Κυριακή, 11 Μαρτίου 2007

Ο σταυρικός αγώνας γιά τήν σωτηρία μας καί τό μεσημβρινό δαιμόνιο



197-β
Γ' Νηστειών, 11.3.2007, στή Βλαχέρνα

Εφόσον σήμερα είναι η τιμητική ημέρα δια την προσκύνησιν του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, άρα και το μικρό μας κήρυγμα θα πρέπει να αναφερθεί σ’ αυτό το γεγονός.
Θέλω κατά πρώτον λόγον, αδελφοί και συλλειτουργοί και πατέρες και ιδιαιτέρως πάτερ Αθανάσιε, θέλω κατά πρώτον λόγον να σας πω μια ιστορία.
Ίσως σας φανεί λίγο παράξενη και λίγο σαν παραμύθι.
Αλλά έχει μια προέκταση και ένα βάθος μέσα στην αιωνιότητα.

Σε κάποιο μεγάλο δάσος, πολύ ωραίο, και παρθένο μάλιστα, υπήρχαν τρία δένδρα, πούχαν ας το πούμε λίγη σκέψη, ας το πούμε έτσι.
Τα ένα λοιπόν απ’ αυτά ονειρευόταν όταν θα μεγαλώσει και θα γίνει ένας ωραιότατος κορμός, θαρχόταν οι υλοτόμοι, για να το κόψουν και να το κάμουν ένα ωραιότατο σεντούκι, ένα μπαούλο, περίτεχνο όμως, σκαλισμένο, απ’ τους καλύτερους καλλιτέχνας της εποχής, που υπήρχαν τότε στον κόσμο, και να ετοποθετείτο μέσα σ’ ένα παλάτι, όπου οι βασίλισσες και οι πριγκίπισσες θα τοποθετούσαν τα πολύτιμα στολίδια τους, τα ολόχρυσα σκουλαρίκια ασφαλώς, τα βραχιόλια, τα δαχτυλίδια, τα περιλαίμια από διαμάντια, μαργαριτάρια, τοπάζια και τόσα άλλα.
Το δεύτερο όμως δένδρο έκανε ένα άλλο όνειρο. Ήθελε να γίνει ένα μεγαλόπρεπο καράβι με τρία μεγάλα κατάρτια, και να διασχίζει τις θάλασσες και τους ωκεανούς, αλλά να μεταφέρει όμως βασιλιάδες, πρίγκιπες και άρχοντες εκείνης της εποχής, πρωθυπουργούς όπως θα λέγαμε σήμερα και κυβερνήτας, από το ένα κράτος στο άλλο. Αυτό ήταν το όνειρό του.
Το τρίτο δένδρο δεν ήθελε να ξυλευθεί. Να το κόψουν δηλαδή. Ήθελε να γίνει πιο ψηλό, το πιο ψηλό και το πιο δυνατό δένδρο του δάσους. Να ξεπερνούσε στο ύψος λόφους και βουνά ώστε τα γύρω χωριά και οι πολιτείες ακόμα ανά τον κόσμον, να το θαυμάζουν, να το καμαρώνουν, και βλέποντας τη μεγαλοπρέπειά του να είχαν περηφάνια γι’ αυτό το ωραιότατο, ψηλότατο δένδρο.
Πέρασαν πολλά χρόνια, μεγάλωσαν τα δένδρα, ήρθαν κάποτε οι υλοτόμοι και ξύλευσαν το δάσος. Μεταξύ των άλλων των δένδρων έκοψαν και αυτά τα τρία. Κι έτσι τα πράγματα, ξετυλίχτηκαν τελείως τελείως διαφορετικά από ότι αυτά είχαν ονειρευτεί.
Το πρώτο το πήρε ένας χωρικός, και κατασκεύασε βέβαια όχι ένα μπαούλο σκαλιστό και περίφημο, αλλά μια σκάφη, μέσα στην οποία θα έβαζε το σανό, όποιος το έπαιρνε, για να τρέφονται τα ζώα. Πήρε λοιπόν τη σκάφη ότι την κατασκεύασε, και την έβαλε σ’ ένα σταύλο έξω απ’ το χωριό.
Το δεύτερο δένδρο, αντί για μεγαλόπρεπο καράβι έγινε μια ψαρόβαρκα, στην οποίαν έμπαινε μέσα ένας πατέρας με τα δυο του παιδιά, και ψάρευαν, και μάλιστα όχι σε θάλασσα, αλλά σε μια λιμνοθάλασσα.
