Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2007

Εσπερινές καί λειτουργικές απεικονίσεις



198-β
Κατανυκτικός Δ' Νηστειών 2007 είς Παναγίτσα Ν.Φαλήρου.
11/3/2007

Τα πολλά λόγια συνήθως είναι φτώχεια.
Ευχαριστώ πάρα πολύ τον πατέρα Βασίλειο αλλά δεν αρμόζουν στο άθλιο πρόσωπό μου.
Άλλοι είναι αυτοί οι οποίοι βιώνουν τα φρικτά τελούμενα στη Θεία Λειτουργία, και εκεινών τις εμπειρίες θα μεταφέρω.
Βλέπετε και ο σημερινός Εσπερινός, ο Κατανυκτικός Εσπερινός, ο τέταρτος κατά σειρά εφόσον σήμερα είναι η Τετάρτη Κυριακή των Νηστειών, είναι μία προετοιμασία μεγάλη και ωφέλιμος, για τις ημέρες που ακολουθούν.
Γιατί ο Εσπερινός μαζί με τον όρθρο, μας εισάγουν στο μεγάλο μυστήριο το οποίο είναι το κέντρον της ζωής του χριστιανού, του κάθε χριστιανού και ειδικότερα του ορθοδόξου.
Τη Θεία Λειτουργία.
Και το μυστήριο αυτό βιώνεται γιατί κέντρον είναι η Θεία Ευχαριστία.
Οι προτεστάντες για κέντρον έχουν το κήρυγμα, δεν έχουν Θεία Λειτουργία, δεν έχουν θυσιαστήριο.
Γι’ αυτό βλέπετε παντού αίθουσες και μόνον αίθουσες. Όλος ο προτεσταντικός κόσμος γυρίζει γύρω απ’ αυτό.
Να πούμε για τους άλλους.. Κέντρον είναι τα έργα, η φιλανθρωπία, το θεαθείναι.
Εμείς δεν έχομε να παρουσιάσομε στάδια γεμάτα κόσμο. Εμείς έχομε Θεία Λειτουργία.
Οδηγεί η Θεία Λειτουργία δια μέσου των οικονόμων της Θείας Χάριτος, στην ουρανόδημο εκείνη κλίμακα που παίρνει τον άνθρωπο από τη γη και τον ανεβάζει στον ουρανό.
Και όχι μόνον αυτό.
Έχομε Θεία Λειτουργία που βγάζει τους ανθρώπους απ’ την κόλαση και τους βάζει στον Παράδεισο, γι’ αυτό και στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, όταν από τον Άγιο Δίσκο, μαζεύομε τις μερίδες της Παναγίας, των εννέα Ταγμάτων των Αγίων και των ψυχών κεκοιμημένων και ζώντων, όταν τις ρίχνομε στο Άγιο Ποτήριο λέμε «απόπλινον Κύριε τας αμαρτίας αυτών των ενθάδε ευσεβώς ζώντων τε και τεθνεώτων εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον».

Ένας ιερεύς – θα αρχίσομε ιστορίες, αληθινές, βιωματικές – βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου, για μήνες, σχεδόν ακίνητος, δεν μπορεί να γυρίσει ούτε δεξιά ούτε αριστερά.
Η παρηγοριά του το σύγχρονο μέσο που γίνεται χρήσιμο, το ραδιόφωνο, οι κασέτες με τις ψαλμωδίες και τα κηρύγματα, το κομποσχοίνι στο χέρι και η προσευχή και η τακτική Θεία Κοινωνία, η μετάληψις των Αχράντων Μυστηρίων, από τον παρακείμενον ενοριακό ναό που με τόση προθυμία οι αδελφοί πατέρες του προσέφεραν, όποτε εκείνος το ζητούσε ή το είχε ανάγκη η ψυχή του.
Ένα βράδυ σε μια δική του αγρυπνία, διότι απ’ τον πόνο πολλές φορές δεν μπορούσε να κοιμηθεί, ήρθε σε έκσταση και θεωρία.
Και ηρπάγη ο νούς του, και ηρπάγη ο νούς του εις το υπερουράνιο Θυσιαστήριο και εκεί ώ του θαύματος, είδε τον θρόνον της Δόξης του Θεού όλο Δόξα και Θεία λαμπρότητα, και φως που τύφλωνε κάθε θνητό μάτι, και γύρω από αυτόν τον Θρόνο είδε μυριάδες μυριάδων αγγέλων, με χρυσά θυμιατήρια να θυμιάζουν τον Θρόνον της Δόξης του Θεού, γύρω γύρω.
Και πέριξ αυτών άλλος χώρος, ο χορός των Αποστόλων και ανά των αιώνων Ισαποστόλων, ανάμεσά τους και ο μεγάλος Εθναπόστολος και Ιερομάρτυς της Εκκλησίας και του Έθνους μας, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.
Και αυτοί κρατώντας χρυσά θυμιατήρια, θυμιάτιζαν τον ουράνιον αυτόν θρόνον της Δόξας του Θεού.
Πέριξ αυτών των χορών τρίτος χορός, ο χορός των Ιεραρχών, των ιερέων, των πρεσβυτέρων και όλων εκείνων που καταξιώθησαν να βρεθούν από το επίγειο θυσιαστήριο στο υπερουράνιο, να θυμιατίζουν και αυτοί, με χρυσά θυμιατήρια τον Θρόνον της Δόξης του Θεού.
Πέριξ αυτών υπήρχε και ένας τέταρτος χορός, και αυτοί ήσαν λευκοφορεμένοι, αλλά κατάπληκτος αντίκρυσε ότι αυτοί οι οποίοι αποτελούσαν τον χορόν αυτόν, και θυμιάτιζαν κι αυτοί, οι συμμετέχοντες σ’ αυτόν τον χορόν, τον υπερουράνιον θρόνον της Δόξης του Θεού, κρατώντας και αυτοί χρυσά θυμιατήρια, να είναι όλοι οι διανοητικώς καθυστεριμένοι. Τα παιδιά με τα προβλήματα του συνδρόμου ντάουν (Down).
Και άλλοι πολλοί της ίδιας αυτής κατηγορίας.
Δεν είμασταν οι πίσω. Ήταν αυτοί οι οποίοι είναι καταφρονημένοι σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο και μάλιστα πολλές φορές τους κλείνουμε στα άσυλα ή τους διώχνουμε, τους απομακρύνουμε από την οικογενειακή εστία και τα στέλνομε ομαδικώς σε διάφορες λεγόμενες οικογένειες, λεγόμενες, διότι δεν είναι οικογένειες, είναι σπίτια κατά βάθος πιστεύω, τους γνώριζε αυτούς, όλοι υπηρέτες του επιγείου θυσιαστηρίου, βρέθηκαν και εκεί ψηλά στο ουράνιο θυσιαστήριο, στο Θρόνο της Δόξης του Αγίου Θεού.
Είθε να αξιώσει και μας όλους ο Θεός, αδελφοί μου και πατέρες και συλλειτουργοί, και σεις χριστιανοί, και σεις, και σεις, και σεις, και σεις και γω, να μην μείνω απέξω, όλοι μας, να μας αξιώσει ο Θεός να βρισκόμαστε εκεί στο υπερουράνιο αυτό θυσιαστήριο, συμμετέχοντες εις τους αιώνας των αιώνων στην αγάπη του Θεού, από την οποία αγάπη και Δόξα θα τρεφόμεθα.
Εκείνο που του έκανε εντύπωση για τον τέταρτον αυτό, πέμπτο χορό των δήθεν καθυστερημένων ανθρώπων αυτής της παρούσης ζωής, ότι είχαν μέσα τους τόση σοφία και τόση Δόξα όση είχαν και οι μεγάλοι Ιεράρχες της Εκκλησίας μας. Έτσι του απεκαλύφθη.
Αλλά έτσι το είδαν και κάποιοι άλλοι καταξιωμένοι κληρικοί, όταν αντίκρισαν κάποια καθυστερημένα παιδιά, εν εκστάσει και θεία οράση εκεί ψηλά.

