπορούμε να τα βάλουμε στον ίσιο δρόμο, γιατί; Γιατί εμείς δεν έχουμε καθαριστεί απ’ τα πάθη. Γιατί εμείς δεν είμαστε σωστοί χριστιανοί. Είναι απλό.
Μετανοείτε! Ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών! Έχουμε μετανοήσει; Αν ναι, είμεθα μέσα στον ναό της καθάρσεως. Είμεθα θεραπευμένοι. Πώς όμως μπορούμε να συντελέσουμε εμείς με το παράδειγμά μας και στην θεραπεία των άλλων; Πόσο θεραπεύουμε τον σύντροφό μας, το παιδί μας, τον κάθε πλησίον; Πόσο; Πού είναι η πίστις μας; Πού είναι η θυσιαζομένη αγάπη μας; Πού και πότε η ενεργουμένη δια της προσευχής αγρυπνία μας; Πού είναι το πένθος γα τις αμαρτίες μας; Πού και πότε εκδηλώνουμε την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη μας προς τον Πανάγιον Θεόν; Πού είναι η μακροθυμία και η ανοχή μας απέναντι στην τόση και τόση αδικία; Πού η πραότης; Πού η ελπίδα; Πού η υπομονή; Πού η ταπείνωσις;
Ζει Κύριος –όμως- ο Θεός! Ο Θεός είναι ο Σωτήρας! Και αυτό διότι όλοι εμείς που είμεθα σήμερα μέσα σ’ αυτόν τον μικρόν Ιερό Ναό, είμεθα αυτοί που θέλουμε να θεραπευτούμε, που θέλουμε να σωθούμε. Και ο Θεός, ο μέγας ιατρός των ψυχών και των σωμάτων θα μας σώσει. Και θα μας σώσει με την μετάνοια και την Θεία Κοινωνία. Ναι θα μας σώσει! Σας το διαβεβαιώνω αυτό, αρκεί να το πιστεύουμε με όλη μας την καρδιά! Αρκεί να μετανοούμε κάθε μέρα με όλη μας την ψυχή και να Του το ζητάμε αυτό! Κάθε στιγμή και κάθε ώρα της ημέρας και κείνος ως φιλάνθρωπος και πανάγαθος και πολυεύσπλαχνος και παντελεήμων θα βρει τρόπους και θα μας σώσει όλους. Και θα σώσει πρώτους όλους εσάς και ύστερα εμένα τον ανάξιο και ταλαίπωρο.

Αμήν, Γένοιτο!