Το τρίτο, αυτό που είχε όλο υπερηφάνεια μέσα του, το πήραν, το έκοψαν σε μεγάλα κομμάτια και το πέταξαν σε μια αποθήκη.
Δεν έκανε πλέον για τίποτα. Αυτή ήταν η κατάντια του τρίτου δένδρου.
Πέρασαν πολλά χρόνια, πολλά, πολλά, α, και αυτά απογοητευμένα από την εξέλιξη που είχαν ξέχασαν και τον ίδιο τους τον εαυτό.
Όμως κάποια μέρα στο χωριό κατέφθασε ένα γαϊδουράκι που μετέφερε πάνω του μια κοπέλα περίπου δεκαπέντε δεκαέξι ετών, έγκυο. Και το γαϊδουράκι αυτό το έσερνε ο άνδρας της. Ψάχνανε να βρούν κάπου να μείνουν γιατί πλησίαζε η ώρα για να γεννήσει και δεν εύρισκαν κατάλυμα. Τελικά, κατέληξαν σ’ αυτόν τον σταύλο. Κι εκεί μέσα στο σταύλο, ανάμεσα στα ζώα, γέννησε η κοπέλα ένα ωραιότατο αγοράκι, και πήρε το παιδάκι, το τύλιξε με ό,τι πρόχειρο είχε και το έβαλε μέσα σ’ αυτή τη σκάφη.
Η κοπέλα αυτή ήταν η Παναγία!
Και η σκάφη αυτή που όταν ήταν δένδρο ήθελε να γίνει μπαούλο για να μπαίνει ό,τι πολύτιμο υπήρχε, μέσα, δέχθηκε το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο, το θησαυρό των θησαυρών, τον Υιόν του Θεού, και αυτό το γεγονός έγινε στο χωριό που λεγόταν τότε Βηθλεέμ, και εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα.
Το δεύτερο δένδρο είπαμε ότι έγινε μια φτωχή βάρκα. Κι ύστερα από μερικά χρόνια, περίπου ύστερα από τριάντα, πούχαν μεγαλώσει πλέον κι είχαν γίνει άνδρες εκείνα τα παιδιά, και κει που ψάρευαν μαζί με τον πατέρα τους, βλέπουν ξαφνικά έναν άνθρωπο να ακολουθείται από ένα πλήθος ανδρών και γυναικών και παιδιών, χιλιάδες, λαοθάλασσα, και να φθάνει εκεί στην ακροποταμιά, στη λιμνοθάλασσα.
Μπήκε στη βαρκούλα και τους είπε: «Δεν πάτε λίγο πιο εκεί να μιλήσω στα πλήθη, για να φαίνομαι;» Και μίλησε στα πλήθη και τα σαγήνευσε.
Και μετά την ομιλία τους είπε: «Δεν ξανοίγεστε να πάμε στην αντίπερα όχθη, να ξεφύγομε λίγο από τα διψασμένα αυτά πλήθη των ανθρώπων που διψούν για την αλήθεια του Θεού;» Αυτοί Τον θαύμασαν.
Ποιος ήταν αυτός άραγε που μιλούσε τόσο ωραία στα πλήθη;
Σε λίγο έπεσε να κοιμηθεί γιατί ήτο πολύ κουρασμένος.
Ξαφνικά σηκώθηκε μπουρίνι και έγινε μεγάλη τρικυμία, και φοβήθηκαν μήπως βουλιάξει η βάρκα και ξύπνησαν τον ξένο, ο οποίος σηκώθηκε και διέταξε τους ανέμους και την θάλασσα την τρικυμισμένη να γαληνέψουν.
«Σιώπα, πεφίμωσο», και εγένετο γαλήνη μεγάλη. Ήταν ο Χριστός και είχε μπει στην βάρκα των υιών Ζεβεδαίου, Ιακώβου και Ιωάννου. Ο Κύριος και ο διδάσκαλος που εκήρυττε μετάνοιαν και το Ευαγγέλιο της σωτηρίας. Έτσι και το δεύτερο δένδρο αξιώθηκε όχι να μεταφέρει πρίγκιπες, αλλά τον Βασιλέα των βασιλεών, τον ίδιο τον Χριστό και τους Αποστόλους Του.