Ένας αναβαθμός του πρώτου ήχου μας λέει «οδεύσομε εις τας αυλάς του Κυρίου, ευφράνθη το Πνεύμα ….» Οφείλομε με χαρά και ευφροσύνη και με πραγματική λαχτάρα που πρέπει να βγαίνει απ’ την καρδιά μας, να τρέχουμε κάθε Κυριακή και κάθε μεγάλη γιορτή στις Εκκλησιές μας.
Τι άλλο λοιπόν γίνεται μέσα σε κάθε Θεία Λειτουργία;
Νοερά λογική λατρεία η οποία μπορεί να εξελιχθεί ακόμα και σε πνευματική.
Και απ’ τη γη να βρεθούμε στον ουρανό.
Διότι μέσα σ’ αυτόν προσφέρεται η λύτρωσις, η άφεσις, η θέωσις, η δόξα του χριστιανού.
Αρχίζομε από απλές παρακλήσεις και ιερές αιτήσεις που αναφέρονται κατά πρώτον λόγον στις πνευματικές και ηθικές ανάγκες μας και ύστερα στις υλικές που είναι απαραίτητες και αυτές για τη συντήρηση της ζωής μας, διότι ας μην το ξεχνάμε, είμεθα από σώμα και ψυχή.
Οι αιτήσεις όμως αρχίζοντας αυτή η Θεία Λειτουργία, συνεχίζονται για την ειρήνη του Σύμπαντος Κόσμου και για τη λύτρωσή μας από τις θλίψεις και από τους πειρασμούς της ζωής.
Συνυπάρχουν όμως ύμνοι και ωδές πνευματικές και πολλές δοξολογίες προς τον Πανάγιον Τριαδικόν Θεόν, τον οποίον ακαταπαύστοις όμασι και ασυγχήταις δοξολογίες ανυμνούν και δοξάζουν οι ουράνιες δυνάμεις, των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων όπως προηγουμένως προείπαμε.
Προσφέρομε όμως ακόμα και πολλές ευχαριστίες για τα όσα πνευματικά και υλικά αγαθά μας χαρίζει Κύριος ο Θεός ημών.
Πρέπει όμως χριστιανοί μου να θυμηθούμε, λίγο περιληπτικά για να μπορέσουμε να μπούμε μέσα στο πνεύμα της Θείας Λειτουργίας.

Για να αρχίσομε παραδείγματος χάρη από τον εσπερινό.
Στον εσπερινό ζούμε πριν απ’ όλα την δημιουργία του ορατού και αοράτου κόσμου, του ανθρώπου, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, όπως και των αγγέλων του ουρανού και της γης και πάσης κτίσεως.
Και μάλιστα όταν ο ιερεύς φορέσει τα άμφιά του, κατ’ αρχήν και φελόνι, εκεί δείχνει συμβολικά τη δημιουργία προ του ανθρώπου με την πρώτη θεο-ύφαντη στολή της αγνότητος και της αναμαρτησίας, όλος χάρη και θεία ομορφιά.
Ομορφιά παραδεισένια.
Ζούμε ακόμα το φοβερό δράμα της πτώσεως των Πρωτοπλάστων αλλά και τη γλυκειά προσδοκία της σωτηρίας, την οποία με τόση σιγουριά κήρυξαν οι προφήτες.
Τα κεριά, τα καντήλια και τα φώτα με το τέλος του εσπερινού σβήνουν και ο ιερεύς βγάζει από πάνω του τα ιερά άμφια.
Έτσι δηλώνεται η γύμνωσις του Αδάμ απ’ την λαμπροφόρο στολή της αθανασίας και την επικράτηση του σκότους και της πλάνης.