Ύστερα όμως από τρία χρόνια, κάποιος στρατιώτης με κάποιους βοηθούς, μπήκαν μέσα στην αποθήκη, άρπαξαν εκείνα τα ξύλα από το τρίτο το δένδρο, κι έκαναν ένα Σταυρό, κι εκεί πάνω, ένα άγριο πλήθος, στρατιώτες, άρχοντες και λαός, κάρφωσαν επάνω έναν άνθρωπο. Τον Θεάνθρωπο. Τον Κύριο της Δόξης.
Έτσι το δένδρο αυτό, το τρίτο, έγινε ασυγκρίτως υψηλότερο από ότι αυτό ήθελε και ονειρευότανε.
Η κορυφή του έφθασε μέχρι τον ουρανόν και όπως λένε οι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας μας έγινε ουρανού ισοστάσιον, και όχι μόνον φαίνεται σε πόλεις και χωριά, αλλά φωτίζει και ολόκληρη την οικουμένην.
Είναι ο Σταυρός, το σημείον που θα εμφανιστεί στον ουρανό και σαν προοίμιον της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Είναι και ο σημερινός Σταυρός, στον οποίον αποδώσαμε τιμές προς Αυτόν με τους Χαιρετισμούς που απαγγείλαμε λίγο πριν.
Και είναι εκείνος που το πρωί ψάλαμε θριαμβευτικά «τον Σταυρό Σου προσκυνούμε Δέσποτα, και την Αγία Σου Ανάσταση δοξάζομεν».

Στη μέση της Σαρακοστής χριστιανοί μου, προβάλλει η Εκκλησία μας την προσκύνησιν του Τιμίου Σταυρού.
Στα τροπάρια που ψάλλονται βλέπομε ότι ο Σταυρός δεν είναι το τέλος του κοσμοσωτηρίου έργου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δεν είναι αυτό το τέλος, το τέλος είναι η Ανάστασις που σφράγισε την απολυτρωτική θυσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού πάνω στο Σταυρό.
Γι’ αυτό και η Ορθόδοξη Εκκλησία από τα αρχαία Αποστολικά χρόνια, κάθε φορά που κάνει λόγο για την Σταύρωσιν του Κυρίου, και το φρικτό Του πάθος, αμέσως το συνδέει με την Ανάστασίν Του.
Η Ανάστασις σφραγίζει την Σταύρωσιν.
Για παράδειγμα θα πάρομε δύο αποσπάσματα της σημερινής πρωινής ακολουθίας.
«Σταυρός, ο της εγέρσεως Χριστού τας αυγάς φωτοβολών», δηλαδή ο Σταυρός είναι η φωτοφόρος αυγή της εκ νεκρών εγέρσεως του Χριστού, και το άλλο ας το δώσομε σε μετάφραση.
«Ο Σταυρός είναι ο προάγγελος της λαμπράς και χαρμοσύνου και φωτοφόρου ημέρας της Αναστάσεως του Χριστού».
Κι είναι γνωστότατος ο ύμνος που ψάλομε τη Μεγάλη Εβδομάδα, με πολλή συγκίνηση και πολλών δακρύων, όταν εμείς οι ιερείς περιφέρουμε τον Εσταυρωμένο Κύριο μέσα στο ναό, φωνάζοντες και λέγοντες «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου».
Σ’ αυτόν τον ύμνον πριν από το τέλος φωνάζομε παρακλητικά τρείς φορές.
«Προσκυνούμεν Σου τα Πάθη Χριστέ», για να κλείσουμε θριαμβευτικά «δείξον ημίν και την ένδοξόν Σου Ανάστασιν».
Άραγε τι θέλει να μας πει ο Απόστολος Παύλος, στην Πρώτη Προς Κορινθίους Επιστολή Του, όταν μας λέγει «το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετίθη Χριστός»; Αυτό ακριβώς που βεβαιώσαμε πριν από λίγο.
Δηλαδή το Πάσχα μας είναι η Θυσία του Αμνού του Θεού του Αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου, παρά ταύτα όλοι καλούμεθα να πανηγυρίσουμε πάνω απ’ όλα την Ανάστασή Του.
Γιατί; Διότι μόνον η Ανάστασις μπορεί να εγγυηθεί το απολυτρωτικό έργο της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Αυτό σημαίνει τρία πράγματα.
Πρώτον. Ότι η θυσία του Ιησού Χριστού έγινε δεκτή από τον Θεόν Πατέρα.