Αλλά να την άλλη μέρα στον όρθρο και ειδικά στην ακολουθία της ιερά Προθέσεως, ζούμε την εκπλήρωση της υποσχέσεως, που δόθηκε και είπε το πρωτο-ευαγγέλιο, όπως λέγεται, για την σωτηρίαν πάντων ημών.
Κτυπούν οι καμπάνες, και ψάλλεται θριαμβευτικά η Δοξολογία «Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία» και αν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα ζητωκραυγάζουμε θριαμβευτικά «Χριστός γεννάται δοξάσατε».
Η υπόσχεσις πραγματοποιήθηκε. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου.
Αυτά και άλλα πολλά συμβαίνουν στην ακολουθία της Ιεράς Προσκομιδής.

Και η Θεία Λειτουργία αρχίζει.
Και μεις όλοι κλήρος και λαός, μέσα στους ναού μας, απολαμβάνομε τη σωτηρία μας με την Είσοδο του Κυρίου Ιησού Χριστού στον κόσμο.
Έρχεται ανάμεσά μας με τη μικρή Είσοδο, και το Ιερό Ευαγγέλιο που το κρατάνε οι Ιερείς και οι διάκονοι στο ύψος του προσώπου, για να καλύπτεται από τον ερχόμενο Κύριο.
Εισοδεύομε τον Χριστό και μαζί μας εισοδεύουν και οι Άγγελοι.
Αυτή η Είσοδος είναι μια ζωντανή πραγματικότητα και ο Εισοδικός Ύμνος «Δεύτε προσκυνήσομεν» λόγος αληθινός.
Ο ουρανός και η γή συμπορεύονται προς το πανάγιον θυσιαστήριο.
Αλλά μαζί με τους ιερείς και τους αγγέλους πραγματοποιούν αυτήν την Είσοδο και όλοι οι εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί.
Οδεύομε και μεις και ακούμε.
Βλέπομε την έλευση του Κυρίου.
Είμαστε μαζί με τους ποιμένες.
Προσκυνούμε μαζί με τους λεγομένους μάγους τότε και σοφούς της εποχής εκείνης.
Προσφέρομε και μείς δώρα τίμια μέσα απ’ την καρδιά μας.
Είναι η προσφορά της μετανοίας της αγάπης και της λατρείας μας προς τον Θεόν.
Και εισοδεύουμε για να συμπαρασταθούμε όλοι μας στη Σταυρική του Θυσία για να συμμετάσχουμε σε λίγο στο Μυστικό Δείπνο και στο Ποτήριον της Ζωής.
Στο Μυστικό Δείπνο, και στο Ποτήριον της Ζωής, στην Θεία Ευχαριστία.

Ο Ναός όμως όπως βλέπετε εδώ, δεν είναι ένα κρύο και ένα άδειο δωμάτιο.
Είναι γεμάτο παραστάσεις από αγιογραφίες εικόνες Αγίων και Αγγέλων.
Έχει τον άμβωνα, έχει τον Θρόνο, έχει τους πολυελέους, έχει τα καντήλια, έχει το θυμίαμα και τόσα άλλα.
Δεν είναι όμως αυτά απλά σύμβολα ή διακοσμητικά στοιχεία. Είναι μια ζωντανή πραγματικότητα.
Είναι η Τριαδική Βασιλεία του Θεού παρούσα στη γή.
Είναι η θριαμβεύουσα Εκκλησία ενωμένη μετά της Επιγείου εις μίαν Εκκλησίαν της οποίας μέλη και πολίτες ουρανοπολίτες είμεθα εμείς.
Και η ψυχή μας τότε χαίρεται, αγάλλεται, ευφραίνεται, δοξολογεί και ευχαριστεί τον Πανάγιον Θεόν.
Και επειδή δεν ξέρει πως αλλιώς να εκφραστεί, το αίτημά της είναι «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Ή μπορούμε να φωνάξουμε την φωνή του Τελώνου, «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», διότι όλοι είμεστε αμαρτωλοί, κλήρος και λαός.
Γι’ αυτό και επαναλαμβάνομε την φωνή του Ασώτου, «ήμαρτον εις τον Ουρανόν και ενώπιόν Σου».

Έτσι μαζί με τον Ευαγγελικό λόγο που είναι ο ίδιος ο Θεός, ακολουθεί και η μαρτυρική πορεία προς τον Γολγοθά.
Και αυτή πραγματοποιείται με τη Μεγάλη Είσοδο.
Στη Μεγάλη Είσοδο ακούγεται η φωνή και η κραυγή του ληστού.
«Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», την οποία η Εκκλησία, δια των ιερέων της και των διακόνων την έχει μετατρέψει λέγοντας «Πάντων ημών, μνησθήι Κύριος ο Θεός», και ο Θεός όχι μόνον μας θυμάται αλλά είναι και παρών.
Άλλωστε για μας σταυρώθηκε και για τον καθέναν από μας χωριστά.
Πρέπει αυτό χριστανοί μου να το συνειδητοποιήσουμε, ότι σταυρώθηκε για σένα, για σένα, για σένα, για σένα, για μένα, για μας.
Είναι το Εσφαγμένον Αρνίον, είναι ο Αμνός του Θεού, ο Αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.
Η Μικρή και η Μεγάλη Είσοδος, το Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα και η κραυγή του ληστού, δεν είναι τυχαίες κινήσεις και φωνές.
Ούτε απλοί συμβολισμοί, αλλά μια ζωντανή πραγματικότητα την οποίαν καλούμεθα όλοι οι εκκλησιαζόμενοι πιστοί χριστιανοί, και ιδιαιτέρως οι λειτουργοί να πάρομε μέρος, συνειδητό.
Γι’ αυτό και ερχόμεθα στον Ναό, για να πάρομε μέρος στον Μυστικό Δείπνο, μαζί με τους Αποστόλους, στη φρικτή Θυσία και στο Ποτήριον της Ζωής.