Δεύτερον. Ότι με αυτήν σώθηκε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος από τις αμαρτίες του.
Και Τρίτον με την Ανάστασίν Του, συνανασταίνει όλους εκείνους τους πιστούς που πίστεψαν στο έργον Του. Βαπτίστηκαν στο όνομα της Αγίας Τριάδος, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά και τράφηκαν και τρέφονται από το Πανάγιον Σώμα και Αίμα Του.

Υπάρχει χριστιανοί μου μια Ορθόδοξη εικόνα της Αναστάσεως, που λέγεται και είναι η πιο σωστή και η πιο Ορθόδοξη, «η Κάθοδος στον Άδη».
Εκεί βλέπομε να θραύονται οι πύλες του Άδου, και ο Αναστάς Κύριος να ανασταίνει τον Αδάμ και την Εύαν, και μαζί τους όλους εκείνους που πίστεψαν σ’ Αυτόν.
Δηλαδή ο Αναστημένος Θεάνθρωπος Κύριος, εισέρχεται στην Ουράνιο Δόξα Του, και συνανασταίνει ολόκληρο το Μυστικό Σώμα Του, την Εκκλησία.
Και την καθιστά συμμέτοχο και κληρονόμο της Βασιλείας των ουρανών.
Αλλά μέλη όμως της Εκκλησίας του Χριστού είμεθα εμείς.
Για να συναναστήσει λοιπόν ο Κύριος και μας, που αυτήν την στιγμήν βρισκόμεθα σ’ αυτόν τον ναόν, ζητάει από μας την μετάνοια.
Την αληθινή μετάνοια όμως. Όχι την ξηρή εξαγόρευση των αμαρτημάτων μας, αλλά την αληθινή μετάνοιά μας, την συντριβή μας και τα δάκρυά μας, την απόφασή μας να μην ξαναμαρτήσομε, να μην ξαναμπούμε στον βούρκο της αμαρτίας.
Αυτός λοιπόν ο άρρηκτος δεσμός Σταυρού και Αναστάσεως, έχει βαθειές προεκτάσεις και στον καθέναν από μας, και στον κάθε χριστιανό.
Γι’ αυτό το να πείς τας ανομίας σου πρώτος, ή να δικαιωθείς, είναι Σταυρός.
Είναι Σταυρός να κόψωμε τα πάθη.
Είναι Σταυρός να κόψωμε τις αδυναμίες, τις κακές συνήθειες που έχουμε και τις πολλές ιδιοτροπίες, που δυστυχώς κοσμούν τον χαρακτήρα μας.
Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος, στην προς Ρωμαίους Επιστολή Του και στο έκτο κεφάλαιο λέγει ότι όπως ο Χριστός, πέθανε πάνω στο Σταυρό και αναστήθηκε απ’ τον τάφο, έτσι και κάθε χριστιανός χωριστά, καλείται να γίνει και κείνος κοινωνός, τόσο του Σταυρού όσο και της Αναστάσεώς Του.
Αυτό, πως γίνεται;
Γίνεται με την πίστη στην Θεανθρωπότητά Του.
Πρέπει να πιστεύομε ότι ο Χριστός εδώ είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος Κύριος.
Δεν φτάνει μονάχα να το πιστέυουμε, «ο πιστέυσας και βαπτισθείς σωθήσεται», σωστό, αλλά «δείξον μου την πίστην σου εκ των έργων σου».
Άρα λοιπόν χρειάζονται και έργα πίστεως.
Και το πρώτον έργον πίστεως είναι το Άγιον Βάπτισμα.
Διότι ο παλαιός άνθρωπος, ο παλαιός Αδάμ, συνανίσταται μαζί με τον Χριστόν ως καινούργιος άνθρωπος.
«Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Ενδυόμεθα τον Χριστόν βαπτιζόμενοι.
Δεύτερον, με την τήρησιν των Ευαγγελικών εντολών.
Πολλοί από μας, μάλλον οι περισσότεροι, λέμε ότι αγαπάμε τον Θεόν.
Υπάρχει κανένας που να λέει ότι δεν τον αγαπάει τον Θεόν; Δεν το πιστεύω...
Όλοι μας λέμε ότι τον αγαπάμε. Ναι αλλά εκείνος μας παρακαλεί και μας λέγει:
«Ο αγαπών Με, τας εντολάς τας εμάς τηρείσετε ή τηρήσει».
Λοιπόν, αν με αγαπάς, τις εντολές μου να τηρήσεις.
Να τηρήσεις τις εντολές, για να νικηθεί το τριπλό κακό της αμαρτίας «Η σάρκα ο κόσμος και διάβολος».
Η σάρκα με τις αισθήσεις μας, ο κόσμος με την κακία του και ο διάβολος με το φθόνο του.
Τρίτον, με την καλλιέργειαν των αντιστοίχων αρετών, όπως της διπλής αγάπης προς τον Θεόν, εξ’ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας, τον αγαπάμε άραγε τον Θεόν; Και τον πλησίον ως εαυτόν! Αγαπάμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτόν μας; Εγώ να σας πω την αλήθεια, δεν τον αγαπώ. Γιατί είναι οδυνηρή η αλήθεια, Όταν ο άλλος μας κάνει κακόν, όταν μας συκοφαντεί, όταν μας διαβάλλει, όταν μας λερώνει την τιμή, όταν μας σκοτώνει την υπόληψη, όταν μας αδικεί κατάφορα.
Πώς να κάνομε υπέρβαση. Αυτός είναι Σταυρός, Σταυρός οδυνηρός για να μπορείς να αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν.
Αλλά ζεί Κύριος ο Θεός!
Πρέπει να καλλιεργούμε τις αρετές και να ζητούμε το έλεος και την βοήθειαν του Θεού και Αυτός θα μας δώσει την δύναμιν.
Τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ.
Ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν.
Αν μείνομε κοντά στο Θεό θα παράγομε καρπόν. Καρπόν πίστεως και αρετής, και της διπλής αγάπης.
Πρέπει να καλλιεργήσομε και το πνεύμα της μετανοίας. Όσο ζούμε μετανοούμε, ή πρέπει να μετανοούμε.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει ότι η μετάνοια πρέπει να είναι η αναπνοή της ζωής μας.
Πρέπει να καλλιεργούμε το ταπεινό φρόνημα, διότι δυστυχώς έχουμε πολύ πολύ εγωισμό.
Πρέπει επίσης να καλλιεργούμε την υπομονή και την μακροθυμία, να μελετάμε τας γραφάς.
Μη μου πείτε ότι δεν μπορείτε να ανοίξετε την Καινή Διαθήκη και να διαβάσετε μια σελίδα. Δεν μπορείτε;
Δε μπορούμε; Μια σελίδα. Πόσο θα διαρκέσει σε χρόνο μια σελίδα;
Περισσότερο από τρία λεπτά;
Εγώ σας παρακαλώ λοιπόν, από σήμερα με το ρολόι, τρία λεπτά, να βλέπετε και τον δευτερολεπτοδείκτη πως γυρίζει και να μελετήσετε την Αγία Γραφή τρία λεπτά.
Θάρθουν ύστερα και τα πέντε και τα δέκα, και το ένα κεφάλαιο και το δεύτερο.
Γιατί μέσα στην Αγία Γραφή καθρεφτιζόμεθα.
Βλέπομε ποιος είναι ο πραγματικός μας εαυτός και ποιος είναι ο προορισμός μας εδώ στη γη.
Κατόπιν πρέπει να μάθομε να προσευχόμεθα, όχι μόνον με τυπική προσευχή, και ένα βιαστικό «Πάτερ ημών» που δεν καταλαβαίνουμε τι λέγει. Καταλάβαμε άραγε ποτέ τι θα πει «γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης»;
Να γίνει το θέλημά Σου σήμερα Θεέ μου σε μένα;
Μπήκε αυτό ποτέ βαθειά μέσα μας;
Κατόπιν πρέπει να καλλιεργήσομε νηστεία, βέβαια είμαστε άρρωστοι και έχομε πολλών ειδών ασθένειες, έχομε και γεράματα.
Έχομε και πλήθος άλλων οδυνηρών καταστάσεων και αδυναμιών.
Αλλά δεν μπορείτε να μου πείτε ότι δεν μπορούμε να νηστέψουμε στις αισθήσεις.
Δεν μπορεί να νηστέψει η γλώσσα μας που κόκαλα δεν έχει αλλά κόκαλα τσακίζει.
Τα μάτια μας να νηστεύουν από τα πονηρά θεάματα, τα αυτιά μας από τα πονηρά ακούσματα, η αφή μας, η όσφρησίς μας, και ούτω κάθε εξής.