Γι’ αυτό και οφείλομε να συμμετέχομε όλοι μας στη Θεία Κοινωνία.
Έτσι θάβεται ο παλιός Αδάμ.
Έτσι θάβουμε τον κόσμον και τα του κόσμου και ενδυόμεθα τον Χριστόν, διότι Θεία Κοινωνία σημαίνει Θεοφορία.
Ενδύεσαι και φοράς τον Χριστόν.
Είσαι μέσα στον Χριστό και ο Χριστός είναι μέσα σου.
Σ’ ολόκληρο το είναι σου, στο ψυχοσωματικό σου Είναι.
Είσαι κατά χάριν θεωμένος και να μην πω τα άλλα τα γνωστά που λέγονται, πνευματοφόρος, θεοφόρος και τα λοιπά.
Κοινώνησες, είδες το φώς το αληθινόν, γι’ αυτό και θριαμβευτικά δοξολογείς, οι ψάλτες σε αντιπροσωπεύουν και συ δοξολογείς και συ και γω, «είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν πνεύμα επουράνιον».
Ναι χριστιανοί μου, ναι αδελφοί μου, ναι αδελφοί, Πατέρες και συλλειτουργοί, μέσα στους ιερούς ναούς με τη Θεία Λειτουργία και μάλιστα με τη Θεία Κοινωνία ζούμε το θάνατο των παθών μας, τη νέκρωση του παλιού ανθρώπου, την Ανάστασή μας, τη Θέωσή μας, την Ανάληψή μας, την προσωπική μας Πεντηκοστή.
Πως λοιπόν να μη γεμίζει η καρδιά μας από χαρά και ευφροσύνη, όταν κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή στον εκκλησιασμό μας συμμετέχουμε στο Ποτήριον της Ζωής κι αν δεν κοινωνήσουμε πνευματικά στη Θεία Λατρεία…

Ο προφήτης Δαβίδ έγραψε στον εξηκοστόν τέταρτον (64ο) ψαλμόν του «Άγιος ο Ναός του, θαυμαστός εν δικαιοσύνη, πλησθησόμεθα δε εν αληθοίς», δηλαδή «Άγιος και θαυμαστός ο ναός του Θεού και γεμάτος αγαθά».
Και ποια ήσαν αυτά τα αγαθά τότε;
Η σκηνή του μαρτυρίου και κυρίως η Κιβωτός της Διαθήκης, που περιείχε τις πλάκες του Νόμου με τις δέκα εντολές, οι στάμνες με το μάννα, και η ράβδος η βλαστήσασα του Ααρών. Αυτά τα αγαθά έβλεπαν τότε οι Ιουδαίοι και ευφραίνοντο.

Ασύγκριτος όμως πρέπει να είναι η δική μας χαρά, και η πνευματική και η σωματική δεν συγκρίνεται, με εκείνη τη χαρά για τα όσα ζούμε και παίρνουμε στους δικούς μας ναούς και σε κάθε Θεία Λειτουργία κι όταν συμμετέχουμε στη Θεία Κοινωνία.
Να ξέρετε, με τη Θεία Κοινωνία πολλά πρόσωπα λάμπουν.
Γι’ αυτό και όσοι εκκλησιάζονται με συναίσθηση, με συντριβή, με κατάνυξη, με πίστη και αγάπη, στο τέλος της Θείας Κοινωνίας, όχι μόνο τα πρόσωπα λάμπουν αλλά και τα μάτια τους είναι φωτεινά, ο νους καθαρός, συντετριμμένος και εν ταπεινώσει. Οι αισθήσεις ειρηνικές, το σώμα ελαφρό και η καρδιά μας έχει πανηγύρι,
«Πάσχα» φωνάζει μέσα της η καρδιά μας, «Πάσχα, Πάσχα, Πάσχα έκανα γιατί κοινώνησα σήμερα, και Πάσχα θα κάνω πάλι γιατί θα κοινωνήσω πάλι», λέει και κάποιος ποιητής και είναι αλήθεια αυτό.

Έτσι λοιπόν στον μεν Εσπερινό βλέπομε τρείς πράξεις, τη Δόξα της Δημιουργίας του Σύμπαντος κόσμου ουρανού και γής και το πρώτο ζεύγος των ανθρώπων το πρώτο ζεύγος των ανθρώπων, των Πρωτοπλάστων, Αδάμ και Εύας.
Δεύτερο, έχομε την οδύνη της πτώσεως των Πρωτοπλάστων και
Τρίτον την υπόσχεση της λυτρώσεως.
Αλλά η Θεία Λειτουργία έχει όμως ουράνιες πράξεις, που όπως είπαμε αρχίζει με την θριαμβευτική δοξολογία του όρθρου, συνεχίζει με την ακολουθία της προθέσεως όπου έχομε την προτύπωση της ενανθρωπίσεως του Θεού Λόγου στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού.
Και ακολουθεί το προοίμιον της Σταυρικής Θυσίας στην ακολουθία της Ιεράς Προσκομιδής. «Θύεται ο Αμνός του Θεού», λέμε εμείς οι ιερείς, «και είς των στρατιωτών, λόγχη την πλευρών Αυτού του Κυρίου ένυξεν, και ευθέως εξήλθε αίμα και ύδωρ».

Ξέρεται κάποιος νεοχειροτονημένος ιερεύς, όπως και ο Άγιος Θεοδόσιος του Άργους, όταν λειτούργησε για πρώτη φορά ως πρεσβύτερος, θέλησε να λειτουργήσει, και έκαμε την Προσκομιδή, και έφτασε αυτή η ιερά στιγμή να μπήξει την λόγχη μέσα στον Τίμιον Άρτο, είδε τον εαυτόν του να μεταβάλλεται σε κείνον τον στρατιώτη, που έμπηξε με την λόγχη του την πλευράν του Κυρίου, και έτρεξε αίμα και ύδωρ.
Και πράγματι δεν ξέρω πως, αυτά μόνον τα γνωρίζει ο Πανάγιος Θεός, καταξιώθηκα αυτόν όλως αναξίως τον ιερέα να τον ακούσω… Το μπουκαλάκι με το κρασί έγινε Αίμα, πώς έγινε Αίμα; Πώς έγινε;
Και ο ιερεύς αυτός μετά την πρώτη αυτή Θεία Λειτουργία, ζήτησε να παραιτηθεί της ιεροσύνης και να γίνει μόνον απλός ιεροκήρυκας του Θείου Λόγου.
Δεν τόλμησε ξανά να λειτουργήσει.
Το ίδιο συνέβη και με τον Άγιο Θεοδόσιο του Άργους.
Μετά την πρώτη Θεία Λειτουργία παρετήθη της ιεροσύνης και εγένετο γνωστός ασκητής και όσιος της Εκκλησίας μας.