Άρα λοιπόν την μεν νηστεία την άλλη στο κατά δύναμιν, και την άλλη υποχρεωτική, με τη δύναμη και τη βοήθεια του Αγίου Θεού.
Να φυλάξομε κατόπιν τις αισθήσεις μας, και να καλλιεργήσομε ένα πλήθος άλλων αρετών για να μη σας κουράζω περισσότερο.
Τέταρτον. Με τη συμμετοχή μας στη Θεία Κοινωνία και στην Ιερά Εξομολόγηση, το τόνισα και προηγουμένως.
Και πέμπτον με τον καθημερινόν μας αγώνα για το πώς θα καθαριστούμε από τα πάθη μας.

Κάθε σοβαρή προσπάθεια στη ζωή μας χριστιανοί μου, απαιτεί κόπους και θυσίες, δηλαδή Σταυρό.
Και πολύ περισσότερον όταν αυτή η προσπάθεια, δεν αποβλέπει στο να πάρομε κάποιο πανεπιστημιακό πτυχίο, ούτε στην απόκτηση κάποιων συγκεκριμένων υλικών αγαθών, ούτε στο να γίνουμε πρωταθλητές, αλλά στο να πετύχουμε τον σκοπόν της ζωής μας, που είναι η σωτηρία μας, ο αγιασμός της ψυχής μας εν Χριστώ, με την ζωντανή πίστη και τα έργα της που αναφέραμε προηγουμένως.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγει: «Ο σκοπός της ζωής μας είναι η μετοχή του Αγίου Πνεύματος».
Να έχουμε την αίσθηση ότι μέσα μας, πώς να το πω τώρα δεν ξέρω, βιώνεται η αίσθησις της ζώσας παρουσίας του Παναγίου Πνεύματος.
Τα έργα της πίστεως και τα έργα της μετανοίας, θα νικήσουν συν Θεώ την πονηριά, τον κόσμο της κακίας, τις αμαρτωλές επιθυμίες και τον φθόνον του διαβόλου.
Κι είναι αλήθεια ότι ο κόπος που καταβάλουμε και η κόπωσις που υφιστάμεθα αρχίζει να φαίνεται στη μέση του δρόμου.
Δηλαδή στη μέση των προσπαθειών μας.
Στην αρχή μας διακρίνει ένας πολύ πολύ μεγάλος ενθουσιασμός, και είμεθα όλο υποσχέσεις. Θα κάνω αυτό, θα κάνω εκείνο, θα κάνω το άλλο, θα, θα, «θα» σαν τους υπουργούς.
Και νομίζουμε ότι κρατάμε την αγιότητα στη χούφτα μας.
Και μόνον το στεφάνι μας λείπει.
Έτσι νομίζουμε και έτσι πιστεύουμε μερικές φορές.
Αλλά να, που σε λίγο καιρό έρχονται οι πρώτες δυσκολίες, οι πρώτοι πειρασμοί και τότε μας κόβεται η όρεξις.
Και αρχίζουν οι αμφιβολίες και οι απογοητεύσεις και τα πολλά γιατί. Γιατί σε μένα αυτό;
Α, πνευματικοί είναι εδώ οι πατέρες, το ακούνε χιλιάδες φορές. Γιατί πάτερ σε μένα αυτό;
Όλα γύρω γύρω μας φαίνονται μαύρα και βουνά.
Και ακολουθούν οι πολλές γκρίνιες και τα πολλά μουρμουρητά.
Οι δε λογισμοί και σκέψεις απελπισίας, απογνώσεως, γογγυσμού, διαμαρτυρίας και αμφιβολίας μας δέρνουν και μας χτυπούν χωρίς έλεος.
Θα μου πείτε γιατί το είπα τώρα αυτό.
Το είπα γιατί χριστιανοί μου, να που έρχεται η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως στο μέσον της Μεγάλης Σαρακοστής, και μας παρηγορεί όλους διότι μας δείχνει τον δρόμον της σωτηρίας.
Μας δείχνει τον Τίμιο Σταυρό δηλαδή την Σταυρική Θυσία του Χριστού που σφραγίζεται όπως είπαμε με την Ανάστασή Του.
Βλέποντες όμως τον Τίμιο Σταυρό, ταυτόχρονα δεν βλέπομε ένα σκέτο Σταυρό, βλέπομε και τον Εσταυρωμένο Κύριο.
Και όσοι από μας μελετούμε την Σταυρική Θυσία του Χριστού, δι’ υπομονής τρέχουμε τον προκείμενον ημίν αγώνα.
Αυτό σημαίνει ότι αφού ο Θεάνθρωπος Κύριος, έφθασε μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού, άρα και όλοι μας ως χριστιανοί, δεν δικαιολογούμεθα να χαλαρώνουμε τις πνευματικές μας προσπάθειες και να λιποτακτούμε.
Αλλά οφείλουμε με υπομονή να εκμεταλευθούμε τη Θεία Χάρη, και την παντοδυναμία που απορρέει από τη Σταυρική Θυσία, και να συνεχίζουμε τον πνευματικό μας αγώνα για τη σωτηρία μας μέχρι την τελευταία μας πνοή.

Η αγκαλιά του Θεού είναι μεγάλη, απέραντη, άπειρη και μας χωράει όλους.
Το έλεός Του μας δέχεται ανά πάσαν στιγμήν.
Και πολύ περισσότερον δεν πρέπει να μιμηθούμε η να μοιάσουμε όλους εκείνους, για τους οποίους ο Κύριος σε μια παραβολή του είπε: «οι προς καιρόν πιστεύουσιν και εν καιρώ πειραμού αφίστανται».
Δηλαδή στην αρχή είχαν κάποιον ενθουσιασμόν, αλλά χωρίς όμως βαθειές τις ρίζες της πίστεως.
Ο αγώνας είχε ενθουσιασμό αλλά όχι συνέπεια.
Είχε πολλές υποσχέσεις αλλά όχι πόλεμο με τον διάβολο και την κακία.
Είχε πολλά λόγια, καλά πολλά λόγια, αλλά όχι έργα μετανοίας.
Είχε πολλές καλές θεωρίες, αλλά όχι ενεργουμένη αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον.
Και τέλος ο αγώνας τους είχε όνειρα και πόθους, αλλά όχι σκληρή πάλη για την κάθαρση, από τα τόσα πάθη που όλους μας κατατυραννούν.
Γι’ αυτό και πολύ σωστά μας λέγουν οι πατέρες της Εκκλησίας μας, ακούστε το είναι πολύ φοβερό αυτό, ότι «ο δρόμος της απωλείας, ο δρόμος της κολάσεως είναι στρωμένος από πολλές πολλές πολλές πολλές και καλές αποφάσεις».
Αλλά οι αποφάσεις πρέπει να γίνουν, επαναλαμβάνω, έργα μετανοίας, έργα πίστεως, έργα ενεργουμένης αγάπης, έργα Θείου φωτός, έργο ταπεινού φρονήματος.
Ναι χριστιανοί μου, αυτών των ειδών τα έργα συνιστούν και τους καρπούς του Παναγίου Πνεύματος.

Και επειδή ομιλούμε για εγκατάλειψη των προσπαθειών μας στη μέση του δρόμου προς τη σωτηρία, ας θυμηθούμε για λίγο και με το μεσημβρινό δαιμόνιο…
Υπάρχει τέτοιο δαιμόνιο; Και βεβαίως υπάρχει. Αναφέρεται αυτό, και δεν αναφέρεται μόνον εκεί, στον εννενηκοστόν ψαλμόν του Δαβίδ.
Αναφέρεται επίσης στις κατηχήσεις, που διαβάζονται πρίν από το Άγιον Βάπτισμα για το μεσημβρινό δαιμόνιο.
Αλλά και στους εξορκισμούς του Μεγάλου Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Είναι το δαιμόνιον της ακηδίας, το δαιμόνιον της αναβολής.
Μας προσβάλλει όχι μόνο το μεσημέρι που ο ήλιος είναι ζεστός και μας πιάνει έτσι ένα είδος τεμπελιάς, αλλά σε κάθε στιγμή μιας καλής πνευματικής προσπάθειας, για τη σωτηρία μας, για να κόψομε ένα πάθος, για να ζήσομε εν Χριστώ.
Είναι αυτό που μας λέγει, α, έλα καϋμένε είσαι πολύ κουρασμένος, άσε για αύριο τώρα και την προσευχή και το διάβασμα, κάτσε τώρα να ξεκουραστείς, ε, αύριο πάλι βλέπουμε. Είσαι τόοοσο αδύνατος, τι να τα κάνεις τώρα αυτά.