Η πραγματοποίησις της υποσχέσεως της λυτρώσεώς μας, πραγματοποιείται, πραγματώνεται, ολοκληρώνεται με τη Θεία Λειτουργία η οποία αρχίζει με το «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Ποιος μας μίλησε όμως χριστιανοί μου για αυτή τη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του Ενός Τριαδικού Θεού, του ενός Θεού και της Βασιλείας Του; Ο Υιός και Λόγος του Θεού.
Πότε και πώς θα με ρωτήσετε. Με την ενανθρώπησή Του στο πρόσωπο του Χριστού.
Με την ανυπέρβλητη Θεϊκή Του διδασκαλία και τη Σταυρική Του Θυσία στο Γολγοθά.
Πως δηλώνεται; Τα είπαμε. Με τη Μικρά και Μεγάλη Είσοδο.
Υπάρχουν όμως και άλλες συμβολικές παραστάσεις της Μεγάλης Εισόδου, μία εκ των οποίων είναι η θριαμβευτική πορεία και είσοδος του Κυρίου στην πόλη της Ιερουσαλήμ όπου μέλλει σταυρωθείναι υπέρ της του κόσμου σωτηρίας.
Η Μεγάλη Είσοδος και η κραυγή του ληστού «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», μαζί με τη φωνή των ιερέων «Πάντων ημών μνησθήι Κύριος ο Θεός» είπαμε ότι δεν είναι τυχαίες φωνές ούτε απλοί συμβολισμοί αλλά μια ζωντανή πραγματικότητα.

Σ’ αυτή τη ζωντανή πραγματικότητα καλούμεθα όλοι μας να πάρουμε μέρος, όχι εικονικά, αλλά πραγματικά.
Δεν θα μπούμε μέσα στο ναό τούβλο και θα βγούμε τείχος.
Θα μπούμε αμαρτωλοί και θα βγούμε Άγιοι με τη συμμετοχή μας, τη συνειδητή στα τελούμενα φρικτά της Θείας Λειτουργίας, και με τη συμμετοχή μας στο Ποτήριον της Ζωής.
Έτσι θάβεται ο παλιός Αδάμ.
Και με τη Θεία Κοινωνία ανίσταται ο νέος Αδάμ, μαζί με τον Χριστό διότι μας φωνάζει ο Θεός, εσάς, εσάς όλους και μένα, και μας που είμαστε λειτουργοί του Υψίστου μας φωνάζει ο Θεός και μας λέει «Ελάτε, ελάτε, ελάτε, ελάτε να σας φυτέψω στο Σώμα μου», για να σας φυτέψω όμως στο Σώμα Μου, πρέπει να λάβετε μέρος στη Θεία Κοινωνία.
Κι όταν λαμβάνομε μέρος στη Θεία Κοινωνία, τότε βλέπομε και το φως το αληθινόν.
Να λοιπόν η Ανάστασίς μας.
Να λοιπόν η Ανάληψίς μας.
Η δόξα του σεσωσμένου ανθρώπου χριστιανού.

Και η Θεία Λειτουργία τελειώνει, και γίνεται η απόλυσις, μοιράζεται το αντίδωρο και κλείνεται η Ωραία Πύλη.
Στη συνέχεια μέσα στο Άγιο Βήμα, και κακώς δεν τη διαβάζομε και έξω, διαβάζεται η Θεία Ευχαριστία της Θείας Μεταλήψεως, που στο τέλος ο ιερεύς λέγει αυτό που ακούσαμε και σον Εσπερινό «Νυν απολύεις τον δούλο Σου Δέσποτα».
Τώρα αυτή είναι η φωνή του Αγίου Συμεών όταν δέχτηκε στην αγκαλιά του το βρέφος, Ιησούς, σαράντα ημερών.
Τώρα λοιπόν ο λειτουργός, όπως και ο κάθε χριστιανός, που κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων είναι έτοιμος να πεθάνει.
Γι’ αυτό και ομολογεί και λέγει «Νυν απολύεις τον δούλο Σου Δέσποτα, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το Σωτήριόν Σου».
Ο Συμεών, ο Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, κράτησε στην αγκαλιά του για λίγες στιγμές το Σωτήρα του κόσμου, ενώ εμείς Τον πήραμε και Τον παίρνουμε ολόκληρον μέσα μας, όχι μόνον που μας χάρισε τη (σωτηρία) αλλά και μας τη χαρίζει.
Και με τη Θεία Κοινωνία μας έντυσε με αφθαρσία και φως, με αθανασία και ζωή, μας ανέστησε και μας συνεκάθησε και συνεθρόνησε στα Δεξιά του Θεού και Πατρός.
Γι’ αυτό και ο ιερεύς βγάζει τα άμφιά του.
Που σημαίνει ότι δεν του χρειάζεται πλέον η στολή αυτού του κόσμου, μιας και ντύθηκε τον ίδιο τον Χριστό.
Αυτά κατά τον Άγιο Συμεών το Νέο το Θεολόγο.
Έτσι δώσαμε μια πολύ μικρή περίληψη του Εσπερινού, του Όρθρου, της Ιεράς Προσκομιδής και της Θείας Λειτουργίας. (Να κοιτάξω όμως και την ώρα …)

Στα παλιά παλιά πολύ παλιά χρόνια ζούσε σε κάποιο χωριό της πατρίδος μας, ένας νέος που από μικρός ήθελε να γίνει ασκητής, αυτό ήταν το όνειρό του.
Είχε όμως κάποιες φυσικές δυσκολίες.
Ήταν αγράμματος, βραδύγλωσσος, και με μια σχετική βραδύνοια και με πολλές οικογενειακές υποχρεώσεις.
Μόλις σαράντα (40) ετών μπόρεσε να πραγματοποιήσει την κρυφή του αγία επιθυμία, και έφυγε από το χωριό του και περιπλανώμενος από τόπο σε τόπο, κατέληξε σε ένα ερημονήσι όπου βρήκε ένα γέρο ασκητή που του ανέπαυσε πλήρως την καρδιά.
Έγινε υποτακτικός του και με έκπληξη παρατηρούσε ότι όταν προσηύχετο ο γέροντας του, έλαμπε ολόκληρος, ιδίως όταν παρακλητικά και μετά δακρύων έλεγε το «Κύριε ελέησόν με».
Ο γέρο ασκητής ήταν και αυτός αγράμματος αλλά πολύ φωτισμένος, και όλη του προσπάθεια ήταν να κάμει αυτόν τον δόκιμο τρόπον τινά, ας το πούμε ασκητή, να μάθει να λέγει το «Κύριε ελέησόν με», διότι επαναλαμβάνω ήτο βραδύγλωσσος και βραδύνους.
Εκοιμήθη όμως ύστερα από ένα δύο χρόνια ο γέρων ασκητής και παρέμεινε μόνος του πλέον. Ζούσε έτσι ολομόναχος και δυσκολεύτηκε πολύ για να μπορέσει να ζήσει, διότι το νησί ήτο τελείως έρημο, κι ό,τι μπορούσε έκανε με τα χέρια του αλλά κυρίως όμως δόθηκε πολύ στην προσευχή, πάρα πολύ και ήτο τόσο αποτελεσματική η προσευχή του,
μ’ αυτές τις λέξεις «Κύριε ελέησόν με», ώστε να εδέχετο ουράνια τροφή με την οποίαν και ετρέφετο.
Έτσι ένοιωθε ότι αυτό που ζούσε στο χωριό όταν κοινωνούσε, των Θείων και Αχράντων Μυστηρίων αυτός το ζούσε κάθε μέρα, διότι σε μια γωνιά, κάτω από μια φτωχική χάρτινη εικόνα, του Χριστού και της Παναγίας, έβρισκε ουράνιον άρτον.
Με τα χρόνια όμως που πέρασαν, όπως ήτο βραδύγλωσσος και βραδύνους, μπέρδεψε πολύ γρήγορα τα λόγια του και αντί να λέγει «Κύριε ελέησόν με», έλεγε «Κύριε μη με ελεήσεις».
Και παρόλο που ελούζετο καθημερινώς εις τα δάκρυα, με την αρνητική αυτή ευχή, «Κύριε μη με ελεήσεις», ο ουράνιος άρτος δεν έλειψε απ’ το φτωχό του εικονοστάσι.
Κάποια ανοιξιάτικη μέρα, ένα καράβι άραξε κοντά στο ερημονήσι.
Ένας από τους επιβάτες του ήταν ο επίσκοπος εκείνης της επαρχίας, και ο καπετάνιος για να τον ξεκουράσει, τον πήρε με μια βάρκα και πήγαν στο νησί για να το περιεργαστούν.
Αντίκρυσαν εκεί ένα μονοπάτι, το οποίον και ακολούθησαν.
Και έφθασαν μπροστά σε μια σπηλιά, από όπου μέσα απ’ αυτήν άκουσαν μια πονεμένη προσευχή, μια ανθρώπινη φωνή.
Κατάλαβαν ότι ήτο άνθρωπος και ασκητής που έλεγε συνεχώς «Κύριε μη με ελεήσεις».
Προχώρησε ο επίσκοπος και είδε ένα γέροντα σκελετωμένο ασκητή, με μάτια βαθουλωμένα μεσ’ τις κόγχες, να είναι γονατιστός και ολόλαμπρος και υπεράνω του εδάφους.
Με μάτια βαθουλωμένα μέσα τις κόγχες, να προσεύχεται, να κλαίει και συνεχώς να επαναλαμβάνει «Κύριε μη με ελεήσεις».
Τον αντιλήφθηκε βέβαια ο ασκητής, σταμάτησε την προσευχή, και δεν ήξερε τι λόγια να βγάλει απ’ το φτωχό του στοματάκι για να υποδεχτεί τους ξένους.
Πληροφορήθηκε όμως η ψυχή του ότι ήτο επίσκοπος, του έβαλε μετάνοια, του φίλησε το χέρι, και ο Δεσπότης με πολλή συστολή, προσπάθησε να του πει ότι αυτή η προσευχή του, δεν είναι η σωστή και πρέπει να λέει «Κύριε ελέησόν με».
Ταράχτηκε ο ασκητής, πιστεύοντας ότι τριάντα τόσα χρόνια, έκανε πολύ μεγάλο κακό στην ψυχή του. Ξέσπασε κατόπιν σε κλάματα ικετεύοντας τον επίσκοπο να τον μάθει να λέει σωστά αυτήν την προσευχή, και κείνος με δέος και φόβο, προσπάθησε για αρκετή ώρα να του στρώσει τη γλώσσα του, γιατί ήτο βραδύγλωσσος, στο να λέγει πλέον «Κύριε ελέησόν με», - άλλωστε το είχε μάθει και απ’ τον γέροντά του.
Φεύγοντας ο επίσκοπος, τον συνόδεψε ο ασκητής, μέχρι την ακροθαλασσιά, επαναλαμβάνοντας μαζί του το «Κύριε ελέησόν με» για να μην το ξεχάσει.
Άλλωστε έπρεπε να το συνηθίσει και η γλώσσα του.
Το καράβι έφυγε και ο ασκητής το παρακολουθούσε με το βλέμμα του λέγοντας συνεχώς «Κύριε ελέησόν με».
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και πάλι το ξέχασε.
Σάστισε, πόνεσε πολύ και ξέσπασε πάλι σε δάκρυα.
Στην απελπισία του, πετάει, τι να σας πω, ράσο δεν ήταν εκείνο, τέλος πάντων, το χιλιομπαλωμένο εκείνο τσουβάλι, το πετάει επάνω στη θάλασσα, το είχε ως ράσο, ως αντερί. Και βαδίζει πάνω σ’ αυτό προς το καράβι.
Φάντασμα, φάντασμα, τρόμαξαν, φώναξαν τρομαγμένοι οι ναύτες, με τις φωνές ανέβηκε και ο Δεσπότης στην κουπαστή, τον είδε ο ασκητής και του φώναξε «τι να λέω, τι να λέω Δέσποτά μου;»
Και κείνος με συγκίνηση και δάκρυα τον κάλεσε,
«Ό,τι έλεγες να λέγεις παιδί μου. Αυτή είναι ουράνια προσευχή, ουράνια προσευχή. Συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό. Και κάνε και για μένα μια προσευχή κι ένα Σταυρό.»
Η γλώσσα της καρδιάς του ασκητού αυτού χριστιανοί μου, αυτή μιλούσε, η γλώσσα της καρδιάς, όχι η γλώσσα αυτή η στοματική, και όταν αυτή ομιλεί και λαλεί και προσεύχεται, όλες οι άλλες γλώσσες δεν έχουν καμία αξία μέσα σ’ αυτόν τον κόσμον.
Και ξέρει να τα πει, όταν συμμετέχει άξια, στη Θεία Ευχαριστία, στη Θεία Κοινωνία.
«Κύριε μη με ελεήσεις» έλεγε ο ασκητής, μα η καρδιά του ήταν ολόκληρη δοσμένη στον Χριστόν, γιατί μιλούσε τη δική της ουράνια γλώσσα προς εκείνον που είναι ο Σωτήρας του κόσμου και Σωτήρας δικός του.
Ο ανώνυμος αυτός ασκητής, είχε ουράνια Θεία Λατρεία, και η προσευχή του έβγαινε μέσα απ’ την καρδιά του.
Αυτό το «Κύριε μη με ελεήσεις» μετέβαλε τη καρδιά του σε ναό. Σε ουράνιο θυσιαστήριο.
Εμείς που είμαστε λογικοί και δεν είμαστε βραδύνοες, και τάχουμε όλα τα αγαθά αυτού του κόσμου, σ’ αυτή την παρούσα ζωή, όταν μπαίνουμε στη Θεία Λειτουργία, όταν μπαίνουμε μέσα στις εκκλησιές και στους ναούς, και όταν συμμετέχουμε στη Θεία Κοινωνία, στη Θεία Ευχαριστία, στη Θεία Λατρεία, γίνεται η καρδιά μας ουράνιο θυσιαστήριο;
Μεταβάλλεται σε Λειτουργία του Αγίου Πνεύματος;
Ο νους αυτού του ασκητού, με τη δική του φωνή, ήτο πότε ιερεύς, παπάς, και πότε ψάλτης όπου πάνω στην ουράνια τράπεζα της καρδιάς του προσέφερε θυσία ευπρόσδεκτη προς τον Θεόν.
Τι προσέφερε; Το «Κύριε μη με ελεήσεις», το «Κύριε», το πανάγιον όνομα του Ιησού Χριστού.
Άμα το επαναλαμβάνομε και μείς με πλήρη συναίσθηση, και πολύ περισσότερον όταν κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων, τότε αισθανόμεθα πνευματικά την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα μας.
Γιατί παράξενο είναι; Δεν λέει μέσα το Άγιον Ευαγγέλιον, ότι το Άγιον Πνεύμα όπου θέλει πνεί και την φωνήν αυτού ακούεις; Δεν ακούς τη φωνή. Απ’ το στόμα της καρδιάς που λατρεύει Κύριον τον Θεόν και Σωτήρα πάντων ημών Ιησούν Χριστόν. Αυτός και ο καθένας από μας ή που αξίως λειτουργεί των Αχράντων Μυστηρίων, είτε από σας που συμμετέχει αξίως πάλι στη Θεία Κοινωνία, η καρδιά του μεταβάλλεται σε Πασχαλινή Θεία Λειτουργία. Μεταβάλλεται σ’ ένα ουράνιο λαμπρό πανηγύρι.
Εκείνος συμμετείχε στο δείπνο της βασιλείας των ουρανών από δω, κάτω απ’ τη γη.
Και ελάμβανε ακατάλυπτη ουράνια τροφή και ύδωρ ζον.
Άραγε εμείς;
Κι όλα αυτά για να μας βεβαιώσει ο Πανάγιος Θεός ότι όντως υπάρχει, Θεία Λειτουργία του Πνεύματος μέσα μας. Αφού η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.
Δεν είναι αυτά λόγια κούφια.
Είναι μία ζωντανή πραγματικότητα, είναι η νοερά ενέργεια και φωνή του Αγίου Πνεύματος που κράζει αδιάλειπτα «Αββά ο Πατήρ, είσαι ο Πατέρας μου, είσαι ο Θεός μου, είσαι ο Λυτρωτής μου, Κύριε ελέησόν με».
Εμείς όμως θα μου πείτε, ότι ζούμε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, με τις τόσες μέριμνες βάσανα και θλίψεις… Έχει όμως και για μας ο Θεός.
Και έχει κληροδοτήσει διά των Αγίων Αποστόλων και των διαδόχων τους, επισκόπων και πρεσβυτέρων, τη Θεία Λειτουργία, τα Άχραντα Μυστήρια.