Και πολύ συχνά ακούγεται ότι αυτές οι Ευαγγελικές εντολές δεν είναι για την εποχή μας.
Ή άλλοτε αυτά είναι παραμύθια για τις γιαγιάδες και τους παππούδες.
«Ποιος ξέρει ποιος τάγραψε αυτά», «για να τρώνε οι παπάδες», όλα λέγονται.
Το μεσημβρινό δαιμόνιο είναι το δαιμόνιον της δικαιολογίας, της ραθυμίας, της αναβολής και της ρίψεως της ευθύνης στους άλλους.
Είναι επίσης το δαιμόνιο που μας παρουσιάζει πάντοτε τις αμαρτίες εύκολες και γλυκές.
Ενώ τις αρετές αναχρονιστικές και πολύ πολύ δύσκολες.
Είναι αυτό που μας πολεμά στη μέση των πνευματικών μας αγώνων και που θέλει να μας γονατίσει με την αμέλεια και την αναβολή.
Να μας απογοητέψει και στο τέλος να τα εγκαταλείψουμε όλα και να κολασθούμε.
Αφήστε καμιά φορά, μας κάνει να πιστέψουμε ότι μας προδίδει και ο ίδιος ο εαυτός μας.
Θανατηφόρο λοιπόν αυτό το μεσημβρινό δαιμόνιο.
Αλλά ζει Κύριος ο Θεός διότι τον τρόπον με τον οποίον θα απαλλαγούμε από το φαρμακερό αυτό κεντρί αυτού του δαιμονίου, μας το δείχνει ο Τίμιος Σταυρός, στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής, μας το δέιχνει η Θυσία του Θεανθρώπου.
Δεν μπορείς να δεις Ανάσταση αν δεν βαδίσεις προς τον Γολγοθά, και αν δεν σταυρώσουμε τα πάθη μας.
Η Σταύρωσις και η Ανάστασις του ανθρώπου είναι νίκη κατά του θανάτου.
Νίκη κατά της αμαρτίας και νίκη κατά του διαβόλου.
Άρα και για μας όλους τους χριστιανούς υπάρχει ελπίδα σωτηρίας, «μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», φώναξε ο ληστής πάνω στο Σταυρό, και να, έδωσε μια κλωτσιά στην πόρτα και μπήκε πρώτος στον Παράδεισο.
«Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», φώναξε ο Τελώνης.
«Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου», φώναξε συντετριμμένος και μετανοημένος ο Άσωτος Υιός και ενδύεται την πρώτην την στολήν, και αποκαθίσταται κληρονόμος και πάλι της Βασιλείας του Θεού.
«Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς» φώναζαν οι λεπροί, και έτσι μπορεί να φωνάξει και η δική μας λέπρα, της ψυχής μας η λέπρα, και να καθαριστεί από τον Κύριο με μία μόνο λέξη, «καθαρίσθητι», όπως τη λέγει ο πνευματικός δια του πετραχηλίου, «έσο λελυμένος και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι».
Από τον Σταυρόν και τον Εσταυρωμένον, και από την Ανάστασίν Του, απορρέει ανεξάντλητο όλο το έλεος του Θεού, η άπειρη ευσπλαχνία Του και η αιώνια αγάπη Του.

Ναι χριστιανοί μου, ο Εσταυρωμένος Χριστός και Σωτήρας του κόσμου είναι αυτός, που τον πεσμένο βοηθάει να σηκωθεί, που τον πληγωμένο από την κακία ζητά να θεραπεύσει, και είμαστε όλοι πληγωμένοι, τον τυφλωμένο από τα πάθη να φωτίσει, και τον φωτισμό τον χρειαζόμεθα όλοι μας, τον σκλάβο στην αμαρτία να λυτρώσει.
Άπαντες γαρ πταίομεν, ας μην το ξεχνάμε αυτό, βεβαίωσις του λόγου του Κυρίου είναι, και νεκρόν τη αμαρτία να αναστήσει.
Αδελφοί και πατέρες, τα σέβη μου πάτερ Αθανάσιε,
χριστιανοί μου, σ’ Αυτόν τον Εσταυρωμένον Κύριο και Αναστάντα εκ νεκρών, τον Ιησούν Χριστόν, και αληθινόν Θεόν ημών ανήκει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις, τώρα και πάντοτε, και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,
Αμήν.