Η Θεία Λειτουργία λοιπόν, η Θεία Λατρεία, η Θεία Ευχαριστία, μας προσφέρει στο σύνολό της την πρόνοιαν του Θεού για τη σωτηρία μας.
Μας προσφέρει δωρεάν το Σώμα και το Αίμα του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.
Ζούμε το μέγιστο θαύμα.
Κάθε φορά που ανοίγουν οι πόρτες των Ορθοδόξων Ιερών Ναών και χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες, καλούν όλους μας, όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς και όχι τους αιρετικούς, στο Μυστικό Δείπνο, στην Αγία Τράπεζα, όπου προσφέρεται ο Θυσιαζόμενος Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εις βρώσιν και πόσιν τοις πιστοίς.
Ιδού το θαύμα θαυμάτων.
Κι αυτό το θαύμα θαυμάτων που δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μας, όργανό του είναι ο επίσκοπος κι ο ιερεύς, που διά μέσω αυτών το τηρεί ο ίδιος ο Κύριος.
Είναι ο Θυσιάζων και ο Θυσιαζόμενος, είναι ο Θύτης και το Θύμα, είναι ο Προσφέρων και ο Προσφερόμενος, ο πάντοτε Εσθιόμενος και μηδέποτε Δαπανόμενος.
Βέβαια ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής κάνει κάποιες άλλες αναφορές, για τη Θεία Λειτουργία, τις οποίες βέβαια αν θα αναλύσομε σαν μια δεύτερη περίληψη της Θείας Λειτουργίας, θα μας πάρει ο χρόνος και ήδη πιστεύω ότι σας έχω κουράσει.
Να πούμε μονάχα ότι το «Πάτερ ημών» δηλώνει την υιοθεσία μας εν Χριστώ,
και ότι ο βεβαιωτικός ύμνος «Είς Άγιος, είς Κύριος»
δε λέει «πρόσχωμεν τα Άγια τοις Αγίοις»; Ποιος όμως είναι άγιος;
Να προσέξομε διότι τα Άγια είναι για τους Αγίους.
Ποιος ημών όμως είναι Άγιος;
Γι’ αυτό και οι ιεροψάλτες μας που εμάς αντιπροσωπεύουν, μας λένε «δεν είμεθα ημείς», «Είς Άγιος, Είς Κύριος, Ιησούς Χριστός», αυτός είναι ο Άγιος, ο μόνος Άγιος και εν Αγίοις αναπαυόμενος.
Αυτό λοιπόν το «Είς Άγιος» ανυψώνει το νού μας, στην υπέρτατη είσοδο του Ορθοδόξου Χριστιανού, στην άβυσσο της Θείας Ευχαριστίας.
Γιορτάζουμε πολλές φορές, αλλά, όλες αυτές τις εορτές δεν πρέπει να τις γιορτάζομε με κοσμικό τρόπο, όπως γίνεται συνήθως, με κοσμικές εκδηλώσεις, παθητικά και αδιάφορα, διότι μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία που είναι η Κιβωτός της Σωτηρίας δεν είμεθα απλοί θεατές, επαναλαμβάνω δεν είμαστε θεατές, δεν είμεθα ακροατές, είμαστε αυτόπτες μάρτυρες μιας Θυσίας στην οποίαν συμμετέχομε και μεις.
Και συμμετέχομε όταν τρεφόμεθα από το Ακάκιον και Πανάγιον Αίμα, που ρέει από την Αγία Τράπεζα και αναβλύζει από το Άγιον Ποτήριον.
Άκουσα ιερέα που ομολογούσε μετά συντριβής πριν τη κοίμησή του, ότι είδε από το Άγιο Ποτήριο με τα μάτια της ψυχής του, και αυτός δεν ξέρει πως, να κοχλάζει μέσα στο Άγιον Ποτήριον το Αίμα του Κυρίου.
Έχομε βέβαια και υπέροχες περιγραφές, στην Αγία Αποκάλυψη. Αλλά εμείς οδέψομε εις τας αυλάς του Κυρίου.

Γι’ αυτό εύχομαι ταπεινά, πιστεύω και το εύχονται, όλοι οι ιερείς μας, όπου υπάρχει Ορθόδοξη Εκκλησία, να Εκκλησιάζονται κάθε Κυριακή όλοι οι Χριστιανοί, και μεις θα λέγαμε όλοι οι Ορθόδοξοι Έλληνες, κανείς να μη μένει στο σπίτι, όλοι να εκκλησιάζονται!
Τότε αμέσως τώρα θα μου πείτε: «μα δε θα μας χωρέσουν οι ναοί».
Ναι, να τους γκρεμίσομε και να ξανακτίσομε πιο μεγάλους, κι ύστερα νέους ναούς, ύστερα κι άλλους, κι άλλους, κι άλλους, κι άλλους, για να χωρέσει ο κόσμος.
Γι αυτό τώρα αμέσως, αν μπορείτε κι αν μπορούμε, να βγούμε στους δρόμους και να φωνάξουμε προς όλους τους Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς:
«Χριστιανοί και συμπατριώτες μας, ελάτε στην Εκκλησιά για να ζήσετε στο παρόν την απολύτρωσή σας, την απολύτρωσή σας από τον θάνατον, από τον διάβολον, απ’ τον κόσμο της κακίας και την αμαρτία.
Ελάτε στην Εκκλησία, στην Κοίμηση της Θεοτόκου, στον Άγιο Νικόλαο, στον Άγιο Σπυρίδωνα, στην Αγία Βαρβάρα, στην Αγία Αικατερίνη, και σ’ όλους τους ναούς της πατρίδος μας, ελάτε στην εκκλησιά και στη Θεία Λειτουργία, για να ζήσετε τη δόξα του μέλλοντος αιώνος και της σωτηρίας σας.
Ο Χριστός, ο Σωτήρας και Θεός μας, σας περιμένει όλους.
Για σας χτυπάνε οι καμπάνες πρωί και βράδυ και ειδικότερα Κυριακή, και μεγάλη εορτή.
Σας περιμένει ο Χριστός, με ανοιχτή την αγκαλιά.
Ελάτε σήμερα και όχι αύριο.
Αύριο μπορεί να ’ναι αργά.
Ελάτε σήμερα.
Γιατί αργείτε, γιατί αργοπορείτε;
Νυν καιρός ευπρόσδεκτος, νυν ημέρα σωτηρίας.
Ελάτε, ελάτε.
Ελάτε όλοι οι Έλληνες, όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ελάτε στη Θεία Λειτουργία, στη Θεία Κοινωνία»,

Αμήν.